ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ: «Θα μπορούσα να εγκαταλείψω τη μουσική για το θέατρο»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφίες Παύλος Βρυωνίδης

«Είναι το πρώτο βραβείο που παίρνω για το θέατρο, κι είπα ‘κάποιος αναγνωρίζει ότι ασχολούμαι με τα θέατρα και αυτούς τους σχιζοφρενείς καλλιτέχνες’». Ακολουθεί μια απολαυστική κουβέντα με τον μουσικοσυνθέτη Μιχάλη Χριστοδουλίδη.

Το βράδυ της τελετής απονομής των Βραβείων Θεάτρου Κύπρου, ο μουσικοσυνθέτης Μιχάλης Χριστοδουλίδης παρέλαβε το Μεγάλο Βραβείο Θεάτρου για τη συνολική προσφορά του στη θεατρική τέχνη. Έντυσε με τη μουσική του δεκάδες θεατρικές παραγωγές, από τη Γαλλία στην Ελλάδα και στην Κύπρο, συνεργαζόμενος με μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του θεάτρου.

«Είναι μεγάλη συγκίνηση γιατί όσα βραβεία και αν πάρεις, αν δεν το πάρεις τελικά απ’ την πατρίδα σου, όλα τα άλλα δεν έχουν σημασία», ανέφερε παραλαμβάνοντας το βραβείο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης ζει εδώ και πολλά χρόνια στην Ελλάδα. Θα επέστρεφε αλλά η Κύπρος είναι πολύ ακριβή. Συναντηθήκαμε στη Λεμεσό, όπου βρέθηκαν πρόσφυγες από την Αμμόχωστο οι γονείς του, μετά την τουρκική εισβολή.

 

Παραλαμβάνοντας το Μεγάλο Βραβείο Θεάτρου, είπατε ότι όσα βραβεία και αν πάρει κανείς, αν δεν το πάρει τελικά απ’ την πατρίδα του, όλα τα άλλα δεν έχουν σημασία.

Ναι, μοιάζει με την αναγνώριση του γονιού απέναντι στα παιδιά του. Έχει αυτή τη βαρύτητα. Το θέμα είναι ότι το θέατρο είναι η άλλη μου αγάπη. Θα μπορούσα να εγκαταλείψω σε κάποια φάση τη μουσική και να πάω κατευθείαν στο θέατρο. Να κάνω σκηνοθεσία. Ήταν ένας κρυφός πόθος πάντα. Θυμάμαι ο Εύης Γαβριηλίδης μού έλεγε ότι το θέατρο είναι πιο δύσκολο από τη μουσική. Μην ασχοληθείς με το θέατρο, έλεγε, θα γίνεις σχιζοφρενής στο τέλος.

Αυτό το βραβείο αναφέρεται και σε μια περίοδο όταν γεννήθηκε το θέατρο της Κύπρου. Ήταν μια περίοδος που έτυχε να συναντηθούν κάποιοι ανθρώποι, ταίριαξαν τα χνότα τους και ήταν μια περίοδος όπου οι άνθρωποι που δούλευαν λίγο παραπάνω και ήταν και πολιτική πράξη. Είχαμε βγει από το 1974, ήταν ένα θέατρο που φυτοζωούσε και προσπαθούσε να βρει τα πόδια του και ξαφνικά βρέθηκε ο Νίκος Χαραλάμπους, πιο πριν ο Ούβε Χάους που ήρθε από τη Γερμανία και έκανε τα καταπληκτικά πράγματα που έκανε, και ένας διευθυντής -ο Εύης Γαβριηλίδης- που είδε τα πράγματα, είδε αυτούς τους λίγο παλαβούς, σαλταρισμένους να θέλουν να κάνουν πράγματα τα οποία ήταν εκτός του καθιερωμένου.

Όταν ξεκινήσαμε, θυμάμαι, είχαμε αντιδράσεις και μας έλεγαν πώς είναι δυνατό να ανεβάζεις αρχαίες τραγωδίες και να μην έχεις ένα βωμό στο κέντρο της ορχήστρας; Να μην έχεις χλαμύδες; Και να πάμε μάλιστα στην Ελλάδα να παίξουμε μια τραγωδία και ο Αγγελιοφόρος της τραγωδίας να είναι ντυμένος στρατιώτης με αίματα πάνω του. Σε αυτές τις αντιδράσεις αντιστεκόταν ο Εύης.

Η αρχή έγινε με τις Ικέτιδες του Νίκου Χαραλάμπους [1979]. Μάλιστα όταν πήγαμε στην Αθήνα, ξαφνικά όλος ο καλλιτεχνικός κόσμος της Ελλάδας ένιωσε ένα θέατρο διαφορετικό από το ελληνικά καθιερωμένο θέατρο. Μάλιστα έγινε ένα στυλ να παίζεις «κυπριακά» στις επόμενες παραστάσεις. Ανέβαζαν παραστάσεις και προσπαθούσαν να μιμηθούν λίγο τον τρόπο της Κύπρου, που ήταν ένας τρόπος λίγο πιο εσωστρεφής, πιο ευρωπαϊκός, λίγο πιο εγγλέζικος ας τον πούμε, που ήταν πιο μαζεμένος. Σε αντίθεση με τον τρόπο των Ελλήνων που ήταν λίγο πιο ιταλιάνικος, προς τα έξω δράματα. Που συνεχίζουν να τον έχουν όχι μόνο στο θέατρο αλλά και στην πολιτική. Είναι όλα φουντωμένα στα άκρα με πολώσεις διάφορες.

Θυμάμαι όταν κάναμε τις Ικέτιδες,

ξεκινούσε η πρόβα στις 10 το πρωί

και σταματούσαμε λίγο το μεσημέρι

για να φάμε σουβλάκια –

τα σουβλάκια ήταν καθιερωμένη συνήθεια.

Ύστερα σταματούσαμε τη νύχτα κατά τις 11,

πάλι τρώγαμε σουβλάκια

και έπρεπε να βρεθούμε μετά να συζητήσουμε.

Τότε εδραιώθηκε η σχέση του θεάτρου με τη χοληστερίνη.

Με τα σουβλάκια!

Ήταν μια περίοδος εξαιρετικά δημιουργική για τον ΘΟΚ.

Ναι, ήταν. Και ακολούθησε μια σειρά από παραστάσεις όπου κύριοι πρωταγωνιστές ήταν ο Νίκος Χαραλάμπους με τον Εύη Γαβριηλίδη και ξαφνικά καθιερώθηκε το κυπριακό θέατρο ως ένα ισότιμο, εθνικό θέατρο στην Ελλάδα. Αρχικά ήταν αδιανόητο ο ΘΟΚ να βρεθεί στην Επίδαυρο. Τον θεωρούσαν ένα οργανισμό που ψάχνεται και υπήρχε η αίσθηση να δείξουμε στους αδελφούς Κύπριους πώς φτιάχνεται και πώς παίζεται το θέατρο. Μου έλεγε ο Εύης Γαβριηλίδης ότι ήθελε να πάνε να παίξουν τη Μάνα Κουράγιο στο Εθνικό Θέατρο. Και ήταν τότε διευθυντής ο [Αλέξης] Μινωτής. Λίγο πριν, τη Μάνα Κουράγιο την είχε παίξει η Κατίνα Παξινού και ήταν αδιανόητο ότι κάποια Κύπρια -εν προκειμένω η Δέσποινα Μπεμπεδέλη- θα τολμήσει να παίξει αυτό τον ρόλο. Στην αρχή τού αρνήθηκε ο Μινωτής λέγοντάς του ότι δεν μπορεί ο ΘΟΚ να παίξει το έργο μετά τη μεγάλη παράσταση της Παξινού και πώς είναι δυνατόν να έρχεται τώρα ο ΘΟΚ με μια παράσταση που ‘είμαι σίγουρος είναι κατώτερη’. Πονηρός όπως ήταν ο Εύης, του είπε ‘μα θέλουμε να φέρουμε το έργο και να το παίξουμε προς τιμήν της Κατίνας Παξινού, ως αφιέρωμα’! Ε τότε δεν μπορώ να σας αρνηθώ, είπε ο Μινωτής. Η Μάνα Κουράγιο ήταν μια παράσταση που έκανε πάταγο στην Αθήνα.

Είναι το πρώτο βραβείο που παίρνω για το θέατρο, κι είπα ‘κάποιος αναγνωρίζει ότι ασχολούμαι με τα θέατρα και αυτούς τους σχιζοφρενείς καλλιτέχνες’!

Έχουν τη λόξα τους…

Ω βέβαια. Όλοι οι καλλιτέχνες. Υπάρχει μια ρήση που λέει ‘Η τέχνη εξημερώνει τους ανθρώπους και εξαγριώνει τους καλλιτέχνες’ και είναι γεγονός. Έχουν τα πάθη τους. Αντιλαμβάνομαι ότι δεν είναι εύκολο πράγμα να ανέβεις πάνω στη σκηνή και να εκτεθείς. Σε κάποια στιγμή δεν γίνεται θέατρο αλλά ψυχόδραμα. Είσαι απέναντι στο κοινό και πρέπει να βρεις το σημείο επαφής μαζί τους, να τους συγκινήσεις, να ταυτιστείς μαζί τους. Είναι ένα πράγμα εξαιρετικά δύσκολο. Βλέπω τα νέα παιδιά τα οποία έχουν λίγο το θράσος του νεοφώτιστου και χρησιμοποιούν τεχνικά μέσα και κάνουν διάφορα κολπάκια και το θεωρούν δεδομένο πως ο κόσμος τα αποδέχεται, δεν λειτουργεί όμως πάντα αυτό το πράγμα. Οι θεατές φεύγουν και λένε περάσαμε ωραία, πάμε να φάμε τώρα. Δεν υπάρχει η συγκίνηση που πολλές φορές σε γεμίζει και δεν ξέρεις πού να σταθείς και ούτε να φας ούτε τίποτε, το μόνο που θες είναι να κάτσεις με τους άλλους και να πεις τι σου έχει συμβεί. Τούτη είναι η μαγεία του θεάτρου, δεν είναι; Αυτά τα είχαν ηθοποιοί που απέκτησαν κάποιο βάρος, που ξεπέρασαν πολλά προσωπικά ζητήματα για να φτάσουν σε αυτό το σημείο. Τα ξεπέρασαν η Δέσποινα [Μπεμπεδέλη], η Τζένη [Γαϊτανοπούλου]… Με πολύ κόπο και βάσανο απίστευτο και τριβές, κλάματα και συγχύσεις.

Θυμάμαι όταν κάναμε τις Ικέτιδες, ξεκινούσε η πρόβα στις 10 το πρωί και σταματούσαμε λίγο το μεσημέρι για να φάμε σουβλάκια – τα σουβλάκια ήταν καθιερωμένη συνήθεια. Ύστερα σταματούσαμε τη νύχτα κατά τις 11, πάλι τρώγαμε σουβλάκια και έπρεπε να βρεθούμε μετά να συζητήσουμε. Τότε εδραιώθηκε η σχέση του θεάτρου με τη χοληστερίνη. Με τα σουβλάκια!

sinentefxi2.

«Δεν υπάρχει η συγκίνηση που πολλές φορές σε γεμίζει και δεν ξέρεις πού να σταθείς και ούτε να φας ούτε τίποτε, το μόνο που θες είναι να κάτσεις με τους άλλους και να πεις τι σου έχει συμβεί. Τούτη είναι η μαγεία του θεάτρου, δεν είναι;» Φωτογραφία ©Παύλος Βρυωνίδης

 Τελικά ήταν τύχη; Ήταν άνθρωποι που ήξεραν τι έκαναν ή είχαν όραμα; Ήταν μια καλή μαγιά; Τι απ’ όλα ισχύει για εκείνη την περίοδο που ήταν εξαιρετικά σημαντική για το κυπριακό θέατρο;

Η μαγεία ήταν πως ένα θέατρο γεννιόταν. Και γεννιόταν με αυτό τον τρόπο: οι ηθοποιοί και οι άνθρωποι γύρω είχαν συναίσθηση ότι έχτιζαν ένα θέατρο. Ποια είναι η διαφορά με το σήμερα; Στην τέχνη και ιδιαίτερα στο θέατρο, όταν έρχεται κάποιος και δουλεύει μέσα σε δομές έτοιμες, οργανωμένες που γίνονται ουσιαστικά για να βοηθήσουν τους ηθοποιούς ώστε να κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους, αυτό όμως δεν λειτουργεί πάντα. Οι ηθοποιοί είναι όπως τα μωρά: όσα περισσότερα παιχνίδια τους δώσεις, χάνονται. Αν δεν τους βάλεις όρια και περιθώρια και τους δώσεις καθαρό στόχο, θα χαθούν. Θα βγάλουν τα εσώψυχά τους πάνω στη σκηνή και θα τσακώνονται. ‘Γιατί στάθηκες μπροστά μου’, ‘γιατί μου έκοψες την ατάκα’ κ.λπ. Αν φτιάξεις μια δομή όπου όλοι αισθάνονται πως από τους ίδιους εξαρτάται η δημιουργία και δεν έχουν πολλά περιθώρια, ούτε το ωράριο της τηλεόρασης όπου θα πάνε για άλλο μεροκάματο ή έχουν κλείσει υποχρεώσεις για διαφημίσεις κ.λπ. και γίνουν μια οικογένεια, τότε αρχίζει και γεννιέται η μαγεία. Και ο κόσμος κάτω αισθάνεται τη μαγεία που έχουν οι ηθοποιοί μεταξύ τους.

Ενώ οι άλλοι έρχονται, κάνουν το κομμάτι τους, χειροκροτά ο κόσμος κάτω και τελειώνει. Είναι λίγο σαν τα έτοιμα προϊόντα του σουπερμάρκετ. Μου έλεγαν ότι έγιναν περισσότερες από 80 παραστάσεις στην Κύπρο φέτος. Αν το φανταστεί κανένας, 80 παραστάσεις για τον χώρο της Κύπρου, θα πει ‘πού βρίσκομαι; Στο Μπρόντγουεϊ, στο Γουέστ Εντ;’. Και η τηλεόραση, τους έχει κάνει βίδες. Είναι φοβερό.

Αλλά επανέρχομαι στον Εύη γιατί ήταν εκείνος που κρατούσε τα νήματα με τις πονηριές του, να ισορροπεί τα πράγματα, να μην τα αφήνει να ξεφύγουν γιατί αναγκαστικά σε ένα θίασο τα πράγματα ξεφεύγουν. Αν έχεις τρία, τα δύο συνασπίζονται εναντίον του ενός και δημιουργούνται συνεχώς τριβές. Με τις οποίες όμως θρέφονται οι ηθοποιοί. Αυτό είναι το περίεργο κομμάτι. Οι ηθοποιοί θέλουν τις τριβές γιατί τους θρέφουν. Τις χρησιμοποιούν μετά πάνω στη σκηνή.

Παρακολουθείτε σήμερα το κυπριακό θέατρο;

Μόνο όταν έρχεται κάτι στην Ελλάδα. Είμαι λίγο μακριά. Απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι όμως υπάρχει μια διαμάχη με τους Κύπριους και τους Έλληνες ηθοποιούς. Νομίζω πως είναι λανθασμένο πρόβλημα. Υπάρχει βεβαίως το αντικειμενικό πρόβλημα πως οι Έλληνες ηθοποιοί δεν μπορούν να κάνουν τίποτα στην Ελλάδα και ανυπομονούν να έρθουν στην Κύπρο να παίξουν γιατί εκεί δεν έχουν αυτές τις συνθήκες. Υποφέρουν πολύ. Εγώ καταλαβαίνω να φέρεις καλούς Έλληνες ηθοποιούς στην Κύπρο γιατί δεν βρίσκεις αντίστοιχους, με το ίδιο βάρος, στην Κύπρο. Και κάνει καλό στους Κύπριους να βλέπουν Έλληνες και να συνεργάζονται μαζί τους. Οι Έλληνες έχουν την ευκολία της γλώσσας και της έκφρασης, πράγμα που εμείς δεν έχουμε. Εμείς είμαστε πάντα στο μεταίχμιο της γλώσσας, έχουμε μια ντοπιολαλιά δική μας μέσα στην οποία κολυμπούμε υπέροχα και μιμούμαστε λίγο το ‘καλαμαρίζειν’.

Πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχει συνεργασία. Δεν μπορεί να μην υπάρχει. Είδα προχθές τη Ρένη Πιττακή που έχει κάνει απίστευτα πράγματα, έχει παίξει απίστευτους ρόλους, δύσκολους. Δεν μπορούν οι Κύπριοι ηθοποιοί να φωνάζουν γιατί έρχεται να παίξει εδώ. Τιμή που έρχεται και παίζει μαζί τους. Θα μάθουν πολλά πράγματα.

Θα μάθαιναν αν έπαιζαν μαζί, βέβαια. Διότι δεν παίζουν. Δεν θα έχουν τριβή μέσα από τη δουλειά τους.

Πώς δεν θα έχουν;

Μόνο ένας Κύπριος είναι στην παραγωγή τη συγκεκριμένη, ο Αντώνης Κατσαρής.

Σοβαρά; Δεν το ήξερα. Τότε θα μπορούσε κάπως να ισορροπήσει το θέμα.

Στην ομιλία σας είπατε ακόμη πως ο Εύης Γαβριηλίδης «παρακολουθεί και τους διευθυντάδες που παίρνουν αποφάσεις». Ποιες αποφάσεις εννοούσατε;

Ορισμένοι άνθρωποι αποδεδειγμένα έχουν πετύχει και είχαν αποτελέσματα στην παρουσία τους. Ο Εύης θεωρώ ότι είχε αποτελέσματα σαν διευθυντής του ΘΟΚ. Κι όταν έφυγε ακόμη, ήταν πάντα στα παρασκήνια. Και οι επόμενοι διευθυντές, ήταν αδιανόητο να μην πάνε να ρωτήσουν την άποψη του Εύη όταν τα πράγματα έφταναν σε ένα κόμπο για να δώσει λύσεις.

Εγώ είχα μια εξαιρετική φιλία με τον Εύη που δεν σταματούσε στο θέατρο. Τον ένιωθες ότι ήταν παντού. Ήταν όπως τον Λέλλο Δημητριάδη που ήταν δήμαρχος Λευκωσίας. Υπήρχαν πάντα τέτοιοι άνθρωποι. Και ο Αντρέας Χριστοφίδης ήταν έτσι.

Θυμούμαι, πάλι στις Ικέτιδες, ήθελα να βάλω πίσω από τη σκηνή μεγάλα τυμπάνια της ορχήστρας και εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν στην Κύπρο. Είπα στον Εύη να πάρουμε βαρέλια που είχαν μέσα πετρέλαιο, να τα αδειάσουμε βέβαια, και να έχουμε το απαραίτητο εφέ του ήχου. Πήγαμε λοιπόν στην Αθήνα για τη συνέντευξη Τύπου. Με ρώτησαν οι δημοσιογράφοι για τη μουσική και τους λέω ότι προσπάθησα να μιμηθώ λίγο τους ήχους των αρχαίων οργάνων. Ήταν δίπλα μου ο Χριστοφίδης, σκύβει και μου λέει στο αφτί ‘μα ποιοι αρχαίοι ήχοι σιόρ! Οι βαρέλλες πετρελαίου;’!

 

Στην Αμμόχωστο

Μεγαλώσατε στην Αμμόχωστο. Πώς ζήσατε τα παιδικά σας χρόνια;

Η Αμμόχωστος ήταν λίγο σαν επίγειος παράδεισος τότε. Η ιδέα ότι πηγαίναμε από τον Απρίλιο πριν το γυμνάσιο για μπάνιο και μετά στην τάξη με τις αλμύρες της θάλασσας, η έννοια της θάλασσας που ήταν πάντα δίπλα και η έννοια του όταν άνθιζαν οι λεμονιές και οι πορτοκαλιές μύριζε όλη η πόλη. Αυτή η αίσθηση. Ο πατέρας μου ήταν από την Πιτσιλιά, ένας άνθρωπος απλός. Η μάνα μου ήταν Μικρασιάτισσα από το Αϊβαλί, μέσα στους Κύπριους ήταν ένα πράγμα φανταχτερό γιατί κουβαλούσε πάνω της τα μικρασιάτικα τα βραχιόλια που έκαναν φασαρία. Θυμούμαι από παιδί αντί να έχω κουδουνίστρες ένιωθα τα βραχιόλια της μάνας μου που έκαναν φασαρία. Με την αδελφή της ήταν εξωστρεφείς, μιλούσαν συνέχεια: οι καημένοι Κυπραίοι σταύρωναν τρεις λέξεις, η μάνα μου με τη θεία μου εκατό. Η αίσθηση της εξωστρέφειας και του να μην φοβούνται. Μόλις άκουγαν κάτι ευχάριστο στο ραδιόφωνο, σηκώνονταν να χορέψουν. Με έναν Πίτσιλλο δίπλα, του οποίου η μόνη αντίδραση ήταν ‘πού έμπλεξα με τούτες;’.

Αλλά στην Αμμόχωστο ήταν όμορφα. Ήταν οι εποχές που γίνονταν και πολλά πράγματα. Γνώρισα τον Οδυσσέα Ελύτη, ήμουν 16-17 χρονών όταν ήρθε στην Αμμόχωστο. Καθόταν πάντα με πολύ όμορφες γυναίκες και ζηλεύαμε. Ήταν ένας περίεργος χώρος. Τις νύχτες πηγαίναμε στη Σαλαμίνα μετά τα μεσάνυχτα με τον ηθοποιό Γιώργο Κομίτη και τον ζωγράφο Γιώργο Σκοτεινό και απαγγέλλαμε ό,τι μας κατέβαινε.

Οπότε ήταν μια πόλη που έδινε την αίσθηση ότι τα πάντα μπορούν να συμβούν. Ήταν τότε και οι προσπάθειες του Παναγιώτη Σέργη που δίδασκε στο Γυμνάσιο και έκανε και παραστάσεις στη Σαλαμίνα. Το σπίτι μας ήταν στα τείχη της παλιάς πόλης και εγώ πέρασα τα παιδικά μου χρόνια μέσα στην παλιά πόλη που ήταν η τουρκοκυπριακή συνοικία. Ήταν ένας χώρος φοβερά οικείος. Η γιαγιά μου που μιλούσε τούρκικα φυσικά, ο γιατρός της ήταν ένας Τούρκος που με την ανεξαρτησία έγινε και υπουργός Υγείας της πρώτης κυπριακής κυβέρνησης και τους θυμούμαι να μιλούν στο σπίτι και να λένε αστεία, να γελούν. Εμείς δεν καταλαβαίναμε τίποτα φυσικά.

Δεν μάθατε;

Προσπαθούσα να μάθω γιατί είχαμε μια γειτόνισσα της οποίας η κόρη ήταν πανέμορφη και προσπαθούσα να μάθω λίγες λέξεις μπας και κάνω κάποια επαφή αλλά τίποτε. Ήταν μόνο χαμόγελα και κρυφές ματιές.

Ήταν λοιπόν μια υπέροχη ατμόσφαιρα. Γι’ αυτό δεν θέλω να πάω ξανά. Έχω μείνει με την ανάμνηση της πόλης και φοβάμαι πως θα πληγωθώ πάρα πολύ αν πάω. Ας μείνει έτσι.

Δεν θελήσατε σε καμία στιγμή να πάτε;

Δεν θέλω. Οι μνήμες είναι πολύ έντονες. Θα με πειράξει πολύ. Ίσως μια μέρα να το αποφασίσω.

webmixalis_christodoulides_fotopvryonides2«Η Αμμόχωστος ήταν λίγο σαν επίγειος παράδεισος τότε. Η ιδέα ότι πηγαίναμε από τον Απρίλιο πριν το γυμνάσιο για μπάνιο και μετά στην τάξη με τις αλμύρες της θάλασσας, η έννοια της θάλασσας που ήταν πάντα δίπλα… Έχω μείνει με την ανάμνηση της πόλης και φοβάμαι πως θα πληγωθώ πάρα πολύ αν πάω. Ας μείνει έτσι.» Φωτογραφία ©Παύλος Βρυωνίδης

Έχετε άποψη για την επιστροφή του ΘΟΚ στη Σαλαμίνα;

Να σας πω την αλήθεια, με ενοχλεί το γεγονός ότι θα πάω στη Σαλαμίνα όπου πέρασα τα παιδικά μου χρόνια και θα έρθει ένας Τούρκος να μου ορίσει πού θα πάω και πού θα σταθώ. Αλλά καταλαβαίνω την πολιτική σκοπιμότητα. Αρνούμαι να δεχτώ το γεγονός ότι θα μου επιτρέψει ο Τούρκος να πάω να παίξω στη Σαλαμίνα. Είναι ο τόπος μου, είναι δικό μου θέατρο. Καταλαβαίνω όμως ότι είναι μια πραγματικότητα την οποία με κάποιο τρόπο πρέπει να διαχειριστούμε και να πούμε ότι επιστρέφω στον δικό μου τόπο, όσο κι αν είναι εκεί οι Τούρκοι στρατιώτες. Είναι δικός μου τόπος και έχω κάθε δικαίωμα να πάω να παίξω, αγνοώντας το τι συμβαίνει γύρω.

Εύχομαι αν υπάρξει κάποια λύση, αυτοί οι τόποι που είναι ιστορικής σημασίας και είναι μέρος της ψυχοσύνθεσής μας, να τους διαχειριστούμε εμείς.

Είχε κυκλοφορήσει μια ανακοίνωση με συλλογή υπογραφών, τότε, που εναντιωνόταν στη μετάβαση του ΘΟΚ στη Σαλαμίνα. Είχατε υπογράψει αυτή την ανακοίνωση.

Ναι. Δεν ξέρω αν είχα λάθος ή αν ήταν σωστό. Με την έννοια ότι ήξερα ότι οι Τούρκοι με κάποιο τρόπο -δεν λέω για τους Τουρκοκύπριους- θα το εκμεταλλευτούν.

Όμως αυτές οι κινήσεις βοηθούν στην προσέγγιση με την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Συμφωνώ. Και πρέπει να γίνονται πράγματα. Και οι Τ/Κ να καταλάβουν ότι δεν είμαστε εναντίον τους. Ανήκουν σε αυτό τον τόπο, εδώ γεννήθηκαν, έχουν μνήμες και δεν μπορούμε να τους αφήσουμε έξω. Αλλά δυστυχώς έχουμε να κάνουμε με μια Τουρκία που είναι εκτός Ευρώπης, εκτός νομιμότητας. Έχουμε κοινά στοιχεία με τους Τ/Κ. Η δημοτική τους μουσική είναι ίδια με τη δική μας. Στους γάμους παίζουν τις ίδιες μουσικές. Άρα οι ρίζες είναι ίδιες, άσχετα αν μιλούν τούρκικα.

Στο Παρίσι

Θα σκηνοθετούσατε σήμερα αν σας το ζητούσε κάποιος;

Ναι, βέβαια. Στη Γαλλία είχα κάνει δύο σκηνοθεσίες.

Πόσα χρόνια ζήσατε στο Παρίσι;

Έμεινα δεκαέξι χρόνια, από το 1963 μέχρι το 1978. Αλλά τότε ήταν η Γαλλία του 1900.

Τι σας έδωσε αυτή η πόλη;

Είχα την τύχη -δεν ήταν κάτι άλλο- να γνωρίσω σκηνοθέτες που εργάζονταν στα Εθνικά Θέατρα της Γαλλίας και να καταλήξω στην comedie francaise που μόνο οι Γάλλοι έπρεπε να την πλησιάζουν. Ήταν αδιανόητο για ένα ξένο να μπει εκεί. Θυμάμαι μια φορά ανεβάζαμε Μολιέρο κι έρχεται και ρωτά ο διευθυντής του Θεάτρου κοιτάζοντας το πρόγραμμα: ‘το όνομα δεν φαίνεται να είναι γαλλικό’. Είναι Κύπριος, του απαντούν. ‘Να ακούσουμε κυπριακή μουσική για τον Μολιέρο, ποιος θα το πίστευε. Η comedie francaise έχει χαλάσει!’ Μα εγώ έγραφα τον ένα Μολιέρο μετά τον άλλο. Που μου ήταν κάτι εντελώς ξένο. Ένας άνθρωπος από την Αμμόχωστο να γράφει Μολιέρο. Τι σχέση έχω; Η αγάπη του θεάτρου. Έτσι το καταλάβαινα.

Πήγα στην Αθήνα μετά. Σκέφτηκα ότι μετά τα γεγονότα του ’74 έπρεπε να είμαι κοντά για να έρχομαι πιο συχνά στην Κύπρο. Τότε ο Χατζιδάκις έφτιαχνε το Τρίτο Πρόγραμμα στην Ελλάδα. Μου τηλεφώνησε και μου είπε ‘έλα, έχω δουλειά για σένα στο ραδιόφωνο’. Ήταν η αφορμή για να πάω. Και ξεκίνησα να γράφω μουσικές εκεί για το θέατρο, για τον Κακογιάννη, για τον Κουν. Επίδαυρος ξαφνικά. Έπρεπε να ξεχάσω τον Μολιέρο, τις δαντέλες, τα φρου-φρου κι αρώματα και να μπω σε έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό και τότε είπα ‘αυτό είναι το θέατρο’. Όταν μπεις στον Αισχύλο, πώς να το διαχειριστείς;

Πώς το διαχειρίζεστε εσείς μουσικά;

Ο Αισχύλος, τον οποίο θεωρώ τη μεγαλύτερη μεγαλοφυΐα που έχει γεννήσει η ανθρωπότητα, ήταν ένας τύπος… Κατ’ αρχήν με τα λίγα αρχαία που ήξερα, διάβαζα τα κείμενα και ξαφνικά ανακάλυψα ότι είναι μουσικός. Γράφει σαν παρτιτούρα, κανονικά. Με κανόνες μουσικής: κάνει κρεσέντο, δυναμικές μουσικής με τις λέξεις. Επιλέγει τις λέξεις, τους ρυθμούς και χρησιμοποιεί τη γλώσσα σαν μουσικό μέσο για να γεμίσει συναισθήματα. Τι λέω, πώς το λέω και πώς κορυφώνω την ένταση. Αλλά με λόγια, με ποίηση. Απίστευτος τεχνίτης.

Έλεγα στον Κουν ‘αυτά είναι μουσική, είναι παρτιτούρα. Δεν πρέπει να το κάνεις έτσι αλλά αλλιώς’. Ο Κουν, ο οποίος είναι ο πλέον άμουσος της φύσης, αλλά εκπληκτικός σκηνοθέτης φυσικά.

Αλλά θυμούμαι, για να επανέλθω στα της Κύπρου, ο Κουν ζήλευε λίγο τη θεατρική δημιουργία που έφτανε από την Κύπρο και σε μια έκρηξη στις πολλές διαφωνίες που είχαμε κατά καιρούς -όχι έντονες- μου είπε ‘τον Χαραλάμπους, τον Εύη, τον Καυκαρίδη κι όλους τους άλλους εγώ τους έβγαλα. Είναι δικοί μου, οπότε μην μου λες τώρα εμένα για το κυπριακό θέατρο’. ‘Μα δεν σου είπα τίποτε…’ του είπα.

Είχαν πλάκα όλα αυτά. Όταν κάναμε τον Πλούτο, είχε έρθει ο Τσαρούχης, ο ζωγράφος και μας είπε πως είναι η πιο ευφυής παράσταση που είδε στη ζωή του. Ο Πλούτος ήταν μια σχιζοφρένεια, κυριολεκτικά. Τον επόμενο χρόνο έκανα τη μουσική για την Ορέστεια και την Κλυταιμνήστρα την έπαιζε η Μελίνα Μερκούρη. Τελειώνει η παράσταση, βλέπουμε τον Τσαρούχη να βγαίνει έξω από την Επίδαυρο και τρέχουμε να τον ρωτήσουμε πώς του φάνηκε η Μερκούρη. ‘Πάχυνε κάπως’.

Ρίχνετε συνέχεια τεράστια ονόματα στο τραπέζι. Υπάρχουν και σήμερα μεγάλοι καλλιτέχνες που απλά δεν τους ξέρουμε ακόμα ή δεν έχουν αναγνωριστεί;

Οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Έχουμε μια υπερπληροφόρηση. Δεν λειτουργούν τα πράγματα όπως παλιά. Ένας ρόλος τότε στην Επίδαυρο, για τις ελληνικές εφημερίδες ήταν το γεγονός της ημέρας. Τότε ήταν μια εποχή οπότε οι μύθοι καλλιεργούνταν χρονικά, τους δινόταν το περιθώριο να στηθούν, να μεγαλουργήσουν. Σήμερα οποιοσδήποτε μύθος γεννηθεί πρέπει να γεννηθεί μέσα από ένα σκάνδαλο. Η τηλεόραση τους απορροφά, βάζει τους κανόνες και αποφασίζει πόσο θα κρατηθεί ένας στην επικαιρότητα. Αλλά οι μεγάλοι καλλιτέχνες πάντα γεννιούνται και υπάρχουν έξυπνοι, φοβεροί άνθρωποι. Βλέπω το τι συμβαίνει στη μουσική. Γεννιούνται μουσικοί-τέρατα. Κάτι Ιάπωνες, κάτι Κινέζοι, απίστευτοι. Έχουν τσιπάκια;

Είναι άνθρωποι

που γεννούν δυναμικές:

ο τρόπος που γελούν, που κάθονται,

όλα αυτά γεννούν μικρές δυναμικές

μέσα στα πράγματα

και μετουσιώνονται

σε δυναμικές μουσικής πολύ εύκολα.

Άλλοι λένε ότι αυτό είναι ο έρωτας

Τι θα σκηνοθετούσατε;

Δεν ξέρω. Εκείνο όμως που ξέρω είναι πως θα ήθελα να δώσω τη μουσική προσέγγιση των κειμένων. Οι αρχαίοι σκέφτονταν με σύνθεση, όχι αναλυτικά. Η μουσική, τα σκηνικά, ο λόγος, ήταν ένα πράγμα ενιαίο. Μα εμείς ασχολούμαστε περισσότερο με τον μύθο, με την υπόθεση του έργου παρά με τη δομή του.

Τελευταία ερώτηση: Ποιες εικόνες έχετε στο μυαλό σας όταν γράφετε μουσική;

Θυμούμαι ένας ηθοποιός στη Γαλλία με ρώτησε κάποτε πώς σκέφτεται ένας μουσικός όταν γράφει μουσική. Σολ λα σι ντο; Ντο ρε μι; Νότες; Όλα αυτά που λένε περί έμπνευσης είναι πελλάρες. Είναι δουλειά, θέλει πειθαρχία η σύνθεση. Είναι μια ικανότητα να γεννάς. Πρέπει να το εξασκείς κάθε μέρα. Κάθε μέρα να κάθεσαι να γράφεις έστω μια μελωδία, ώστε η ικανότητα να παραμένει. Και ο ζωγράφος τα ίδια πράγματα περνά. Ο Πικασό είχε την ίδια πειθαρχία, και ο Μπαχ, όλα αυτά τα τέρατα. Άρα κάθε μέρα πρέπει να εξασκείς την ικανότητα αυτή της γέννας. Όχι να προσπαθήσω να πάω σε ένα ωραίο τόπο για να έχω έμπνευση. Αυτά είναι για τον κόσμο.

Εγώ σκέφτομαι εικόνες: σκέφτομαι δυναμικές θάλασσας, δυναμικές φύσης, δυναμικές θεάτρου από ανθρώπους που γεννούν θέατρο. Είναι άνθρωποι που γεννούν δυναμικές: ο τρόπος που γελούν, που κάθονται, όλα αυτά γεννούν μικρές δυναμικές μέσα στα πράγματα και μετουσιώνονται σε δυναμικές μουσικής πολύ εύκολα. Άλλοι λένε ότι αυτό είναι ο έρωτας, ότι δεν μπορούν να το εξηγήσουν. Βρίσκεται κάποιος απέναντι και ερωτεύεται μια κοπέλα και καταλαβαίνεις ύστερα, όταν το αναλύσεις, ότι ήταν εξαιτίας των κινήσεών της, πώς λύγιζε τα πόδια της, πώς χαμογελούσε. Είναι δυναμικές που γεννιούνται στη φύση γιατί η κάθε μας κίνηση αλλοιώνει το περιβάλλον και τον χώρο που βρισκόμαστε. Και ξαφνικά αυτός ο χώρος γίνεται οικείος, τρυφερός και τον ερωτευόμαστε. Όλες αυτές τις δυναμικές τις φέρνει στη μουσική και αποκτά νόημα. Διαφορετικά η μουσική δεν λέει τίποτα. Είναι απλά νότες αριστερά και δεξιά.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Ruven Rrupic | Levant Project

Ο ντράμερ Στέλιος Ξυδιάς μιλά με τον κρουστό του σχήματος Levant Project, Ruven Rrupic ...

Χρίστος Ζάνος: «Το θέατρο πρέπει να είναι διαρκή, επαναλαμβανόμενα χαστούκια»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως, Με το ανέβασμα του πιο πρόσφατου θεατρικού έργου του, ο ...

Κώστας Αρβανίτης

Γράφει η Χριστίνα Λάμπρου, 5.6.2011 Μνημεία σε παρόντα χρόνο «Με την Πύλη Αμμοχώστου στα ...

IBRAHIM FERRER JR: «Θα τραγουδώ μέχρι θανάτου»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως «Μικρός λάτρευα να πηγαίνω σε παραστάσεις με τον πατέρα μου. ...

Κώστας Τσόκλης: «Θα ήθελα να είμαι ένας πιο ανισόρροπος καλλιτέχνης, αλλά δεν είμαι»

Πολυδιάστατος, ευρηματικός και ακούραστος δημιουργός. O Κώστας Τσόκλης είναι ένας καλλιτέχνης που αμφισβητεί, προβληματίζεται ...

Σταύρος Λάντσιας: “Να μην χάσει την αξία της η μουσική εμπειρία”

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Η αφιέρωση στον Ennio Morricone, η συνεργασία με τον Peter ...

X