Κλειστά παντζούρια

Κάθε μέρα η Λευκοθέα έβγαινε στο μπαλκόνι της, μπροστά στον πολυσύχναστο δρόμο της και έραβε. Ποιος ξέρει τι ήταν αυτό που την απασχολούσε κάθε μα κάθε μέρα για τόσα χρόνια. Αν ήταν για εγγόνια τότε η Λευκοθέα θα πρέπει να είχε πολλά γιατί πάντα είχε κάτι να ράψει. Άλλες μέρες, ανάλογα από την ώρα που θα την έβρισκες, διάβαζε ή πότιζε τις γλάστρες. Πάντα έχοντας τον νου της στην κίνηση έξω από την είσοδό της, χαιρετώντας πού και πού γνωστούς και γείτονες.

Η Λευκοθέα και ο Αντώνης είχαν επιστρέψει στο παλιό πατρικό του συζύγου, που για χρόνια ήταν άδειο αν και καλά διατηρημένο, όταν αυτός, δικαστικός στο επάγγελμα, αφυπηρέτησε και τα παιδιά τους έφυγαν και τράβηξαν το καθένα τον δρόμο τους. Από τότε ο Αντώνης έφευγε κάθε πρωί για το καφενείο, για να επιστρέψει το μεσημέρι και η Λευκοθέα περνούσε την ώρα της στη βεράντα. Δεν έπιανε κουβέντα με τους περαστικούς γείτονες, μόνο κυρίως με τη νοικοκυρά του πρώτου στη δίπλα πολυκατοικία. Αλλά και αυτή είχε τις δουλειές της, τα ψώνια της και την οικογένειά της να τρέξει. Και η Λευκοθέα φαινόταν ευχαριστημένη απλώς με το να ασχολείται με τα δικά της και να απολαμβάνει τον χρόνο που κέρδισε μετά από χρόνια δουλειάς, στο σπίτι, για τους άλλους.

Το απόγευμα ήταν μια άλλη μέρα, που την περνούσαν μαζί. Τα παντζούρια του σπιτιού έκλειναν για να κόψουν τον ήλιο που έγερνε και χτυπούσε πιο έντονα μετά το μεσημέρι, καθώς η ζωή συνεχιζόταν στο καθιστικό και πίσω, στην κουζίνα. Άκουγε κανείς ομιλίες μέσα από το σπίτι, τους έβλεπε να βγαίνουν τις βόλτες τους, κάποτε τους άκουγε να έχουν τις συνηθισμένες γεροντικές κόντρες. Κάθε ατάκα, κάθε πείραγμα, κάθε παράπονο γυαλισμένο με τα χρόνια σαν ένα πολυχρησιμοποιημένο σκεύος ή σαν μαχαίρι που άμβλυνε ο καιρός και δεν κόβει πια ούτε βούτυρο.
Πριν δύο μήνες όμως τα παντζούρια της Λευκοθέας ήταν κλειστά. Στη βεράντα καθόταν ο δικαστής -που δεν τον είχε δει κανείς ποτέ στο σπίτι το πρωί τόσα χρόνια. Ακίνητος στην καρέκλα που προτιμούσε πάντα η Λευκοθέα, να περιεργάζεται την κίνηση στον δρόμο. Είχε μόλις ποτίσει τις γλάστρες και κόντευε το μεσημέρι, η ώρα που συνήθως επέστρεφε και ξεκινούσε και αυτός, όπως και η Λευκοθέα, το δεύτερο μέρος της ημέρας. Μόλις πριν μερικές μέρες όμως σηκώθηκε, μπήκε στο σπίτι και άνοιξε τα παντζούρια. Στο εξής, είχε πει σε έναν περαστικό, θα έχει παρέα στο σπίτι το φως.

  • Γιώργος Κακούρης

    Γεννήθηκε στις ΗΠΑ το 1982. Σπούδασε δημοσιογραφία και πολιτικές επιστήμες στα πανεπιστήμια NYU της Νέας Υόρκης και UCL του Λονδίνου. Εργάζεται ως δημοσιογράφος από το 2005 ως συνεργάτης και από το 2009 μόνιμα στην εφημερίδα «Πολίτης» καλύπτοντας πολιτικά και διεθνή θέματα. Αρθρογραφεί κάθε Κυριακή στο πολιτιστικό ένθετο «Παράθυρο» και ραδιοφωνεί κάθε Σάββατο στην εκπομπή «Καζαντί» στον «Πολίτη 107,6» | kakouris.g@politis-news.com |@nekatomenos

You May Also Like

Μνημόνιο ή πρέζα

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Από τη μία πλευρά ενός κάλαθου κάπου στη Λήδρας, το ...

Ζητείται πλάκα

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Πριν από μερικές ημέρες κυκλοφόρησε η είδηση πως στο Ντιτρόιτ ...

Ένα περήφανο γιουχάισμα

Δεν συγκινήθηκε και κανείς ιδιαίτερα όταν άρχισαν τα γιουχαΐσματα κατά του Νικόλα Παπαδόπουλου στο ...

Μην λεηλατείτε την πόλη μου

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Όταν επέστρεψε από τις διακοπές του και μίλησε επιτέλους για ...

Αυτονόητα [2]

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Από την ημέρα που άρχισαν τα έργα στον λούκκο [τέως ...

Διαφημιστικός πατριωτισμός

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Κι εκεί που στο σχολείο μάς δίδασκαν γεωγραφία με τον ...

X