Ένα παπούτσι γλυκύ παρακαλώ!

“Δεν είναι δυνατόν να χαραμίζουν έτσι εκείνα τα άγρια τριαντάφυλλα του κήπου!”, σκέφτηκα. Θέλω να πω τα καταλαβαίνεις τα τριαντάφυλλα του κήπου, τα αγκάθια τους είναι πιο αλανιάρικα από αυτά του θερμοκηπίου, τα πέταλά τους ελεύθερα, η μυρωδιά τους υπαρκτή. Καθόταν πάντα στο τραπεζάκι στα αριστερά, εκείνο με το πλαστικό μπουκάλι γάλακτος για βάζο. Άσπρα τριαντάφυλλα κοσμούσαν όλα τα τραπέζια, άλλα σε βάζα αντίκες, άλλα σε πλαστικά δοχεία και παραδόξως ένα με δύο σε πλαστικές, αδιάβροχες μπότες. Kοίταζε στο κενό. Λες και με παρακαλούσε να του σφαλίσω τα μάτια.Αυτό το νεοσύστατο λοιπόν καφέ θα μπορούσε να ήταν μια λύση ανάγκης ή κάποιο απωθημένο. Κι όμως δεν σου έδινε αυτή την εντύπωση παρά την κρίση ταυτότητας που είχε, παρά το ότι ταλαντευόταν ανάμεσα στο παρελθόν και στο επίσης παρελθοντικό παρόν, σε σκονισμένα παπούτσια και καφέδες. Ένα καφέ που θα μπορούσε εκτός από πρώην υποδηματοποιείο να ήταν και το σπίτι του. Ένα σπίτι από άχυρο ανάμεσα σε ατσάλινα, υπερπολυτελή τέρατα. Κι αυτός εκεί. Να επιμένει. Ένα μάχιμο σκιάχτρο.

Πρέπει να ήταν γύρω στα 80, ίσως και περισσότερο. Σίγουρα όχι λιγότερο, γιατί οι σακούλες κάτω απ’ τα μάτια το είχαν μαζέψει το δάκρυ τους, φούσκωσαν υπερβολικά, άλλη θλίψη δε χώραγε. Κι είχε κι εκείνο το βλέμμα το μυστήριο, της επανεκκίνησης. Της τάσης να ζήσεις την ίδια ακριβώς στιγμή που πρέπει να πεθάνεις. Η αφθονία από τριαντάφυλλα δήλωνε πως αν είχε σύζυγο ίσως δε ζούσε πια. Μια γυναίκα δε χαραμίζει έτσι τα τριαντάφυλλα του κήπου της. Μια γυναίκα παλιάς κοπής τουλάχιστον. Όταν περπατούσε, κουνούσε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά σαν εκκρεμές. Εκτός από άνθρωπος ήταν πια κι ένα μηχανικό ρολόι. Το έβλεπες στα μάτια του. Το μπετόν τα πλάκωσε κι αυτά. Το υπερβολικό μεϊκάπ. Το πλήθος που στέκει ακίνητο και δε μιλά σε κανέναν. Οι πλαστικοποιημένοι παιδότοποι. Τα χρέη.
Παρήγγειλα φρέσκο χυμό πορτοκάλι. Υπήρχε στο χειρόγραφο μενού άλλωστε. FRESH ORANGE JUICE – 2 euro.

Έφτασε πολύ γρήγορα. Δυο – τρεις πράσινες κηλίδες επέπλεαν στην επιφάνειά του. Δεν τόλμησα να τον μυρίσω. “΄Εναν γλυκύ να τον πιούμε μαζί έχετε;”, φώναξα. Ησυχία. Δε φάνηκε να τον πείραξε που δεν ήπια τον μουχλιασμένο χυμό. Στον δρόμο προς την κουζίνα τακτοποίησε κάποια παλιά παπούτσια που είχε στα ράφια, μια γόβα με χρυσό φιόγκο, ένα αντρικό με τακούνι, έσυρε και κάτι ρολά με πολύχρωμα δέρματα κάτω από ένα τραπέζι και δυνάμωσε την ένταση του ραδιοφώνου. Το ραδιόφωνο πρώτα έπαιξε Πυξ Λαξ, μετά Βίσση και μετά κάτι πιο ηλεκτρονικό. Υπέθεσα πως ό,τι και να έπαιζε εκείνο το ραδιόφωνο δεν τον ένοιαζε. Φτάνει που έπαιζε. Κάπου στο βάθος και η φωτογραφία. Με τη χρυσή αμμουδιά να προσκυνά τα ξενοδοχεία. Ξεθωριασμένη. Ελαφρώς στραβή. Με ιστούς αράχνης να έχουν σφηνωθεί μόνιμα μέσα στο κάδρο. Να κρέμονται σαν έντερα ή γερασμένα μαλλιά.
Έφτασε ο καφές. Με περίμενε κι ένα γλυκό του κουταλιού στο πιατάκι. Καρυδάκι. Είχε κι αυτό μια κηλίδα. Έμοιαζε με μάτι. Προτίμησα να μη δοκιμάσω. “Ήρθα να σας πάρω συνέντευξη…”, ξεστόμισα διστακτικά. Με άκουσε, μα δεν είπε λέξη. Απλά έφτυσε κάτι. Δεν ήταν σάλιο. Ήταν κάτι πιο γλοιώδες, ζωντανό, που χάθηκε στη στιγμή.
Τα εργαλεία του ήταν ακόμη εκεί, το ίδιο και το στοκ παπουτσιών που του είχε μείνει σαν παράσιτο όλα αυτά τα χρόνια. Απλά μετακινήθηκαν προς τις γωνιές του μαγαζιού ή κάτω από καρέκλες και τραπέζια. Στη βιτρίνα υπήρχαν ακόμη κάποια τιμολόγια και προσφορές γραμμένες στο χέρι. Το μελάνι τους θολό. Το χαρτί κίτρινο. Αν ήσουν προσεχτικός, έβλεπες κάπου – κάπου και κανένα σκαρπέλο να εξέχει. Έμπαινε στην κουζίνα. Έβγαινε. Κάτι μετακινούσε. Κουνούσε και πάλι το κεφάλι. Χαμογελούσε. Δεν μπορούσα όμως να καταλάβω αν αυτό ήταν πράγματι ένα χαμόγελο ή το κατάλοιπο ενός εγκεφαλικού. Ξεμύτιζε διακριτικά απ’ την πόρτα και με παρατηρούσε. Σαν ζώο που τρώει τη μοναξιά μπουκιά – μπουκιά για να επιβιώσει. Μου θύμισε το βλέμμα ενός παιδιού. Εκείνο το βλέμμα που σε μεγεθύνει, που σε κάνει άτρωτο.
Τον ξαναρώτησα για τη συνέντευξη.
Πάλι δεν απάντησε.

Μια σκιά μάς σκέπασε στιγμιαία.
Δεν ήταν σύννεφο.
Έσκυψε το κουρασμένο του κεφάλι. Τακτοποίησε ένα τριαντάφυλλο στο βάζο που κρεμόταν σαν αποκεφαλισμένο. Μου φάνηκε πως στράφηκε προς τη σκιά. Μετά πάλι σ’ εμένα.

“Κάτι σαν ύπνος θα ‘ναι…”, μου είπε. “Σαν το κενό που χωρίζει το ένα δέντρο απ’ τ’ άλλο..”.

Κάθισε και πάλι στην καρέκλα του. Μου φάνηκε πως η καρέκλα τον αγκάλιασε σφιχτά, πως άθελά της μαρτύρησε τον έρωτά τους. Ένιωσα την ανάγκη να εξαφανιστώ. Ήπια μια γρήγορη γουλιά απ’ τον καφέ. Δεν είχε περίεργη γεύση.

Έβγαλα στα γρήγορα ένα ευρώ απ’ την τσέπη. Το τοποθέτησα στη γλώσσα που κρεμόταν απ’ το χαλαρωμένο του σαγόνι. Άφησα τα υπόλοιπα ψιλά στο τραπέζι.

Καμία αντίδραση.

Μόνο ο ενοχλητικός ήχος μιας μύγας που πάλευε με τον εαυτό της, δίπλα ακριβώς απ’ το πιατάκι με το γλυκό.

Γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου / ioannou.mari@gmail.com/σκίτσο: Mαρίνα Γεραλή

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

νύχτα

Τον εγκατέλειψε αιμόφυρτο στο πάτωμα κι άφησε την εξώπορτα να την καταπιεί. Άρχισε να ...

Μεγαλούπολη η [meγalupoli]:

*Φιλοξενία 3 στο ΣΗΜΕΙΟ ΣΤΙΞΗΣ ΙΙ. Βρέθηκε να περπατά, αυτή τη φορά, στη Βουδαπέστη, ...

Φωνοκιβώτιο

“Συγγνώμη, λάθος!”, του είπε, κι έκλεισε το τηλέφωνο. Σε τέτοιες περιπτώσεις κανείς δεν παίρνει ...

στο τηγάνι

“Δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στο να πληρώνεις μια ιερόδουλη για να σου εκπληρώσει ...

Η Αφρούλα σε πέλαγος βαθύ

ΣΗΜΕΙΟ ΣΤΙΞΗΣ | ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ #2 Γράφει ο Αντώνης Γεωργίου/Εικονογραφεί ο Λοΐζος Ολύμπιος Είχε σηκωθεί ...

αγαπώ σε

Γράφει η Μαρία Ιωάννου / Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή “Να λυπάσαι σωστά!”, μου είπε ...

X