ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

Συνέντευξη στην Μερόπη Μωυσέως/ Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου

Ο Έλληνας σκηνοθέτης Βασίλης Νικολαΐδης παρουσιάζει για πρώτη φορά δουλειά του στην Κύπρο και μιλά στο «Π» για τον «Γενικό Γραμματέα» του ΘΟΚ αλλά και για τη δικτατορία του μεταμοντερνισμού που κατά τον ίδιο επικρατεί στο ελληνικό θέατρο.

«Υπάρχει μια καλή αίσθηση για τον ΘΟΚ» στην Ελλάδα, αναφέρει ο σκηνοθέτης Βασίλης Νικολαΐδης όταν τον ρωτάω ποια είναι η εικόνα του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου στην γείτονα χώρα. Για την εικόνα της θεατρικής παραγωγής στην Ελλάδα, δεν είναι τόσο λακωνικός. Αντίθετα, κάνει λόγο για μια «δικτατορία του μεταμοντέρνου» που ξεκίνησε από τον Γιάννη Χουβαρδά (ο οποίος θα αναλάβει την επόμενη παραγωγή της Κεντρικής Σκηνής ΘΟΚ μετά τον κ. Νικολαΐδη, με το έργο «Μακρύ ταξίδι μιας μέρας μέσα στη νύχτα») και που οδήγησε στο να χάσει το ελληνικό θέατρο τον προσανατολισμό του.

Ο Βασίλης Νικολαΐδης, ο οποίος θεωρείται από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες θεάτρου στην Ελλάδα σήμερα, βρίσκεται στην Κύπρο για να σκηνοθετήσει στην Κεντρική Σκηνή του ΘΟΚ το έργο του Ηλία Καπετανάκη «Γενικός Γραμματέας». Μια «σοβαρά κωμωδία μετ’ ασμάτων», όπως χαρακτηρίζει την κοινωνικοπολιτική σάτιρα του 1893 και που θα δούμε στο Θέατρο ΘΟΚ από τις 19 Νοεμβρίου.

Τι κοιτάτε όταν σκηνοθετείτε ένα έργο κ. Νικολαΐδη;

Εξαρτάται από το έργο. Καταρχάς κάθε έργο είναι ένας κόσμος, είναι ένας «γρίφος» και ένας σκηνοθέτης καλείται να αποκρυπτογραφήσει αυτό τον γρίφο. Ουσιαστικά πρέπει να πείσει μια ομάδα ανθρώπων να υπηρετήσουν κάτι. Αυτό το κάτι είναι το έργο. Ο σκηνοθέτης και η παράσταση, ο σκηνογράφος και οι ηθοποιοί είναι οι μεσάζοντες μεταξύ ενός συγγραφέα ο οποίος έγραψε κάτι, φαντάστηκε κάτι, εμπνεύστηκε από κάτι, και ένα κοινό το οποίο πρέπει να αποδεχτεί αυτό το πράγμα. Φυσικά ο τρόπος που θα αντιμετωπίσω εγώ, ας πούμε τον Τσέχοφ, ενέχει και την προσωπική μου σφραγίδα. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υπάρχει πρόθεση, αυτό που είμαι εγώ να φανεί περισσότερο από αυτό που είναι ο συγγραφέας. Κι αυτό είναι το σύνθημα του καιρού μας. Στην κυριολεξία. Προσπαθεί να αποδείξει στην παράσταση ο σκηνοθέτης ότι η σκηνοθεσία του είναι πιο σημαντική από το έργο που ανεβάζει. Πέστε μου, ξέρετε εσείς κάποιον ο οποίος να ανέβασε θαυμάσια Σαίξπηρ το 1950 ή το 1980 και να το θυμάστε; Ίσως ένα όνομα: Τζιόρτζιο Στρέλερ. Μεγάλος σκηνοθέτης. Οι περισσότεροι δεν τον ξέρουν καν. Τον Σαίξπηρ όμως; Όσο υπάρχουν άνθρωποι θα υπάρχει. Άρα είναι η ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης να πιστεύουμε ότι μ’ αυτό που θα κάνουμε… απαθανατιζόμαστε στην αιωνιότητα.

Η τέχνη του θεάτρου είναι τέχνη εφήμερη. Και γι’ αυτό είναι και τέχνη που έχει να κάνει πολύ με τον άνθρωπο κι είναι πολύ αγαπητή γιατί είναι θνησιγενής. Μόλις τελειώνει μια παράσταση, πεθαίνει. Κι ανεβαίνει μια άλλη, του ιδίου έργου. Ενέχουμε τον θάνατο στη δουλειά μας. Μπορεί να υπάρχει ένα όνομα, μια φήμη, μια αύρα, ένα βίντεο. Δεν είναι το ίδιο.

Το έργο θα υπάρχει όσο υπάρχουν άνθρωποι. Η παράσταση έχει ημερομηνία λήξης.

Τον συγγραφέα του ‘Γενικού Γραμματέα’ πώς τον αντιμετωπίζετε;

Είναι η δεύτερη φορά που τον αντιμετωπίζω. Τον είχα αντιμετωπίσει ξανά το 1995 όταν μου πρότειναν να το ανεβάσω στα Γιάννενα. Εμένα μου αρέσει το παλιό θέατρο. Μ’ αρέσει πάρα πολύ ο 19ος αιώνας. Ετούτος εδώ (ο συγγραφέας), επειδή δεν ήταν ένας επαγγελματίας συγγραφέας, ήταν λίγο δημόσιος υπάλληλος, ήταν ταξιδεμένος, ήταν δημοσιογράφος, ήταν ένας άνθρωπος με ανοιχτό μυαλό, προσπάθησε να καταγράψει τα κακώς κείμενα του καιρού του. Και τα κατέγραψε με μια ελευθερία και με μια ματιά πολύ οξεία. Και έτσι δυστυχώς αυτό που λέει, τότε που το ανεβάσαμε το 1995 έλεγε πολλά, και δυστυχώς τώρα που το ξανανεβάζουμε λέει περισσότερα.

Τότε ήμαστε πιο ευτυχισμένοι, το ’95. Σήμερα που δεν είμαστε ευτυχισμένοι, βλέπω όλα τα κακώς κείμενα του τόπου να έχουν πέσει στο κεφάλι μας γιατί το έργο μιλάει για την άθλια διάρθρωση της δημόσιας διοίκησης, για τη ξενομανία, τον μιμητισμό, μιλάει για την εγκατάλειψη αξιών και την υιοθέτηση άλλων αξιών που μας οδηγούν σε μια καταστροφή. Βεβαίως το έργο έχει ένα μήνυμα, έχει μια αισιοδοξία, ένα γέλιο στο τέλος, ότι άμα τη επιστροφή στα πάτρια εδάφη, θα ξαναβρούμε τη χαμένη αθωότητα. Δεν πιστεύω ότι συμβαίνει ούτε καν αυτό…

Άρα το έργο φαίνεται ακόμη πιο μαύρο, όντας μια κωμωδία. Γιατί με μια κωμωδία μπορείς να πεις πάρα πολλά πράγματα. Αυτός έπρεπε να ακολουθήσει τα σημεία του καιρού του και να κάνει μια κωμωδία μετ’ ασμάτων, να γράψει ένα κωμειδύλλιο. Δεν νομίζω ότι του άρεσε πάρα πολύ η ιδέα αλλά ήταν ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσει με το κοινό, να έρθει σε επαφή με ένα κοινό που ήταν εξοικειωμένο μ’ αυτό το είδος. Αυτός έπρεπε να κάνει, αν πρέπει να χαρακτηρίσουμε κάπως το έργο, μια «σοβαρά κωμωδία μετ’ ασμάτων». Και γι’ αυτό στην παράστασή μας, ειδικά την τωρινή, τα δραματικά στοιχεία έχουν τονιστεί, χωρίς βεβαίως αυτό να αναιρεί και να υπονομεύει το κωμικό στοιχείο. Αλλά δεν φοβηθήκαμε να υπονομεύσουμε τα δραματικά. Τα αφήσαμε να εξελιχθούν όπως ακριβώς τα φανταζόμαστε. Δηλαδή, ένας άνθρωπος που χάνει τα πάντα, την περιουσία του και την ηθική υπόσταση της οικογένειάς του, αυτό δεν μπορεί να μην έχει ένα δραματικό ξέσπασμα. Και μάλιστα εμείς το αφήνουμε να εξελιχθεί όσο πιο δραματικά μπορούσε να γίνει, χωρίς «λογοκρισία». Δεν παύουν να είναι οι καταστάσεις δραματικές. Δεν φοβήθηκα ποτέ όταν κάνω κωμωδία, αν υπάρχει δραματικό στοιχείο να το τονίσω. Ίσα ίσα η ανατροπή νομίζω ότι φορτίζει όλο το άλλο.

Έχετε πει στο παρελθόν ότι η κωμωδία είναι πιο δύσκολη και πιο επικίνδυνη από το δράμα.

Φυσικά, η κωμωδία είναι δύσκολη γιατί για να την κάνεις σωστά –και το δράμα πιστεύω- πρέπει να έχεις χιούμορ. Το χιούμορ είναι τρόπος αντιμετώπισης, δεν είναι χωρατό. Ο Μινωτής έλεγε ότι και για την τραγωδία χρειάζεσαι χιούμορ. Κι ο ίδιος είχε χιούμορ. Κι ο Ευριπίδης είχε τρομερό χιούμορ στη γραφή του, βέβαια ένα χιούμορ πάρα πολύ ιδιαίτερο. Αλλά εν πάση περιπτώσει πρέπει κανείς αυτό το χιούμορ να το επιστρατεύσει με κάθε τρόπο έτσι ώστε να μην είναι απλώς μια κωμική κατάσταση. Να είναι έτσι παρουσιασμένη ώστε να υπηρετεί κάτι.

Εμείς εδώ, επειδή είναι ο 19ος αιώνας, είναι η μπελ επόκ, μια ωραία εποχή, προσπαθήσαμε να διανθίσουμε όλη τη γραφή με πράγματα τα οποία ήταν κομμάτια της αισθητικής του καιρού εκείνου. Ας πούμε, ο βωβός κινηματογράφος είχε πολύ πολύ δειλά ξεκινήσει να υπάρχει. Χρησιμοποιήσαμε στοιχεία τέτοια. Υπάρχει το μουσικό θέατρο, υπάρχει το μιούζικ χολ, υπάρχει η όπερα γιατί υπάρχει μια σκηνή μέσα που είναι σαφής αναφορά σε στιγμές από όπερες που του είχαν κάνει εντύπωση (του Ηλία Καπετανάκη) και τις διακωμωδεί, τις «γελοιοποιεί». Ας πούμε όταν μια από τις ηρωίδες, η πιο τρελή, φεύγοντας από το σπίτι αποχαιρετά ένα τραπέζι και λέει «αντίο τραπεζάκιον»…, αυτό δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από μία αναφορά σε μια άρια από μια όπερα του 19ου αιώνα όπου η ηρωίδα αποχαιρετά, όντως, ένα τραπεζάκι. Και επίσης υπάρχει φράση στην ίδια σκηνή «addio del passato», αντίο στο παρελθόν, που είναι μια φράση, μια ολόκληρη άρια από την «Τραβιάτα». Υπάρχει η λέξη addio terra που είναι από την «Αϊντα». Δεν μπορεί να είναι τυχαία αυτά μέσα στο έργο. Εμείς αυτά τα είδαμε κανονικά μέσα από τη μουσική των αντίστοιχων σημείων όπερας. Και είναι μια παρωδία όπερας. Υπάρχει και μια παρωδία αρχαίου δράματος όπου όλοι συμπάσχουν εν χορώ στο πάθος του ήρωα.

Όλα αυτά νομίζω ότι είναι στιγμές χιούμορ οι οποίες τονίζουν το κλίμα και το άρωμα μιας εποχής και διανθίζουν το όλο κλίμα μιας παράστασης ενός έργου του 19ου αιώνα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να το εκσυγχρονίσεις βάζοντας σημερινές αναφορές. Υπάρχουν στο έργο αυτούσιες. Δεν άλλαξε τίποτα. Νομίζει κανείς ότι γράφτηκε σήμερα. Κι είναι γραμμένο το 1893, πολύ απλά.

Το θέατρο στην Ελλάδα

Να μιλήσουμε λίγο για το θέατρο στην Ελλάδα;

Θα μπορούσαμε να μιλάμε 50 ώρες! Το θέατρο στην Ελλάδα δυστυχώς φαίνεται σαν να χάνει τον άξονά του. Σαν να τον έχει χάσει. Καταρχάς υπάρχουν πάμπολλες παραστάσεις, περισσότερες απ’ όσες υπάρχουν στο Λονδίνο. Δεν είναι δυνατό μέσα σε μία χρονιά να ανεβαίνουν 1500 παραστάσεις. Ποιος να τις πρωτοδεί; Πού απευθύνεται αυτό όλο; Μοιραία απευθύνεται στο στενό περιβάλλον αυτού που το ανεβάζει. Η κακοδαιμονία ξεκινάει πρώτα απ’ όλα από ‘κει. Να πάρουμε τα πράγματα λίγο πιο πίσω: κάποια στιγμή οι δραματικές σχολές γέμισαν ασφυκτικά. Βγαίναν συνέχεια ηθοποιοί. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν ήταν επειδή αγαπούσαν το θέατρο. Ήταν επειδή η τηλεόραση με τα σίριαλ που γυρίζονταν τότε στην Ελλάδα, προσέφερε την ευκαιρία να γίνει κάποιος πρόσωπο της ημέρας μέσα σε ένα πρωινό, μέσα σε ένα βράδυ. Άρα με την ελπίδα ότι θα ξεχωρίσεις από το πλήθος, με την ελπίδα ότι θα κάνεις και μια δουλειά η οποία θα έχει ευρεία αποδοχή, πολλοί άνθρωποι μπήκαν σε αυτό το χώρο που δεν ξέρω αν ήταν όλοι γι αυτόν. Κάποια στιγμή οι Σχολές τελείωσαν, οι άνθρωποι βρέθηκαν στον δρόμο, δεν μπορούσαν να απορροφηθούν από τα υπάρχοντα θέατρα και δημιούργησαν μικρές ομάδες, νοίκιασαν ένα χώρο, δουλεύουν κάπου αλλού και τα χρήματα που βγάζουν τα δίνουν για παραστάσεις. Το κοινό είναι το περιβάλλον τους. Είναι πάρα πολύ λίγα πια τα θέατρα μέσα στην Ελλάδα που αυτοί που τα φτιάχνουν, ζουν απ’ αυτό. Πολύ λίγα είναι τα θέατρα που πληρώνουν πια. Άρα ξεκινώντας απ’ εκεί, ο καθένας δοκίμασε το οτιδήποτε.

Δόθηκε, αν θέλετε, και από τα κρατικά θέατρα μια γραμμή ενός μοντερνισμού άκρατου, κι έτσι φτάσαμε σε ένα σημείο ώστε να μην ξέρουμε τι μας γίνεται αυτή τη στιγμή. Να έχουμε χάσει και τα αυγά και τα καλάθια, στην κυριολεξία.

Φτάσαμε σε μια δικτατορία του μεταμοντερνισμού όπου οτιδήποτε έκανε κανείς λίγο πιο νορμάλ, να φαίνεται ντε πασέ, ότι είναι περασμένο.

Και βασικά αποδίδεται στον Χουβαρδά όλη αυτή η δικτατορία, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Έφερε το Αμόρε και την παρέα όλη, στο Εθνικό. Βεβαίως αν θέλετε και η προηγούμενη γενιά είχε λίγο «χρεοκοπήσει». Φέτος, που ο Χουβαρδάς πια δεν είναι διευθυντής, άρχισαν και γίνονται λίγο παραστάσεις έξω απ’ τα δόντια. Γιατί πριν ήταν η εξουσία.

Ξέρετε, το μέλημα ήταν να κάνουμε κάτι το οποίο δεν έχει ξαναγίνει, να κάνουμε κάτι που δεν έχει κάνει κάποιος άλλος. Ανεξαρτήτως αν αυτό που κάνεις υπηρετεί ή δεν υπηρετεί το κείμενο ή το έργο. Είδαμε και συμπαθητικές παραστάσεις, είδαμε και παραστάσεις-τέρατα. Δεν υπάρχουν χρήματα στην Ελλάδα και η τέχνη χωρίς λεφτά δεν γίνεται. Δυστυχώς. Δεν υπάρχουν χρήματα. Κι όταν δεν υπάρχουν χρήματα…

Εσείς προτιμάτε γενικότερα την κλασική φόρμα θεάτρου;

Όχι. Νομίζω κάθε φορά η ανάγκη μου γεννιέται από το ίδιο το έργο. Φυσικά δεν θα ήθελα να κάνω ένα Σαίξπηρ με ρούχα ελισαβετιανά, δεν θα το έβλεπα ποτέ, δεν θα με ενδιέφερε. Αλλά θα ήθελα να κάνω με ρούχα που να θυμίζουν, να έχουν μια ατμόσφαιρα που να αναφέρεται σε κάτι, και όχι σε κάτι που βλέπω στο παράθυρό μου. Αυτό είναι πιο δύσκολο, ξέρετε. Μπορείς να δώσεις τη σύγχρονη άποψη ενός παλιού ρούχου;

Αλλά γενικώς, έχει αλλάξει ο τρόπος του θεάτρου πια. Δεν μπορούμε να κάνουμε θέατρο όπως γινόταν πριν από 20-30 χρόνια. Χωρίς να το θέλουμε, προσαρμοζόμαστε στα νέα δεδομένα γιατί έτσι εκφραζόμαστε πια. Αρκεί να μην γίνεται αυτό το πράγμα εκβιαστικά. Να βάλω τους ηθοποιούς μου να περπατάνε με τα χέρια επειδή αυτό είναι η καινούρια φόρμα; Δεν είναι έτσι.

Το κείμενο είναι πάντα η αρχή. Δεν μπορείς να ξεκινάς από άλλα πράγματα. Δεν μπορείς να κάνεις μια παράσταση όπου ο λόγος θα μπει εκ των υστέρων, τελευταία στιγμή. Σίγουρα κάτι θα μείνει απ’ έξω. Η ουσία του κειμένου. Δεν είναι μόνο η εικόνα που θα φτιάξεις. Σήμερα γίνονται εφέ, υπάρχουν προβολές, πάρα πολλά επιτεύγματα τεχνολογίας. Δεν νομίζω ότι προσφέρουν κάτι. Μόνο εντυπωσιασμό. Είναι λίγο σαν το ίντερνετ όπου μπορείς να βρεις μια πληροφορία αλλά δεν μπορείς να βρεις τη γνώση.

Γενικώς είναι μια εποχή παρακμής, μια εποχή ενός μεσαίωνα. Πότε θα έρθει η αναγέννηση, δεν το ξέρω. Πάντως βλέπεις ότι είναι μία εποχή έκπτωσης αξιών. Είναι μια εποχή του ‘γιατί όχι;’ Όλα είναι εφικτά, όλα επιτρέπονται. Εγώ θα απαντήσω ‘γιατί ναι;’. Τουλάχιστον κάποιοι άνθρωποι της δικής μας γενιάς, όσο υπάρχουμε ακόμα, θα προσπαθήσουμε να κάνουμε τη δουλειά μας όπως πιστεύουμε ότι πρέπει να γίνεται. Δεν σημαίνει ότι αισθάνομαι ότι είμαι θεματοφύλακας παλιών πραγμάτων, όχι. Αλλά δεν θα ενδώσω προσωπικά σε ένα πράγμα το οποίο δεν πιστεύω, απλά και μόνο επειδή είναι μοντέρνο. Θα πρέπει να το πιστέψω για να μπορώ να το κάνω. Κι όσο αντέξουμε.

Τι σας έφερε στον ΘΟΚ; Γιατί δεχτήκατε μια πρόταση από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου για να σκηνοθετήσετε εδώ;

Δεν είχα δουλέψει ποτέ μου στην Κύπρο. Παλιότερα είχαν γίνει κάποιες νύξεις αλλά ουσιαστικά καμία πρόταση επίσημη. Το έκαναν φέτος, είπα όχι δεν θέλω να κάνω τα έργα τα οποία έχω ξανακάνει. Γενικώς δεν το κάνω αυτό. Αλλά επειδή από τότε που ανέβασα ξανά τον Γενικό Γραμματέα έχουν περάσει 21 χρόνια, αν θέλετε ήταν και ένα δέλεαρ για μένα να δω τι μου λέει σήμερα αυτό το έργο. Ξέρω ότι εδώ υπάρχουν δυνατότητες να ανεβάσεις πάρα πολύ αξιοπρεπείς παραστάσεις. Είναι ένα κρατικό θέατρο, οπότε γιατί να μην έρθω; Τιμή μου ήταν να με καλέσουν.

Αλήθεια, ποια είναι η εικόνα του ΘΟΚ στην Ελλάδα σήμερα;

Και το ‘Τρίτο Στεφάνι’ που παίχτηκε πρόσφατα πήρε καλές κριτικές αλλά γενικώς υπάρχει μια καλή αίσθηση για τον ΘΟΚ. Εμείς αρχίσαμε να βλέπουμε παραστάσεις της Κύπρου αμέσως μετά τη δικτατορία. Θυμάμαι τις «Ικέτιδες» του Νίκου Χαραλάμπους, μια παράσταση που έχει αφήσει εποχή, θυμάμαι τη «Μάνα Κουράγιο» του Ούβε Χάους με τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη που είχε κάνει πάταγο στο Εθνικό. Έχουμε δει πολύ ωραίες παραστάσεις. Και από τον Εύη Γαβριηλίδη, βεβαίως.

 

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

«Ποιος ηλίθιος έχει πει ότι τα γλυκά κάνουν κακό στα δόντια;»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφίες Ελένη Παπαδοπούλου Ο Τάκης Τζαμαργιάς, απόλυτα εξοικειωμένος πια ...

Γιάννης Τουμαζής: Πλώρη για Βενετία

13.3.2011 Συνέντευξη στην Χριστίνα Λάμπρου “Τι είναι λοιπόν Κυπριακή Τέχνη; Μπορούμε να προσδώσουμε μια ...

ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΥΡΑΓΑΝΗ: “Την αλήθεια προσπαθούμε να πούμε με τέχνη”

Με μια ιστορία που αφορά μικρούς και μεγάλους, το ρομαντικό ρωσικό παραμύθι “Ο τυχερός ...

Αλεξάνδρα Παλαιολόγου: «Το θέατρο δεν είναι διδακτικό»

Συνέντευξη στην Κατερίνα Μιχάηλου Δύο αυτοβιογραφικές ιστορίες που σκιαγραφούν τη συγγραφέα-ορόσημο της Ελλάδας της ...

KIRK FLETCHER : “Τα μπλουζ είναι καθαρό συναίσθημα”

Με μια καριέρα που ξεπερνά πια τα 20 χρόνια ο κιθαρίστας Kirk Fletcher (ΗΠΑ) ...

Ο Πικάσσο στο Κυπριακό Μουσείο

Ήταν ήδη 65 ετών ο Πικάσσο όταν ασχολήθηκε επισταμένως με την κεραμική τέχνη, που ...

X