Αστέρω – Μέρος 1ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου

Ο παπάς της Αστέρως έκνισε απορημένος το κάτω μέρος της τζοιλιάς του. Τίτσιρος τζαι νυσταμένος εστέκετουν μπροστά που το αρμάριν με ανοιχτήν την πόρταν. Εσήκωσεν μια στοίβαν που φανέλλες τζαι εκοίταξεν που κάτω. Μετά, επαραμέρησεν έναν άσπρον φόρεμαν με κότσινες τζαι μαύρες βούλλες τζαι το πρόσωπον της Μίνι μπροστά. Εκοίταξεν πίσω που το φόρεμαν τζαι βαριεστημένα είπεν.

– Αστέρω μου. Δεν έσιει τίποτε μέσα στο αρμάρι σου, αγάπη μου.

Η Αστέρω, ένα κοριτσάκι έξι χρονών με μακριά καστανά μαλλιά σαν τα κύμματα της θάλασσας τζαι φαντασία μεγαλύτερη από οποιαδήποτε θάλασσαν, ήταν σίουρη ότι άκουσε έναν θόρυβον που το ερμάριν. Ο παπάς της έκλεισεν το ερμάριν τζαι εγύρισεν προς το μέρος της. Εχαΐδεψεν διστακτικά όσα μαλλιά του είχαν απομείνει στην κκελλέν του τζαι άνοιξεν το στόμαν του. Το χασμουρητόν του ήταν τόσον παρατεταμένον αλλά τζαι το στόμαν του τόσον ανοιχτόν, που η Αστέρω για μιαν στιγμήν ενόμισεν πως ο παπάς της εννά καταπκιεί το σιέριν του.

– Είσαι σίουρος, παπά; Κοίταξε τζαι κάτω που το κρεβάτιν. Σε παρακαλώ…, είπεν η Αστέρω τζαι έσφιξεν στην αγκαλιάν της έναν μιτσήν λούτρινον πιγκουίνον, που εσυνήθιζεν να κοιμάται μαζίν του τες νύχτες.

Με απελπιστικά αργές κινήσεις, ο παπάς της Αστέρως εγονάτισεν δίπλα που το κρεβάτιν. Εσήκωσεν τα σεντόνια τζαι έκαμεν πως κοιτάζει που κάτω. Τα δάκτυλα της Αστέρως ετρίφαν δυνατά τζαι ρυθμικά την υφασμάτινην ουράν πιγκουίνου, περιμένοντας την μαυριδερήν κκελλέν του παπά της να φανεί ξανά πίσω που την άκρην του κρεβαθκιού.

– Ούτε κάτω που το κρεβάτιν έσιει κάτι.

Εσηκώθηκεν αγκομαχώντας. Συνεχίζοντας να κνίθει την τζοιλιάν του, τον ώμον του τζαι διάφορα άλλα μέρη του σώματός του, επροχώρησεν προς την πόρταν του δωματίου. Η Αστέρω δεν εκαταλάβαινεν γιατί ο παπάς της κνίθεται κάθε φορά που τον ξυπνά την νύχταν.

Μιαν φοράν που ερώτησεν την μάμμα της, απάντησεν: «Μπορεί να ζει καμιά φυλή που μικρά πλασματούθκια στην μεριάν του κρεβαθκιού του παπά σου. Ίσως η τζοιλιά του να έν’ κάτι σαν το εξοχικόν τους τζαι την ώραν που τζοιμάται ο παπάς να ταξιδεύκουν σε ούλλον του το κορμίν για να παν τζειαμαί να ξεκουραστούν».

Η θεωρία της μάμμας της όμως εν έστεκεν, αφού άμμα έππεφτεν η Αστέρω στην πλευράν του παπά της ποττέ δεν την έπκιασεν η φαγούρα. Συν τοις άλλοις, όποτε επροσπάθησεν να δει τούτην την φυλήν με τον φακόν που της έκαμεν δώρον η θεία της στην γιορτήν της, δεν εκατάφερεν να ανακαλύψει τίποτε.

– Παπά, παπά. Μεν φεύκεις, έλα να σου πω!, είπεν η Αστέρω με φανερήν την έντασην τζαι την ανησυχίαν στην φωνήν της. Ο παπάς της επλησίασεν τζαι έκατσεν δίπλα της στο κρεβάτιν. Η Αστέρω ετύλιξεν τα σιέρκα της γυρών που τον λαιμόν του τζαι εκόλλησεν πάνω του σαν το χταπόδιν που κολλά πάνω στον βράχον για να μεν το πάρει το κύμμαν.

– Παπά, φοούμαι, εψιθύρισεν σιγανά στο αφτίν του τζαι οι λέξεις της ετρέμαν σαν χορδές.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Το τέρτιν της Νίκης (μέρος 8ο)

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Επεράσαν τρεις εφτομάδες που την ημέρα που ο Αντώνης έταξε ...

Μάππα

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Εμεγάλωσα σε ένα σπίτι Ομονοιάτικο. Ο παπάς μου έσιει τέσσερα ...

Δημήτρη

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Εν πιστεύκω ότι για την κατάντια του τόπου φταίει ένας ...

Οι ξένοι του χωρκού

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Στην πανέμορφη πλατεία του Παλαιχωρκού οι γέρικοι πλάτανοι κάμνουν σκιά ...

Το σακουλάκι

Περιμένω σειρά στον φούρνο. Μπροστά μου ένας κύριος. Φαλακρός, φρεσκοξυρισμένος, φορεί πουκάτω μια φόρμα ...

Δουλειά

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Eμπήκε στο δωμάτιο συνεδριάσεων λλίο μετά ‘που τζ’είνον. Έκλεισεν την ...

X