Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως / Φωτογραφία: Ελένη Παπαδοπούλου

Τον Μάρτιο του 1920, τρία πλοία απέπλευσαν από το λιμάνι του Νοβοροσίσκ στη Μαύρη Θάλασσα με προορισμό την Αμμόχωστο. Πλήρωμα και επιβάτες, όλοι Ρώσοι, δεν είχαν ακούσει προηγουμένως για αυτό τον προορισμό. Από τα τρία πλοία, τελικά δύο έφτασαν στην Αμμόχωστο, αποβιβάζοντας 1.546 ανθρώπους, ανάμεσά τους ο Νικολάι Ντίμιτς Μάτοφ, παππούς της Λάνα ντερ Παρτόγ και συγγραφέα του βιβλίου “Samovar on the Table, a family memoir” [Το σαμοβάρ στο τραπέζι, οικογενειακά απομνημονεύματα].

Μα αυτό δεν είναι μόνο ένα βιβλίο για την οικογένεια της Λάνα ντερ Παρτόγ. Είναι ένα βιβλίο για το Καλό Χωριό της Σολέας, όπου ο παππούς έχτισε το πρώτο τους σπίτι. Είναι κι ένα βιβλίο για την κοινότητα των 70 περίπου Ρώσων που έφτασαν στην Κύπρο με τα δύο πλοία και δεν παρέμειναν στον χώρο συγκέντρωσης στον Άγιο Νικόλαο της Αμμοχώστου αλλά ζήτησαν να δουλέψουν, να φτιάξουν οικογένειες, να ζήσουν. Είναι κι ένα βιβλίο για τους ανθρώπους που διατρέχουν τις σελίδες του, ανάμεσά τους ο σημαντικός φωτορεπόρτερ Τζορτζ ντερ Παρτόγ, που φωτογράφησε την Κύπρο με μοναδικό τρόπο αποτυπώνοντας ιστορικά γεγονότα του τόπου. Είναι κι ένα βιβλίο για την Κύπρο, που το 1940, όταν γεννήθηκε η Λάνα Ντερ Παρτόγ, ήταν μια ειρηνική και φτωχή χώρα και που μέχρι τα 15 της, στο νησί ήρθαν τα πάνω κάτω.

“Με την τουρκική εισβολή τελειώνει και η ιστορία του βιβλίου. Όχι γιατί πρόκειται για απομνημόνευμα για τους τόπους που χάθηκαν κι όλα αυτά. Όχι. Τελειώνει γιατί το 1974 χάθηκαν όλα”.

Από πού είσαι;

“Πάντα ήθελα να γράψω. Αλλά ο λόγος που τελικά το έκανα, ήταν γιατί βαρέθηκα την ερώτηση ‘από πού είσαι;’. Όπου κι αν πήγαινα, στην τράπεζα, σε ένα κατάστημα… Οκέι, μιλώ με μια προφορά, το καταλαβαίνω. Αλλά αυτή η ερώτηση… από πού είσαι; Κι ώσπου να εξηγήσω! Μα τι να εξηγήσεις μέσα σ’ ένα κατάστημα; Ξέρεις, είμαι Ρωσίδα και είμαστε εδώ για πάρα πολλά χρόνια… Είναι κι η άλλη ερώτηση: “Πότε θα πάτε πίσω στην Αγγλία;” Συγγνώμη, εγώ δεν έχω σχέση με την Αγγλία. Πολύ λίγοι ήξεραν για τη ρωσική κοινότητα, και από αυτούς κυρίως οι πιο παλιοί.

Αλλά το έναυσμα το πήρα από τη συνάντησή μου με τη διευθύντρια των Κρατικών Αρχείων που μου είπε πως εκεί υπάρχουν ντοκουμέντα για τη ρωσική κοινότητα. Εγώ νόμιζα ότι μεταφέρθηκαν όλα στην Αγγλία. Ρώτησα αν μπορώ να έχω πρόσβαση και μου είπε πως πρέπει να είμαι ιστορικός. Μα, είμαι δημοσιογράφος και κάνω έρευνα. Την ίδια στιγμή με πλησίασε η Ευαγγελία Μανθοπούλου που έκανε τότε το διδακτορικό της πάνω στους Ρώσους και ήρθε να με ρωτήσει τι ξέρω. Εγώ της είπα κι εκείνη μου είπε τι βρήκε στα Αρχεία. Της είπα ‘θα σου πω ημερομηνίες και ονόματα κι εσύ που ξέρεις καλύτερα πώς δουλεύει το αρχείο, θα τα ψάξεις’. Και βρήκε πολλά πράγματα. Μεταξύ άλλων μια επιστολή χειρόγραφη του παππού στα αγγλικά, ότι έχει δουλειά στα μεταλλεία και δεν μπορεί να τον μετακινήσουν στη Βουλγαρία. Κι αυτό γιατί προσπάθησαν πολλές φορές να τους διώξουν.”

1920

“Ο παππούς μου ήρθε στην Κύπρο το 1920. Ήταν 35 χρόνων. Τότε υπήρχαν δύο ομάδες Ρώσων. Αυτοί που ήρθαν, συγκεντρώθηκαν σε ένα χώρο στον Άγιο Νικόλαο της Αμμοχώστου και έμειναν εκεί. Στήθηκε ζωή σε αυτό τον χώρο. Και υπάρχουν και οι άλλοι -όπως ο παππούς μου- που δεν άντεχε αυτές τις συνθήκες. Το σκεπτικό ήταν πως ‘θέλουμε να ζήσουμε, θέλουμε να βγάλουμε λεφτά γιατί έχουμε οικογένειες στη Ρωσία και πρέπει να φροντίσουμε γι’ αυτές και να τις φέρουμε μαζί μας’. Ο παππούς μου λοιπόν βγήκε, βρήκε δουλειά, δούλεψε αρχικά σε ένα μεγάλο κτήμα στην Κοντέα. Ήταν μεγαλωμένος σε μια οικογένεια αξιωματικών και αυτό σήμαινε αυτόματα ότι θα πήγαινε στη Στρατιωτική Ακαδημία. Αυτή η Ακαδημία είναι πανεπιστήμιο όπου μαθαίνεις τα πάντα. Ο ίδιος έγινε χημικός. Μετά την Κοντέα βρέθηκε στον Αμίαντο μέχρι που πήγε στη Σκουριώτισσα -ένα νέο μεταλλείο τότε, που είχε ανοίξει το 1916- όπου εργάστηκε σαν χημικός αναλυτής στο Cyprus Mine Corporation. Και ήθελε να χτίσει ένα σπίτι για να έρθει η γυναίκα του, ο πατέρας μου και η θεία μου από τη Ρωσία, όπου ζούσαν ακόμη. Βρήκε τη γη και έχτισε το σπίτι στο Καλό Χωριό [Σολέας/Λεύκας]. Για μένα το Καλό Χωριό είναι το κέντρο. Εκεί συμβαίνουν διάφορα πράγματα: οικογενειακά, θλιβερά, ρομαντικά. Είναι το σπίτι μου. Και μέσα στο 1974, το χάνουμε. Χάνουμε το σπίτι, τα χάνουμε όλα.”

1938-39

“Ο πατέρας μου είναι από τη νότια Ρωσία, η μητέρα μου από το σημερινό Ουζμπεκιστάν, απ’ όπου βρέθηκε στη Σιβηρία κι ύστερα στη Λετονία όπου μεγάλωσε. Και το 1938 ξεκίνησε μια αλληλογραφία με τον πατέρα μου. Υπήρχε τότε μια εφημερίδα στο Παρίσι που ήταν ειδικά για τη διασπορά. Είχε διάφορα άρθρα και μια σελίδα ήταν αφιερωμένη σε pen-friends [σ.σ. φίλοι δι’ αλληλογραφίας]. Παρουσίαζαν εκεί τους εαυτούς τους ο καθένας, από ποιο μέρος της Ρωσίας προέρχονται κ.λπ. Ο παππούς μου ήθελε οπωσδήποτε ο γιος του να παντρευτεί Ρωσίδα. Μα δεν είχε και πολλές επιλογές στην Κύπρο. Φοιτούσε στο American Academy όπου συνδιαλεγόταν και με Αρμένιους και Κύπριους και Μαρωνίτες. Ήταν και λίγο playboy. Αλλά ο παππούς τον ήθελε να παντρευτεί και του είπε ‘Γράψε!’. Και τι να γράψω; Πώς θα διαλέξω; Εσύ δεν θα διαλέξεις, του είπε. Γράψε ποιος είσαι και θα σε διαλέξουν οι κοπέλες. Και έγραψε ο πατέρας μου: είμαι 27 ετών, έκανα αυτό και τ’ άλλο, μένω στην Κύπρο… Και πήρε διάφορες επιστολές, μεταξύ αυτών από μια χήρα στη Σουηδία που του έγραψε ‘είμαι 45 χρόνων μα είμαι πάρα πολύ πλούσια’. Πήρε και δύο επιστολές από τη Ρίγα της Λετονίας: η μια από τη μάνα μου, η άλλη από την καλύτερή της φίλη. Αυτό είναι μυθιστόρημα. Κι ήθελα να το γράψω αυτό, προσπάθησα αλλά δεν μου βγαίνει. Είμαι δημοσιογράφος. Άλλο στυλ. Και λέω, για ποιο λόγο να γράψω μυθιστόρημα;

Θα γράψω την αλήθεια. Αφού είναι αλήθεια. Λοιπόν, και οι δύο κοπέλες έστειλαν φωτογραφίες. Η μια ήταν πολύ ρομαντική, μιλούσε για αγάπη και τέτοια. Η μητέρα μου ήταν πιο ευθύς τύπος. Και ο πατέρας μου επέλεξε τη μάνα μου που ήταν παράξενο γιατί ο ίδιος ήταν πολύ ρομαντικός. Η μάνα μου ποτέ δεν ήξερε ότι η φίλη της ήταν η δεύτερη αλληλογραφία. Κι εγώ το έμαθα όταν πέθανε. Η ίδια από την πλευρά της, είπε στη δική της μάνα πως θα πάει στην Κύπρο για διακοπές… Μα, συγγνώμη, το 1939 πας διακοπές; Το 1939 λοιπόν ήρθε η μητέρα μου στην Κύπρο και παντρεύτηκε τον πατέρα μου. Και το 1940 γεννήθηκα εγώ”.

1958-59

“Από το 1958-59, οι Ρώσοι αρχίζουν να φεύγουν. Μέχρι τότε ένιωθαν ασφαλείς εδώ. Όμως το 1958, όταν ξεκίνησαν οι δικοινοτικές συγκρούσεις, ξεκίνησε η φυγή τους. Κι αυτό γιατί οι Ρώσοι έκαναν διάφορες δουλειές μαζί με Τουρκοκύπριους και Ελληνοκύπριους. Υπήρχε για παράδειγμα ένα εργοστάσιο πίσω από την Αγία Σοφία όπου εργάζονταν. Οι περισσότεροι εργάτες ήταν Τουρκοκύπριοι αλλά οι πελάτες ήταν Ελληνοκύπριοι. Και ξαφνικά το ’58 άρχισαν οι συγκρούσεις και οι ίδιοι δεν ένιωθαν ασφαλείς. Επιπλέον, τα παιδιά της γενιάς του πατέρα μου, πάντα ήθελαν να βρουν κάτι άλλο. Τι να κάνουν στην Κύπρο; Ήθελαν να φύγουν. Έπειτα ήρθε το ’63-64 και αυτό ήταν”.

1964

“Αυτό που με πείραξε πάρα πολύ ήταν το 1964. Το Καλό Χωριό ήταν μεικτό χωριό, είναι τρία μίλια από τη Λεύκα. Τότε έβαλαν φωτιά σε μια εκκλησία που ήταν στον δρόμο μεταξύ Καλού Χωριού και Λεύκας, έφυγαν όλοι οι Ελληνοκύπριοι που ήταν εκεί και μετά ησύχασαν. Και η ζωή συνεχίστηκε. Και αυτό που έγινε το ’64, ήταν φρικτό. Θα σας πω κάτι: Ένας Τουρκοκύπριος ζωγράφος, κωφός, παντρεύτηκε στη Νορβηγία με μια Νορβηγίδα. Οι γονείς του δεν τον ήθελαν γιατί παντρεύτηκε ξένη. Μαζί ενοικίαζαν ένα σπίτι κοντά στην γκαλερί Απόφαση του Χριστόφορου Σάββα και του Γκλιν Χιούζ [σ.σ. στην παλιά Λευκωσία]. Ήταν πολύ αγαπητός. Μια νύχτα τον σκότωσαν. Και βρήκα αναστατωμένη τη γυναίκα στο σπίτι μου. Την επόμενη μέρα άκουσα πως δολοφόνησαν έναν Ελληνοκύπριο ταβερνιάρη που πηγαίναμε στην ταβέρνα του. Ήταν τόσο γλυκός άνθρωπος. Ο ένας ήταν ζωγράφος, ο άλλος ένας ταβερνιάρης. Γιατί; Αυτά τα δύο περιστατικά με ακολουθούσαν σαν εφιάλτης για χρόνια. Ξεχνούν οι Ελληνοκύπριοι τι έγινε το ’64, μιλάμε μόνο για το ’74. Με πειράζει η αμνησία, ξεχνάμε. Όχι μόνο ξεχνάμε αλλά δεν θέλουμε να δεχτούμε”.

+ “Samovar on the table”, της Lana der Parthogh, εκδ. Authorhouse. Διάθεση: βιβλιοπωλείο Μούφλον και Σολώνειον, Λευκωσία / βιβλιοπωλεία Κυριάκου, Λεμεσός / είναι επίσης διαθέσιμο στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα Amazon.com, και σε μορφή E-Book.

ΕΙΚΟΝΑ: Η Λάνα ντερ Παρτόγ στο σαλόνι του σπιτιού της. Το πορτρέτο της που φιλοτέχνησε ο Χριστόφορος Σάββα | ©Ελένη Παπαδοπούλου

  • Μερόπη Μωυσέως

    Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καλύπτει το πολιτιστικό ρεπορτάζ στο Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης από το 2005. Ζει στη Λευκωσία | meropi.m@politis-news.com

You May Also Like

Αλκίνοος Ιωαννίδης: «Κάθε τραγούδι είναι ένα μεγάλο ταξίδι»

Kυπριακοί, ελληνικοί και κέλτικοι ήχοι, σύγχρονοι, παραδοσιακοί, λυρικοί και ειλικρινείς, ερμηνευτές, μουσικοί και ορχήστρα ...

Νάνταβ Λαπίντ: «Ο ήρωάς μου παλεύει με τους δικούς του δαίμονες»

Συνέντευξη στον Νίνο Φένεκ Μικελλίδη | ΚΥΠΕ Με τη Χρυσή Άρκτο έφυγε από την ...

“Διόρθωση” και λογοκρισία

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου «Πρέπει να διερωτηθούμε τελικά, ως κοινωνία, τι ζητάμε», λέει ο ...

Πάρις Ερωτοκρίτου: Zούμε ακόμα στον Μεσαίωνα;

Μέσα από μια σειρά προτάσεων με έργα του Σαίξπηρ, ο Πάρις Ερωτοκρίτου επέλεξε τον ...

Σοφία Νικολαΐδου: Ο καρκίνος ως πεζογραφία

 Συνέντευξη στη Χρύστα Ντζάνη Επιστρέφοντας σιγά-σιγά στο μυθιστόρημα που εγκατέλειψε τη μέρα που διαγνώστηκε ...

Η ουτοπία του καλοκαιριού σε ψηφιακά μωσαϊκά

Ο visual designer και καλλιτέχνης Χάρης Τσέβης μιλά στο “Π” για την έκθεση του ...

X