«Πέρσες» του Άρη Μπινιάρη: Αρχαία τραγωδία σε διάλογο με το σήμερα

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου

Ο Άρης Μπινιάρης θα σκηνοθετήσει την καλοκαιρινή παραγωγή του ΘΟΚ με την τραγωδία «Πέρσες»: ποιος είναι και ποια είναι η σκηνοθετική του προσέγγιση, εξηγεί ο ίδιος στη συνέντευξη που ακολουθεί

Ο Άρης Μπινιάρης είναι ένας νέος σκηνοθέτης και ανερχόμενο ταλέντο στη θεατρική Αθήνα απ’ όταν πρωτοπαρουσίασε το «Θείο Τραγί» τον χειμώνα του 2011 στο Bios. Ακολούθησε «Το 21», ένα ροκ ορατόριο με θέμα την Ελληνική Επανάσταση του 1821, το οποίο παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2015. Σε αμφότερες τις εν λόγω παραγωγές, ο Άρης Μπινιάρης παρουσίασε μια θεατρική παράσταση με έναν ηθοποιό (τον ίδιο) και δύο μουσικούς επί σκηνής. Προηγουμένως είχε δουλέψει πάνω στις τραγωδίες «Αντιγόνη» (2007) και «Βάκχες» (2010) σε μικρής φόρμας παραγωγές βασισμένες στην αρχαία μετρική και τη μουσικότητα του ποιητικού λόγου.

Σήμερα ο Άρης Μπινιάρης προσκλήθηκε να παρουσιάσει στον ΘΟΚ την καλοκαιρινή παραγωγή του οργανισμού με την τραγωδία «Πέρσες». Πρόκειται για την πρώτη μεγάλη παραγωγή με την οποία καταπιάνεται και την πρώτη του σκηνοθετική δουλειά η οποία θα παρουσιαστεί στην Επίδαυρο. Η εν λόγω παραγωγή σηματοδοτεί, επίσης, την επιστροφή του ΘΟΚ στο αρχαίο θέατρο της Αργολίδας ύστερα από τέσσερα χρόνια (με εξαίρεση την περσινή «Αντιγόνη» όπου ο ΘΟΚ παρουσιάστηκε ως μέρος συμπαραγωγής με το Εθνικό Θέατρο Ελλάδας και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας).

Οι «Πέρσες» ήταν αρχικά μια πρόταση του ίδιου του Άρη Μπινιάρη προς το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Η πρόταση μεταφέρθηκε στον ΘΟΚ από το φεστιβάλ. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Άρης Μπινιάρης εξηγεί την -πολύ ενδιαφέρουσα- πρότασή του και διαμορφώνει μια εικόνα σχετικά με το τι να περιμένουμε το ερχόμενο καλοκαίρι.

Διευκρινίστε μας λίγο: αυτό που κάνετε είναι μουσική ή θέατρο; Ή κάποιο νέο είδος παραστάσεων που συνδυάζει και τα δύο με μοναδικό τρόπο;

Είναι θέατρο 100% που συνδυάζει τη μουσική με μοναδικό τρόπο. Στην ουσία, αντλώ από το θέατρο τη μουσική του εκδοχή. Είναι όμως θέατρο 100%, εύληπτο, κατανοητό, απολαυστικό, θέαμα και ακρόαμα ταυτόχρονα όπου ο θεατής έχει τη δυνατότητα να ακούσει την ιστορία και να την κατανοήσει  -δεν κάνουμε κάτι δυσνόητο ή πειραματικό. Εν τέλει είναι θέατρο λόγου όπου ο θεατής έχει τη δυνατότητα αφενός να καταλάβει την ιστορία οπότε εκεί μάς βοηθάει η θεατρικότητα, αφετέρου να το καταλάβει με έναν τρόπο απολαυστικό και η μουσική προσφέρεται ως επί το πλείστον για κάτι τέτοιο. Αυτό μπορεί να γίνει μέσω του μουσικού παλμού. Όπως στις συναυλίες η μουσική έχει τη δυνατότητα να αναβαπτίζει τον θεατρικό λόγο, να τον καθαρίζει από τις φιοριτούρες και τα στολίδια της καθημερινότητας και από την κακή χρήση που έχει υποστεί και να μας τον προσφέρει αναβαπτισμένο και αποκαθαρμένο από όλα αυτά, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να ακούσουμε ξανά λέξεις τις οποίες έχουμε συνηθίσει να τις ακούμε φθαρμένες, να τις ακούμε και να αναδεικνύεται έτσι η ποιητικότητά τους που είναι και το ζητούμενο.

Οι «Πέρσες» τι προσέγγιση σκηνοθετική θα έχουν από μέρους σας; Θα υπάρχει αυτή η μουσικότητα που περιγράψατε και που σας ανέδειξε σαν σκηνοθέτη;

Ναι. Βέβαια με ένα σύνολο ηθοποιών. Αξίζει να αναφέρουμε εδώ την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη που θα πρωταγωνιστήσει στον ρόλο της Άτοσσας και τον Νίκο Ψαρρά στον ρόλο του Δαρείου. Η προσέγγιση πάλι θα είναι με άξονα τη μουσικότητα των κειμένων αυτών. Κείμενα τα οποία στην απαρχή και το ξεκίνημά τους ούτως ή άλλως ήταν πρωτίστως μουσικά. Αυτό συνέβαινε στην αρχαία τραγωδία. Εμείς δεν το κάνουμε αυτό, επειδή πάμε να αποτυπώσουμε το πώς ήταν τότε. Δεν μας ενδιαφέρει αυτό αυτήν τη στιγμή, αλλά αντλούμε στοιχεία που μπορούν να μας βοηθήσουν: η μουσικότητα, ο ρυθμός, οι εναλλαγές των ρυθμών, το πώς μελωδίες και ρυθμοί κατά τη διάρκεια του έργου αλλάζουν με βάση και το ίδιο το νόημα. Και το κατά πόσον το ίδιο το νόημα του έργου μπορεί να επηρεάσει τη μουσική. Τέτοια κείμενα ως επί το πλείστον ήταν γραμμένα εκ των προτέρων σε παρτιτούρες, δηλαδή ο Αισχύλος τα έγραφε σε ιδιότυπες παρτιτούρες των καιρών του. Συγκεκριμένα τα χόρευε και τα έγραφε. Όλα αυτά ήταν τραγουδίσματα στην ουσία, εξ ου και το όνομα: τραγωδία. Εμείς παίρνουμε τέτοια στοιχεία και τα μεταφέρουμε στο σήμερα σε μια συζήτηση και μια συνδιαλλαγή με σύγχρονα μέσα είτε της σκηνογραφίας ή ηχητικά. Θα είναι μια παράσταση 100% στο σήμερα. Δεν θα αναπαράγουμε μια φόρμα. Παίρνουμε απλώς τις δυναμικές από εκεί. Το θέατρο ήταν μουσικό. Ο άλλος καταλάβαινε το νόημα, αλλά ταυτόχρονα αισθανόταν τη δόνηση από τον παλμό του λόγου.

Στις ακροάσεις που έγιναν στην Κύπρο ζητήσατε από τους υποψήφιους να γνωρίζουν το κυπριακό τραγούδι «Τέσσερα τζ’αι τέσσερα». Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη σκέψη σχετικά μ’ αυτό;

Δεν αποτελεί αισθητικό κομμάτι της παράστασης το τραγούδι. Σκέφτηκα καθαρά πρακτικά. Είναι ένα τραγούδι που το ξέρουν ήδη οι Κύπριοι και εύκολα μπορούν να το μάθουν οι Ελλαδίτες.

Θα υπάρχει η κυπριακή διάλεκτος στο έργο;

Όχι. Η μουσικότητα του λόγου στην Κύπρο, ευτυχώς και στα νέα κυπριακά, τουλάχιστον στο δικό μου αφτί είναι παρούσα. Σε αντίθεση με την Ελλάδα όπου ακούς ντοπιολαλιές, αλλά όχι τη μουσικότητα του λόγου. Εδώ είναι πιο εμφανές και πιο δυνατό αυτό το στοιχείο. Οπότε αυτό που με ευχαριστεί και που έχω πια μια πολύ όμορφη αίσθηση είναι ότι θα υπάρχει μια εύκολη συνομιλία με βάση τη μουσικότητα του λόγου. Το κείμενο δεν θα είναι στην κυπριακή διάλεκτο, όχι, θα είναι στη νέα ελληνική, θα είναι ο ποιητικός λόγος του μεταφραστή, αλλά η μουσικότητα του λόγου θα βοηθήσει γιατί οι Κύπριοι την έχουν ακόμα.

Θα συνεργαστείτε με άλλους μουσικούς;

Θέλω η μουσική να βγει από τον θίασο με στόχο να παρουσιάσουμε μια πολύ όμορφη, δυνατή παράσταση. Ο στόχος είναι αυτός. Να φτιάξουμε μια παράσταση που θα είναι κατανοητή, αλλά ταυτόχρονα και απολαυστική με έναν σύγχρονο τρόπο. Που θα ενεργοποιεί περισσότερες αισθήσεις από αυτή μιας εγκεφαλικής κατανόησης, μιας στείρας κατανόησης του μύθου. Επίσης δεν θα έχει ένα συγκεκριμένο target group. Είναι ένα χαρακτηριστικό που το έχουν όλες μου οι δουλειές μέχρι τώρα, ευτυχώς. Είναι και συνειδητός στόχος και το έχω δει να πετυχαίνει. Το κοινό που παρακολουθεί τις παραστάσεις είναι ανεξαρτήτου ηλικίας, φύλου, τάξης και ιδεολογικής προτίμησης.

Εννοείτε αισθητικής ή συνειδητά ιδεολογικής προτίμησης;

Και αισθητικής. Όμως μέσα από τις παραστάσεις μου, έχω μια θέση, όπως κάθε καλλιτέχνης. Αυτό που έχω δει και μέσα από το «Θείο Τραγί» και μέσα από «Το 21» -που επειδή έχει να κάνει με την Ιστορία ήταν και μια ευαίσθητη περιοχή- είδα ότι αυτό που πετύχαμε ήταν να αναδείξουμε το σύμβολο. Να μιλήσουμε για την ελευθερία και τις πανανθρώπινες αξίες πια. Ήταν και δικό μου ζητούμενο αυτό και είδα ότι πέτυχε. Το ετερόκλητο κοινό το επιβεβαίωσε. Έχει σημασία και για τους «Πέρσες» γιατί πάλι θα αναδείξουμε τις αξίες της ελευθερίας και της δημοκρατίας και τη σχέση που αντιπαραβάλλει ο Αισχύλος μεταξύ του ελεύθερου ανθρώπου και του ανθρώπου ο οποίος λειτουργεί διά της επιβολής της δύναμης του πλούτου. Θέλουμε να αναδειχθεί ο πανανθρώπινος και πάντα επίκαιρος χαρακτήρας της τραγωδίας.

Νιώθετε σαν βάρος τις προσδοκίες για αυτήν την παράσταση; Του ΘΟΚ, της επιστροφής στην Επίδαυρο…

Αντιλαμβάνομαι το μέγεθος της ευθύνης, στο πλαίσιο της δημιουργικής αγωνίας. Είναι σημαντικό ότι ο ΘΟΚ επιστρέφει στην Επίδαυρο. Αισθάνομαι τη δημιουργική αγωνία που μπορεί να υπάρχει, πάντα σε λογικό πλαίσιο: τόση ώστε να μπορέσουμε να τη μεταστοιχειώσουμε σε δράση και ταχύτητα. Είναι καλό που υπάρχει στον βαθμό που μας ενεργοποιεί.

Πώς σας προσέγγισε ο ΘΟΚ για αυτήν την παραγωγή;

Είχα κάνει εγώ την πρόταση στο Φεστιβάλ Αθηνών και ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος (καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ) πρότεινε τη συνεργασία. Είναι μεγάλη χαρά για μένα.

Οι Καραμπέτη – Ψαρράς ήταν εξαρχής στη σκέψη σας;

Ναι. Έχουν παρακολουθήσει τις δουλειές μου και είναι αμφότεροι εξαιρετικοί ηθοποιοί. Τους εκτιμώ όχι μόνο για το ταλέντο τους, αλλά και για την εργατικότητα και τη συνέπειά τους, για το ήθος τους. Είναι επίσης δύο ηθοποιοί που προσωπικά πιστεύω ότι ταιριάζουν με αυτήν τη μουσικοθεατρική προσέγγιση που θέλω να κάνω. Απ’ εκεί και έπειτα είναι μια δουλειά όπου θα θέλαμε να δούμε νέα πρόσωπα, νέους ανθρώπους. Θα είναι μια παράσταση στην οποία το κοινό θα απολαύσει το κείμενο με έναν τρόπο πρωτότυπο, πολύ δυνατό και εξωστρεφή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

  • Show Comments

You May Also Like

A Hawk and a Hacksaw

O Jeremy Barnes από το αμερικανικό ντουέτο “A Hawk and a Hacksaw”, που θα ...

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ: Αναζητώντας τον «ανύπαρκτο» χρόνο

Συνέντευξη στην Μαρίνα Σχίζα / Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου «Υπάρχει χρόνος;». Αυτό και πολλά συναφή ...

«Ο Βαφτιστικός», αλλιώς

Τον «Βαφτιστικό», μια από τις πλέον γνωστές οπερέτες της ελληνικής σκηνής που το 2018 ...

Amen II: Αντίο επί σκηνής

Συνέντευξη στην Κατερίνα Μιχάηλου Μία προσωπική ανάγκη να αντιμετωπίσει κάθε είδος αποχαιρετισμού, οδήγησε τον ...

Ελένη Γλ. Αρβελέρ: «Πόδια στέρεα στη γη, μάτια στον ουρανό»

Συνέντευξη στην Αργυρώ Αγγελίδη | ΚΥΠΕ Προσωπικότητα που ακτινοβολεί, με έντονο ταμπεραμέντο και τον ...

Συνάντηση με τον Reno Wideson

Γράφει η Ελένη Παπαδοπούλου Τα πλαστικά τρίγωνα σημαιάκια με το σύμβολο του ΗΒ στους ...

X