Χάιντζ Ούβε Χάους: η κυπριακή εμπειρία

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως/φωτογραφία: Ελένη Παπαδοπούλου

Ο σκηνοθέτης Χάιντζ Ούβε Χάους αποτελεί δικαιωματικά ένα κεφάλαιο στην ιστορία του κυπριακού θεάτρου. Ο Γερμανός σκηνοθέτης εισήγαγε ουσιαστικά το έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ στο κυπριακό θέατρο, συνεργάστηκε με όλους τους κορυφαίους ηθοποιούς, παρουσίασε σπουδαίες παραγωγές, συμμετείχε στο κυπριακό θέατρο “εν τη γενέσει του”.

Η θρυλική παραγωγή του ΘΟΚ με το έργο του Μπρεχτ “Ο καυκασιανός κύκλος με την κιμωλία” το 1975, η πρώτη με την οποία επαναλειτούργησε ο Θεατρικός Οργανισμός μετά την τουρκική εισβολή, φέρει την υπογραφή του Χάιντζ Ούβε Χάους. Ήταν μια παραγωγή σταθμός στην ιστορία του ΘΟΚ και του κυπριακού θεάτρου: ένα χρόνο μετά την τραγωδία που βίωσε η χώρα, ο Ούβε Χάους μετέφερε το έργο του Μπρεχτ στην κυπριακή πραγματικότητα, αλλάζοντας τον πρόλογο και τοποθετώντας τους αγρότες σε ένα ουτοπικό μέλλον, όπου μιλούσαν για τις συνέπειες του πολέμου στη ζωή τους και για το πώς θα ξανάκτιζαν τα σπίτια τους, οι ίδιοι.

Το όνομα του Ούβε Χάους βρίσκεται σε μια σειρά από επόμενες παραγωγές στον ΘΟΚ: με τα έργα του Μπρεχτ “Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν”, “Μάνα Κουράγιο” και “Αρτούρο Ούι”, του Σαίξπηρ “Με το ίδιο μέτρο” και του Μπόρχερτ “Έξω από την πόρτα”: παραγωγές που κέρδισαν το θεατρόφιλο κοινό της Κύπρου αλλά τοποθέτησαν και τον ΘΟΚ στο διεθνές σκηνικό.

Στα μέσα του περασμένου Νοεμβρίου ο Χάιντζ Ούβε Χάους, που διατηρεί άρρηκτους δεσμούς με την Κύπρο και τους ανθρώπους της, βρέθηκε ξανά στο νησί για ένα πενθήμερο σεμινάριο στον ΘΟΚ. Ευκαιρίας δοθείσης, τον συναντήσαμε για μια συνέντευξη που απαιτούσε κάμποσο σκάψιμο στην Ιστορία. Δεν ήταν δύσκολο. Μια ώρα πριν από τη συνάντησή μας στην παλιά Λευκωσία, ο σκηνοθέτης είχε ξεναγηθεί από τον Γιάννη Τουμαζή στην έκθεση του εικαστικού Γκλυν Χιουζ που παρουσιάζεται στο Κέντρο Τεχνών Λευκωσίας. Ο Γερμανός σκηνοθέτης συνεργάστηκε με τον Γκλυν Χιουζ σε μια σειρά από παραστάσεις όπου ο δεύτερος έφτιαχνε τα κοστούμια και τα σκηνικά: στην “Άνοδο του Αρτούρο Ούι”, στη “Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της”, στον “Καλό Άνθρωπο του Σετσουάν”, στο σαιξπηρικό “Με το ίδιο μέτρο”.

Και έτσι ξεκίνησε η αφήγηση:

«Ο Γκλυν Χιουζ είναι η περίπτωση του καλλιτέχνη που μπορείς να δεις να αντανακλάται στη δουλειά του η εξέλιξη της Κύπρου. Κι αυτό γιατί όσο κι αν αγαπούσαν πολλοί τη δουλειά του και τον αισθάνονταν δικό τους άνθρωπο, ο Γκλυν αντιμετώπισε και την απόρριψη και την άγνοια. Η κοινή βλακεία ήταν διάχυτη στην Κύπρο όπως και σε άλλα μέρη της Ευρώπης. Κι αυτό ήταν αρκετά οδυνηρό για τον ίδιο, γιατί αγαπούσε πολύ αυτή τη χώρα. Οι άνθρωποι που γνώρισε εδώ ήταν πολύ διαφορετικοί, νοιαζόταν για τους χωρικούς, για τα χρώματα, τις ελιές, τα δέντρα. Βήμα-βήμα, λοιπόν, έφτανε η αναγνώριση και το νησί είναι μάλλον ευλογημένο που έχει έναν καλλιτέχνη όπως ο Γκλυν. Η ιστορία ξαναγραφόταν και η έκθεση αυτή είναι σπουδαία. Τιμά και δικαιώνει και δείχνει κατανόηση για τη δουλειά του Γκλυν αλλά παράλληλα παρουσιάζει τις βαθιές αλλαγές στην κυπριακή κοινωνία. […] Και βεβαίως η έκθεση περιλαμβάνει σκηνικά και κοστούμια από τις κοινές μας συνεργασίες. Ο Γκλυν Χιουζ χρησιμοποιούσε τη μέθοδο που χρησιμοποιούσα κι εγώ, που δεν ήταν άλλη απ’ το να εμπλέξουμε κόσμο σε ό,τι κάναμε.

***

Η Κύπρος είχε πολιτιστικές ανταλλαγές με άλλες χώρες και δη του ανατολικού μπλοκ. Εγώ προέρχομαι από την Ανατολική Γερμανία. Η πολιτική του Μακαρίου ήταν αρκετά έξυπνη τότε μ’ αυτά. Ήρθα λοιπόν σαν φτηνό εργατικό προσωπικό. Αλλά επέλεξα να αποδεχτώ αυτό το γεγονός [κι αυτή είναι η διαφορά του τότε με το σήμερα και γι’ αυτό είμαι κριτικός απέναντι στους διανοούμενους που αναμένουν ότι ταξιδεύοντας σε μια άλλη χώρα θα έχουν τα ίδια προνόμια. Όχι, θα πρέπει να τα κερδίσουν. Θεωρώ ότι είναι πολύ φυσιολογικό κάποιος που ταξιδεύει σε έναν άλλο πολιτισμό να εργάζεται διπλά και τριπλά από έναν τόπακα για να πετύχει, γιατί είναι για το δικό του καλό].

***

Το 1975 ήταν όλα άδεια εδώ. Έμενα στο ξενοδοχείο Άστυ με έναν Αρμένιο και κατά διαστήματα με το επιτελείο της British Airways. Αυτοί μόνο, ειδάλλως το ξενοδοχείο θα ήταν εντελώς άδειο. Αυτό ήταν από τις 27 Αυγούστου 1975 μέχρι την άνοιξη 1976. Όλα, όμως, τότε γίνονταν από την αρχή. Μπορούσα να κάθομαι με τον υπουργό Παιδείας στον κήπο του και να φροντίζουμε τα λουλούδια. Κάποια στιγμή καθόμουν και με τον υπουργό Εξωτερικών που τότε ήταν ο Σπύρος Κυπριανού. Ήταν λοιπόν ενδιαφέρον πως συνδιαλεγόμουν με αυτούς τους ανθρώπους και αυτό έκανε ακόμη πιο σταθερή την πεποίθησή μου ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει κάποια πράγματα. Και βέβαια γίνονταν όλα με έναν απομονωμένο τρόπο: Γνώρισα ριζοσπαστικούς Αριστερούς που ήταν και ποπ σταρ της Αριστεράς! Γνώρισα ένα μέλος της ΕΟΚΑ Β’ που ήταν και καταπληκτικός ιερέας. Όλα αυτά ήταν σημαντικές αντιφάσεις για μένα. Η Κύπρος ήταν ένα μυθολογικό παρελθόν όπου επικρατούσε η αταξία, η γελοιότητα, η ουτοπία, το όραμα, η σκληρότητα, η ανοιχτοσύνη μαζί! Βίωσα τόσο ωραίες αντιφάσεις από ανθρώπους που έγραψαν ιστορία: ήμουν παρών στον γάμο της Μόνικας Βασιλείου με τον Μάριο Τεμπριώτη όπου τους πάντρεψε στο εκκλησάκι ο Μακάριος. Και μιλούσε με τόση χάρη ο Μακάριος, με τέτοια ανοιχτοσύνη. Αυτό ήταν προτού καταλάβω πως είναι ένας άριστος επιχειρηματίας!

***

Λοιπόν, βρέθηκα στην Κύπρο ως πολιτιστικός attache και υπήρχε μια θέση κενή στον ΘΟΚ. Ήταν τεράστια πρόκληση για μένα σαν νέος σκηνοθέτης να νιώθω πως ό,τι κάνω έχει αντίκτυπο και να βρεθώ σε καταστάσεις που δεν περίμενα ποτέ πως θα βρεθώ και πως μπορούσα να εργάζομαι με καλλιτέχνες με διαφορετικές ιδεολογικές πεποιθήσεις. Συχνά υπήρχαν έντονοι καβγάδες στις πρόβες κι εγώ μετέτρεπα τις θέσεις του καθενός σε υλικό για το θέατρο. Τότε κάναμε το κείμενο “Με το ίδιο μέτρο” και ο ΘΟΚ για πρώτη φορά ταξίδεψε στο εξωτερικό όπου συμμετείχαμε στο Φεστιβάλ Σαίξπηρ.

***

Εδώ, στην παλιά Λευκωσία, βλέπω με πόνο την Κύπρο να εξαφανίζεται από το νησί. Δεν είναι μόνο αντίδραση στα σύγχρονα προβλήματα ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου. Κι η Ευρώπη εξαφανίστηκε και καταρρέει σαν πολιτιστική οντότητα. Τι σημαίνει όμως αυτό; Μου έρχονται στο μυαλό πηγαίνοντας στην οδό Λήδρας οι πολλές φορές που την περπάτησα όταν ήταν ακόμη δρόμος διέλευσης οχημάτων. Όλα ήταν φτωχικά αλλά και φυσικά/καθαρά. Μπορούσες πολύ εύκολα να αντιληφθείς μια πολύ συγκεκριμένη πολιτιστική, εθνολογική εικόνα και αυτό αντιμετώπισα μετά την τουρκική εισβολή.

***

Το ίδιο το θέατρο έγινε το επίκεντρο της αναζήτησης μιας πολιτιστικής-κοινωνικής ταυτότητας τότε. Όταν κάναμε τον “Καυκασιανό Κύκλο με την Κιμωλία” αλλάξαμε τον πρόλογο και τον τοποθετήσαμε σε ένα μέλλον χωρίς νότια και βόρεια Κύπρο. Όταν η εισβολή ήταν ήδη παρελθόν. Έτσι οι θεατές βρέθηκαν αντιμέτωποι με ερωτήματα σχετικά με ακριβώς αυτό το “μετά”. Και πώς το πετύχαμε; Στην παράσταση συμμετείχε ένας λαϊκός τραγουδιστής σαν πρόσφυγας από τον βορρά, δεν θυμάμαι τ’ όνομά του (σ.σ. αναφέρεται στον Χριστοφή Τζιρτζιπή), που τραγουδούσε κι αυτό το τραγούδι μιλούσε στο υποσυνείδητο του κόσμου με τις πρόσφατες πληγές. Όμως ήδη είχαν έρθει αντιμέτωποι με το ερώτημα ‘σε ποιον ανήκει η γη;’, ‘ποιος την φροντίζει καλύτερα;’.

***

Ο Μπρεχτ βρήκε στην Κύπρο ένα ‘σπίτι’ όπου η αισιοδοξία του δεν είχε παρεξηγηθεί όπως στη Δύση σαν τεχνική ή προπαγάνδα. Δεν ήταν απλά μια τεχνική. Και οπωσδήποτε δεν ήταν προπαγάνδα, κι ας την πουλούσαν ως τέτοια οι κομουνιστές.

***

Το θέατρο τότε ήταν το επίκεντρο των τεχνών: έρχονταν στο θέατρο οι γλύπτες, οι καλλιτέχνες, ο Νίκος Κουρούσιης, ο Χριστόφορος Σάββα. Τότε, για να καταλάβετε, η μόνη ορχήστρα που υπήρχε ήταν η ορχήστρα της Αστυνομίας. Και ο Γιώργος Κοτσώνης χρησιμοποίησε μουσικούς από αυτή την ορχήστρα για τη μουσική της παράστασης (του “Καυκασιανού Κύκλου”). Πώς μετατρέπεις την ευρωπαϊκή μουσική σε επική; Ο Κοτσώνης μπορούσε να το κάνει γιατί σπούδασε ευρωπαϊκή μουσική αλλά ήταν τόσο “Έλληνας”, που μπορούσε να δημιουργήσει ένα κολάζ μουσικής και ακουγόταν διαφορετικό από τα γνωστά του κομμάτια. Ήταν λοιπόν και κυπριακή και “ξένη” μουσική. Έγινε έτσι μια κυπριακή υπόθεση η παράσταση. Όμως έγινε κυπριακή γιατί πήγα στα χωράφια και βρήκα τυχαία ένα καρότσι σε τόσο άσχημη κατάσταση που κανένας γεωργός δεν θα το χρησιμοποιούσε πια. Και το φέραμε στη σκηνή χτίζοντας μάλιστα πάνω του και δίνοντας μια κυπριακή εικόνα. Έτσι το έργο έγινε μια κυπριακή ιστορία αλλά και η γνωστή κριτική ιστορία που είχε κατά νουν ο Μπρεχτ. Στη μέση αυτής της τραγωδίας που ζούσε η Κύπρος, ενώ οι άνθρωποι διαμαρτύρονταν για τους νεκρούς και τους αγνοούμενούς τους, λέγαμε σε αυτούς τους ανθρώπους πως οι ίδιοι είναι τα παιδιά-κουράγιο, ότι οι ίδιοι μπορούν να βοηθήσουν τους εαυτούς τους. Αυτό το είδος προοδευτικού θεάτρου, φιλοδοξίας, εμπλοκής με το κοινό συνέβη τότε και αυτή ήταν η επιτυχία της παραγωγής. Δεν ήταν απλά ένα άλλο είδος θεάτρου. Ήταν και εικαστικά διαφορετικό, ήταν και ένας διαφορετικός τρόπος εργασίας για τους ηθοποιούς. Μια περίοδος πολύ δύσκολων πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών και ανθρωπιστικών συνθηκών που ήταν μια αφύπνιση όπου το κοινό μπορούσε να έχει την εμπειρία ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν.

***

Ακόμη και σήμερα, δεν πρέπει να ενδίδουμε. Πρέπει να ασκούμε πίεση στους εκπροσώπους μας να μας ακούνε, είναι πολύ δύσκολο γιατί υπάρχει αυτή η πολιτική ορθότητα αλλά μέχρι πόσο να αντέξει κανείς; Ο Μπρεχτ λέει αυτό ακριβώς: μπορείς να πάρεις τα πράγματα στα χέρια σου. Δεν μπορούμε να λέμε ότι τίποτα δεν αλλάζει. Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι αλλαγές έρχονται αργά και σε μικρές δόσεις. Όμως οφείλουμε συνεχώς, σαν κινητήρια δύναμη, να πιστεύουμε πως μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα. Υπάρχουν πολλά για να απογοητευόμαστε, και υπάρχει και απελπισία, αλλά αν ενδώσουμε σε αυτό, τι μας απομένει;

***

Είμαι ευγνώμων στους ανθρώπους που κυβερνούσαν τότε την Κύπρο αλλά και στον Παναγιώτη Σέργη (σ.σ. διατελούσε τότε διευθυντής της Μορφωτικής Υπηρεσίας) γιατί με κράτησαν εδώ. Έρχονταν σκηνοθέτες από τη Ρωσία, την Αγγλία και τη Γερμανία αλλά δεν ήταν τόσο πετυχημένοι όσο εγώ κι ένας Αμερικανός. Κι αυτό γιατί εμείς αποδεχτήκαμε πλήρως τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρισκόμασταν αλλά παράλληλα απαιτούσαμε τη δέσμευση των συνεργατών μας.

***

Βασιζόμουν σε απόλυτο βαθμό στη Δέσποινα (Μπεμπεδέλη), στον Στέλιο (Καυκαρίδη), στην Τζένη (Γαϊτανοπούλου), στον (Ανδρέα) Μούστρα, ξεχνάω άλλα ονόματα. Για μένα δεν ήταν θέμα αν είναι γνωστοί ή όχι. Δεν μπορώ να μην συμπαθώ τους ανθρώπους με τους οποίους εργάζομαι. Μ’ αρέσουν ανιδιοτελώς (αποφεύγω να πω τους αγαπώ) γιατί μόνο με ανοιχτοσύνη μπορείς να δημιουργήσεις μια ατμόσφαιρα όπου ο κόσμος ρισκάρει. Όταν εστιάζεις στην αφήγηση, όταν κάνεις Σαίξπηρ ή Μπρεχτ, επικεντρώνεσαι σε κάτι άλλο πέρα από τον εαυτό σου. Για τους ηθοποιούς είναι πολύ σημαντικό και δύσκολο να δοκιμαστούν.

***

Είδα και την παράσταση “Το Σπίτι” που παρουσιάστηκε στον ΘΟΚ από το Τουρκοκυπριακό Δημοτικό Θέατρο και έθετε αυτό το ερώτημα: “Σε ποιον ανήκει αυτό το σπίτι”; Το απευθύναμε το 1975 στον πρόλογο του “Καυκασιανού Κύκλου με την Κιμωλία”. Τότε είχαμε το θάρρος να το απευθύνουμε. Χρειάστηκε να σταματήσουμε κάποιες παραστάσεις, ξέρετε, εξαιτίας διαμαρτυριών έξω από την αμερικανική πρεσβεία. Με αυτή την παράσταση όμως είχαμε περισσότερους θεατές απ’ όσους είχε στα τέσσερα χρόνια λειτουργίας του μέχρι τότε ο ΘΟΚ! Και δεν είχε να κάνει με μένα. Είχε να κάνει με την ιστορική στιγμή και με το γεγονός ότι ένα θεατρικό έργο μπορεί να κάνει τη διαφορά. Κι απ’ εδώ απορρέει η αισιοδοξία μου. Δεν το υπερεκτιμώ. Όμως η φλόγα της ελπίδας δεν έχει σβήσει, εξακολουθεί να ανάβει.»

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

  • Show Comments

You May Also Like

Μίμης Σοφοκλέους: Γιατί οι Λεμεσιανοί είναι «έξω καρδιά»

Γιατί οι αποβάθρες επηρέασαν τη Λεμεσό και την υπόλοιπη Κύπρο; Κι ακόμη ένας γυμναστικός ...

Πανίκος και Έλλη Παιονίδη: Οικοδεσπότες σε συνεστίαση προσωπικοτήτων

Συνέντευξη στην Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία ©Ελένη Παπαδοπούλου  Ο Ρίτσος κοιμάται στον καναπέ τους, ο ...

Άρης Μαραγκόπουλος: «Να επανεφεύρουμε την έννοια του ανθρωπισμού»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως, Φεβρουάριος 2013 Έχει χαρακτηριστεί ως το καλύτερο μυθιστόρημα του Άρη ...

Νάταλη Νεοφύτου & Nihat Agdac : Να φέρουμε κοντά μουσικούς και κοινό

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου Γνωρίστηκαν στην Κύπρο, σπούδασαν στο Λονδίνο ...

Γιώργος Καλούδης

Συνέντευξη στον Πέτρο Λαζάρου, «Στο 2ο Loop Festival στη Λευκωσία θα παρουσιάσω μουσική μου ...

Δημοκρατία στην τέχνη, τέχνη στη δημοκρατία

Το «Respublika!», μια σειρά εκδηλώσεων της οποίας το όνομα παίζει με τη λατινική ετυμολογία ...

X