Κερύνεια, η πόλη της «ανερμάτιστης σιωπής»

Γράφει η δρ Νάντια Στυλιανού | Ανώτερη μορφωτική λειτουργός, Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι η ανίχνευση του «τοπίου» της Κερύνειας μέσα από το έργο των ποιητών Νίκου Κρανιδιώτη και Νίκου Ορφανίδη, το οποίο αναδιαμορφώνεται ριζικά μετά την εισβολή, με την εγγραφή του τραύματος στη συλλογική και ατομική μνήμη. Με τον όρο «τοπίο» εννοούμε το σύνολο των φυσικών στοιχείων που βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση με τον ανθρώπινο παράγοντα, όχι μόνο ως μέρος του αλλά και ως υποκείμενο που το συστήνει.[1] Το τοπίο συναρτάται πάντα με την οπτική του κάθε ποιητή. Αυτό που βλέπουμε δεν αποτελεί μέρος μιας αυτοδημιούργητης πραγματικότητας αλλά μέρος του ιστορικά καθορισμένου εαυτού μας[2]. Με γενέτειρες πόλεις την Κερύνεια (Κρανιδιώτης) και την Κυθρέα (Ορφανίδης) ιχνηλατείται μέσα από το έργο τους το τραύμα του ξεριζωμού και της προσφυγιάς. Η Κερύνεια στο έργο των δύο ποιητών αποτελεί το ορόσημο και την αφετηρία, η οποία μέσα από έναν λογοτεχνικό μετασχηματισμό μετατρέπεται σε χώρο ευτοπίας ή απώλειας, σε πόλη-ερωμένη, πόλη-πατρίδα.

Στον Νίκο Κρανιδιώτη ο αναγνώστης διαβάζει:

Κομμάτιασες τη συνέχεια της ζωής

μέσα σε μια τεθλασμένη επιφάνεια νερού

που αναπολεί την τελευταία επίσκεψη της θύελλας

και αναλύει τα μόρια του χρόνου.

(Γενέθλια πόλη VII)

Ο νοερός αυτός νόστος είναι επώδυνος και ξετυλίγεται μέσα από μια εικονοποιία με τα ξεχασμένα δειλινά, τα σιωπηλά δέντρα, την πέτρινη αυλή που ερήμωσε, εικόνες που επανέρχονται ως leitmotiv στο έργο του.

Στον Νίκο Ορφανίδη η Κερύνεια εγγράφεται στην αισθητική της απώλειας ή μιας «ανερμάτιστης σιωπής». Ο ποιητής διαλέγεται μαζί της σε μια προσπάθεια να την ανασυνθέσει ως μια μισοσβησμένη τοιχογραφία.

Πόλη

με τις νεκρωμένες θάλασσες

και την κατακόρυφη θλίψη

καρτέρι

της ανερμάτιστης σιωπής

(«Κερύνεια», Τα τραγούδια της Περσεφόνης)

Η σιωπή είναι εύγλωττη, αρκεί να αφουγκραστείς το θρόισμα από «τα άφυλλα κλαριά», τον ανασασμό της πόλης. Η απόσταση που διαχωρίζει το μη προσβάσιμο αντικείμενο (εδώ η Κερύνεια) «έχει το πλεονέκτημα να μην υπάρχει αυτό καθ’ εαυτό κάτω από μια συγκεκριμένη μορφή. Δεν απωθεί, δεν φράσσει. Διαχωρίζει. Γίνεται με τη βούλησή του διάφανο».[3] Το ποιητικό υποκείμενο μετατρέπεται σε θαλασσοπόρο ταξιδιώτη ή «χιμαιροπλόκο» ταξιδιώτη, κατά την έκφραση του Κρανιδιώτη, που ταξιδεύει στα κύματα του χρόνου για να ανταμώσει το σπασμένο κατάρτι.

Ποιος ξέρει;

Κι όμως ήταν καλό το καράβι

το βρήκαμε γυρτό μέσα στις φλέβες του

ανάμεσα στους ίσκιους του κορμιού του

πέρα από οπτασίες σιωπηλές

τι να γυρεύουμε;

Σκοτάδι…

(Νικου Ορφανίδη «Ναυάγιο», Η περιπέτεια του Ήλιου)

 

Στον Κρανιδιώτη ο αναγνώστης διαβάζει:

Μ’αυτό το πλοίο, το

χαραγμένο στο γεωμετρικό αγγείο,

ταξιδέψαμε, πριν χιλιάδες χρόνια,

σ’ αυτό το απόμακρο νησί

(Γενέθλια Πόλη VI)

Ένα ταξίδι στο οποίο το ποιητικό υποκείμενο αναζητά τον μίτο της συνέχειας και της συνοχής της ιστορίας του κυπριακού Ελληνισμού, ένα ταξίδι «με τα καράβια των Αχαιών να φτάνουν με τον Πράξανδρο και τον Κηφέα»[4]. Ένα ταξίδι μέσα από τις επιστρώσεις του χρόνου που θα έλεγες ότι μοιάζει με το ταξίδι των Αργοναυτών μέσα από τις Συμπληγάδες. Οι Συμπληγάδες είναι οι συγκρουόμενοι βράχοι, μέσα από τους οποίους έπρεπε να περάσει ο Ιάσων και οι Αργοναύτες με το φτερωτό πλοίο, την Αργώ, για να βρουν το χρυσόμαλλο δέρας. Η Αργώ συμβολίζει την ιδέα του ταξιδιού και ανταποκρίνεται στην αναζήτηση της πολιτισμικής ταυτότητας.

Ύστερα η Αργώ εξακολούθησε το ταξίδι της

Τα παιδιά του Ιάσονα εξακολουθούσαν να φεύγουν

–        Και τώρα φεύγουν, μπαμπά;

–        Φεύγουν και ποτέ δεν ξέρουμε πού πάνε.

–        Και ποια είναι τα παιδιά;

–        Είναι ένα έθνος, είπε ο Παύλος Σκινάς και χαμογέλασε. Το περίεργο αυτό και πολυθρύλητο έθνος των Ελλήνων.

Ο μικρός έμεινε στοχαστικός λίγη ώρα.

Και τι κάνουν που φεύγουν; Ξαναρώτησε.

Άλλοι βρίσκουν κάτι, άλλοι γυρνούν άπραγοι,

Άλλοι δεν γυρνούν ποτέ…

Ξανά σώπασαν μικρές στιγμές.

–        Εσύ πήγες με την Αργώ μπαμπά; Ρώτησε πάλι ο μικρός.

–        Πήγα.

–        Και τι βρήκες;

–        Τίποτα! Αποκρίθηκε ο Παύλος Σκινάς, σιγανά. [5]

 Ο ποιητής αναζητεί το χρυσόμαλλο δέρας, την οπτασία της Ελένης, σ’ όλη τη διάρκεια του θαλασσινού ταξιδιού του. Ψηλαφεί τις αφές, τις χειρονομίες, τις σιωπές μέσα στον χρόνο.

Το λαβυρινθώδες και απρόβλεπτο ταξίδι μέσω της μνήμης, η προσπάθεια του ποιητή να συγκολλήσει τα τωρινά με τα περασμένα, το καράβι στη θέση ενός συμβόλου που παίρνει τη μορφή της πατρίδας μέσα στον γενέθλιο χωρόχρονο υποθάλπουν την επιθυμία για την αναζήτηση της χαμένης πόλης, των χειρονομιών που δεν πρόλαβαν να ολοκληρωθούν.

Ανάμεσα στα δάκτυλα

οι φλέβες μιας σιωπής

τι να γυρεύουμε ψηλαφιστά

μετρώντας το βάρος μιας αφής

παράξενης μέσα στην πίκρα της.

Άραγε

τι να γυρεύουμε

ζυγιάζοντας κομμάτι τον καιρό

πέρα από θύμησες και χέρια τυραννικά,

θα σταματήσουμε;

Βροχή και κύμα σ’ ακρογιάλι…

(Νίκου Ορφανίδη, «Ναυάγιο», Η περιπέτεια του Ήλιου )

Οι νοητικές διαδρομές για την αναψηλάφηση όλων των παραπάνω αποτελούν υπόγειες διαδρομές που συνδέουν, αντί να διαχωρίζουν, το ποιητικό υποκείμενο με την Κερύνεια.

Ο χρόνος δεν μετριέται με τους χτύπους του ρολογιού, δεν προσμετράται με τα κριτήρια της αυστηρής γραμμικής τάξης, άλλοτε ακινητοποιείται για χρόνια ολόκληρα και άλλοτε σπινθηροβολεί, υπό τη μορφή μιας έκλαμψης που αιχμαλωτίζει τη στιγμή στην αιωνιότητα.

Τυλίγεσαι στη μνήμη μου

όπως το βεγγαλικό στα μαλλιά

που ανάβει ξεχασμένο με τις ώρες

(Νίκου Ορφανίδη, «Το Βεγγαλικό», Ο άλλος χειμώνας)

Η οδύνη σταματά τον χρόνο χαράσσοντας το τραύμα στη μνήμη του θύματος ενώ το τραύμα αναστέλλει την ιστορική συνέχεια.

Στο δρόμο που οδηγεί στο αρχαίο κάστρο

βρήκαμε ξάφνου εμπρός μας τους βαρβάρους […]

Στο δρόμο που οδηγεί στο αρχαίο κάστρο

σταμάτησε η πορεία των αιώνων

(Νίκου Κρανιδιώτη, ΧΧVI, Ελεγείο της γλυκείας χώρας Κύπρου, Ταξίδι στο νησί του Νότου)

Οι εικόνες της ακινησίας υπογραμμίζουν την έννοια του τραγικού. Το θέμα της ακινησίας εκφράζεται στον Ορφανίδη μέσα από αντιφατικά σχήματα που παραπέμπουν στην παθητική μετοχή: μαρμαρωμένος / πετρωμένος / σταματημένος. Το παράδοξο είναι ότι η παθητική μετοχή ακινησίας συνοδεύεται τις πλείστες φορές μ’ ένα ενεργητικό ρήμα που υποδηλοί την κίνηση.

Ελάφια μαρμαρωμένα τον ακολουθούν («Η αναχώρηση του πατέρα», Η είσοδος του πατέρα στο μαγεμένο δάσος)

Το αίμα που σταματημένο / σ’ ακολουθεί («Ανάμνηση», Η άλλη βιογραφία)

Κάθε βράδυ ένα πετρωμένο φεγγάρι / ανεβαίνει τα φυλλώματα του δάσους («Οδοιπορικό του Αυτοκράτορος Ηρακλείου στο πετρωμένο δάσος», Η Λυπημένη στο μαγεμένο δάσος)

 Με τον τρόπο αυτό το ποιητικό υποκείμενο αιωρείται μεταξύ ακινησίας και κίνησης εκβάλλοντας από την οριζόντια χρονικότητα. Η Κερύνεια παίρνει τη μορφή της Ευρυδίκης που ο ποιητής αναζητά όμοια με τον έρωτα του Ορφέα προς τη χαμένη, αφανέρωτη μέσα στο σκοτάδι του θανάτου, μορφή. Η Ευρυδίκη είναι το ακρότατο σημείο που μπορεί να φτάσει η τέχνη. Πίσω από ένα όνομα που την αποκρύπτει και πίσω από ένα πέπλο που την καλύπτει[6], είναι το βαθιά σκοτεινό σημείο προς το οποίο φαίνεται πως τείνουν η τέχνη, ο πόθος, ο χειμώνας, ο θάνατος. Η Ευρυδίκη είναι η στιγμή κατά την οποία η ουσία του χειμώνα προσεγγίζεται ως ο άλλος χειμώνας.

Αυτός ο χειμώνας δεν έλεγε να τελειώσει

εσύ συνέχισες να μπαινοβγαίνεις χρόνια στο δικό μου τ’ όνειρο

με το άσπρο σου φόρεμα.

(Νίκου Ορφανίδη, «Ο ατέλειωτος χειμώνας», Ο άλλος χειμώνας)

Στον Κρανιδιώτη ο αναγνώστης διαβάζει:

Βαρύς ο Ορφέας πορεύεται ικέτης στου Άδη τη σπηλιά

Μα η σκιά που αναζητά δεν θα γυρίσει πια ποτές

(Νίκου Καρανιδιώτη, «Ευρυδίκη», Ελεγεία)

Ο ποιητής δεν θα σταματήσει να αναζητά τη σκιά της Ευρυδίκης, το θρόισμα από τις πτυχές του φουστανιού της, ζητώντας να εξαντλήσει το απεριόριστο. Ένα ελεγείο στη μνήμη θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το έργο των δύο ποιητών για την Κερύνεια η οποία, μέσα από ένα λογοτεχνικό μετασχηματισμό, μετατρέπεται σ’ ένα χωροχρονικό συνεχές. Η γραμμική ροή του χρόνου αίρεται, οι αλλαγές των εποχών καταργούνται. Η σύνθεση και η αποσύνθεση, η συνεχής μεταμόρφωση της πόλης, η κατάργηση της οριζόντιας χρονικότητας μας καθιστούν ικανούς να δούμε ότι εμείς οι ίδιοι αποτελούμε τους δείκτες αυτού του χρόνου που αλλιώς δεν θα μπορούσε να καταμετρηθεί. Με τον τρόπο αυτό οι ποιητές ξεφεύγουν από το εφήμερο και το επικαιρικό αγκαλιάζοντας το ανθρώπινο και το οικουμενικό.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Danae Otatzi, «Αντικρίζοντας την αγάπη και το τραύμα: μια περιήγηση στην ποίηση του Νίκου Κρανιδιώτη», Lamour dans la poesie chypriote apres 1974, Πανεπιστήμιο Jean Moulin, Λιόν 3, 2014, σ.95.

2 Βλ. Denis E. Cosgrove (1984), “The idea of landscape”, Social Formation and Symbolic Landscape, Madison, (Wisconsin), London, The University of Wisconsin Press, 1998, σ.13-38.

3 Georges Poulet, Etudes sur le temps humain, Paris, 2006, tome III, σ. 190.

4 Νίκος Κρανιδιώτης, «Γενέθλια Πόλη» Ι, Ποίηση, Τόμος Β, Ίδρυμα Α. Γ. Λεβέντη, Ίκαρος, σ.25.

5 Γιώργος Θεοτοκάς, Αργώ, Εστία, Αθήνα 2005, τόμος Β, σ. 174-175.

6 Βλ. Maurice Blanchot, «Το βλέμμα του Ορφέα», Ο χώρος της λογοτεχνίας, Εξάντας, Αθήνα, 1994, σ. 235-240.

 ΛΕΖΑΝΤΑ: Η Κερύνεια το 1953, φωτογραφημένη από τον φωτογράφο και αρχαιολόγο Πορφύριο Δίκαιο.

[1] Danaé Otatzi, «Αντικρίζοντας την αγάπη και το τραύμα: μια περιήγηση στην ποίηση του Νίκου Κρανιδιώτη», L’amour dans la poésie chypriote après 1974, Πανεπιστήμιο Jean Moulin, Λυόν 3, 2014, σ.95.

[2] Βλ. Denis E. Cosgrove (1984), “The idea of landscape”, Social Formation and Symbolic Landscape, Madison, (Wisconsin), London, The University of Wisconsin Press, 1998, σ.13-38.

[3] Georges Poulet, Etudes sur le temps humain, Paris, 2006, tome III, σ. 190.

[4] Νίκος Κρανιδιώτης, «Γενέθλια Πόλη» Ι, Ποίηση, Τόμος Β, Ίδρυμα Α. Γ. Λεβέντη, Ίκαρος, σ.25.

[5] Γιώργος Θεοτοκάς, Αργώ, Εστία, Αθήνα 2005, τόμος Β, σ. 174-175.

[6] Βλ. Maurice Blanchot, «Το βλέμμα του Ορφέα», Ο χώρος της λογοτεχνίας, Εξάντας, Αθήνα, 1994, σ. 235-240.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Ένα Έκτακτο Ταμείο Πολιτισμού

Γράφει ο Πάρις Ερωτοκρίτου | Σκηνοθέτης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής Fresh Target Theatre Ensemble Καλέσαμε ανθρώπους ...

Περί κριτικής*

Ο άνθρωπος, ως κοινωνικό ον που ζει, λειτουργεί, εργάζεται, παρέχει και δέχεται υπηρεσίες μέσα ...

Κρίση του πολιτισμού ή πολιτισμός της κρίσης

Γράφει η Γεωργία Ντέτσερ | Γενική διευθύντρια του Θεάτρου Ριάλτο Καλέσαμε τη Γεωργία Ντέτσερ ...

Μια προσέγγιση στα «Γυμνά» του Πολ Γεωργίου

Του δρα Σάββα Χριστοδουλίδη Με την πρώτη κιόλας ματιά αντιλαμβάνεται κανείς την αιώρηση του ...

Ακόμα ανατέλλει!

Γράφει ο Ανδρέας Ριρής Δεν πιστεύω πως υπάρχει οποιοσδήποτε που να μην στεναχωρήθηκε όταν ...

Στην οδό Αδριανού

Γράφει ο Ντίνος Θεοδότου Μια, έστω και ολιγοήμερη, απόδραση στην Αθήνα προσφέρει πολλές ευκαιρίες. ...

X