Στον κάδο

Σκόνταψα. Ίσα που πρόλαβα την πτώση μου μέσα σε μια μολυσμένη λακκούβα. “Βρομιάρη!”, είπε μια φωνή. Γύρισα πίσω το κεφάλι. Στο στενό δρομάκι, κανείς. Μόνο μια άστεγη γάτα, κι αυτή πολτοποιημένη. Δίπλα της ένας παχύσαρκος κάδος του δήμου. “Βρο-μιά-ρη!”, συνέχισε θυμωμένα η φωνή. Η αλήθεια είναι πως όσο τέρας υπομονής και να είσαι δεν μπορείς να αντέξεις και πολύ την επανάληψη μιας τόσο ενοχλητικής λέξης. Έστρεψα και πάλι το κεφάλι προς τα πίσω. Αυτήν τη φορά ακόμη πιο απότομα, σαν καουμπόης. Το πιστόλι μού έλειπε. Τίποτα. Συνέχισα να διασχίζω το δρομάκι με αργό βηματισμό. Δεν σκέφτηκα στιγμή πως αυτό που άκουγα θα μπορούσε να ήταν η απαρχή μιας σχιζοφρενικής κατρακύλας. Εξάλλου ο καυτός ήλιος δεν επέτρεπε την οποιαδήποτε εγκεφαλική ή σωματική επιτάχυνση.

Και καθώς προχωρούσα, έτσι στα ξαφνικά, κόλλησε στη σόλα μου ένα διαφημιστικό φυλλάδιο. Απ’ αυτά που κατακλύζουν τους δρόμους τον τελευταίο καιρό. Τίναξα το πόδι. Καμία επιτυχία. Είχε γαντζωθεί για τα καλά. Ήθελε χέρι. Ευτυχώς είχα αντισηπτικό. Υποχόνδριος. Εκ γενετής. “Πωλείται καλόγερος σε τιμή ευκαιρίας! Μόνο 15 χρονών!”. Το χαρτί του διαφημιστικού φθηνό. Θα μπορούσε να ήταν και χαρτί τουαλέτας. Τα γράμματα να ξεβάφουν απ’ τον ιδρώτα στην παλάμη μου. “Από ξύλο πρώτης ποιότητος!”. Μα στ’ αλήθεια, ποιος θα ήθελε να αγοράσει έναν καλόγερο την σήμερον ημέραν; Θα σκεφτεί άραγε μέσα στη μιζέρια του… Πάντα ήθελα έναν καλόγερο… ή … γιούπιιι, ένας καλόγερος; Τσαλάκωσα με βία το φυλλάδιο και το ‘ριξα σε μια γωνιά. Η παλάμη μου είχε μουντζουρωθεί απ’ το μελάνι του. Το μελάνι μού θύμισε αίμα. Μετάνιωσα. Το μάζεψα. Το ξετσαλάκωσα. Το έριξα στον κάδο. “Μπράβο!”, ξανάπε η φωνή.

Ένιωσα το κολάρο να με πνίγει. Ο ιδρώτας μου διαμαρτυρόταν κι αυτός. Άφηνε τις σταγόνες του να χρωματίζουν το πουκάμισο αηδιαστικά. Ανοίγω το κουμπί. Το κουμπί ξανακλείνει. Μα τι στο διάολο! Ούτε ένα κουμπί δεν μπορώ να ελέγξω πια; “Άχρηστε!”, είπε με ένταση η φωνή. Δεν διαφώνησα. Έμεινα να κοιτάζω τις γόπες των τσιγάρων στο τσιμέντο. Ούτε ένα ίχνος άσπρου. Όλα τα τσιγάρα τελειωμένα. Τελειωμένοι κι εμείς. Πού καιρός που τα έβλεπες μισά ή σχεδόν ολόκληρα. Δεν σηκώνει σπατάλη το τσιγάρο πια. Να σου πω εγώ, κύριε, από πού φάνηκε η κρίση. Απ’ τις γόπες. Όχι τις γόπες τα ψάρια, κύριε. Τις άλλες γόπες. Σκέψη υπερβολικά σοβαροφανής για μια τόσο ζεστή μέρα. Την αλλάζω.

Μετά άκουσα κάτι περίεργους μεταλλικούς θορύβους. Μια πιθανότητα ήταν η γάτα να αναστήθηκε και να έκανε πάρτι μέσα στον κάδο. Ή να βούτηξε μέσα ένα πουλί κι ο κάδος να το κατάπιε. “Είσαι ένας βρομιάρης, ένας άχρηστος, ά-χρη-στος!”, ούρλιαξε τότε η φωνή. Μάλιστα. Άρχισα να ανησυχώ για την ψυχική μου υγεία. Αγαπητέ κ. ψυχολόγε, μου μιλά ένας κάδος απορριμμάτων, νομίζετε ότι έχω πρόβλημα; “Επιτέλους!”, ψιθύρισε μετά μ’ ευχαρίστηση η φωνή κι ο κάδος έφτυσε απότομα ένα παλιό ραδιόφωνο. Πανέμορφο, η αλήθεια. Μα κομμένο στα δύο. Ακολούθησαν κάτι σκισμένα μαξιλάρια και μια σπασμένη συσκευή που έμοιαζε με αποχυμωτή. Ο κάδος συνέχισε να πετά διάφορα αντικείμενα, μιαν τσάντα απομίμηση -μόνο έτσι εξηγείται-, μια παιδική κούκλα σε ενοχλητικά άριστη κατάσταση, ακόμη κι ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς. Λίγα λεπτά αργότερα έβγαλε κι έναν άνθρωπο. Πρώτη φορά έβλεπα κάδο να ξερνά άνθρωπο. Θα περίμενε κανείς ν’ αρχίσω να περιγράφω έναν κουρελιασμένο γέρο με μουντζουρωμένο πρόσωπο και μια χειροποίητη ταμπέλα να γράφει ΠΕΙΝΩ ή ΠΙΝΩ, αλλά όχι! Στην τρίχα. Με πουκάμισο Burberry και μοδάτα γυαλιά μυωπίας. Έκανε παύση. Με σκάναρε. Κανένα σχόλιο. Λιγότερο κι από σκουπίδι είμαι πια; – σκέφτηκα. Με πείραξε. Όμως χάρηκα που η φωνή είχε μια λογική προέλευση. Αυτός χάιδεψε λίγο τα μαλλιά του. Τίναξε μια φλούδα απ’ το παντελόνι. Σκούπισε επαναληπτικά το μανίκι. Μάζεψε όλα τα αντικείμενα σε μια σακούλα. Μαζί και το σάντουιτς. Στράφηκε ξανά προς τον κάδο. “Βρο-μιά-ρη!”, του είπε. Κι έφυγε τρέχοντας. Με το κεφάλι ψηλά.

“Καλλιτέχνης;”, φώναξα.
Άκουσα μόνο μια κατάληξη σε -ος.
Είχε ήδη γίνει μια κουκκίδα στον ορίζοντα.
Ο άνεμος πρόλαβε και καταβρόχθισε την απάντησή του.

Στάθηκα δίπλα του. Είχαμε σχεδόν το ίδιο ύψος. Παρά τα σκουπίδια στα σπλάχνα του δεν μύριζε άσχημα. Είχε ακόμη το άρωμα μιας ακριβής κολόνιας. Ακούμπησα λίγο πάνω του για να ξεκουραστώ. Έκλεψα και λίγη απ’ τη σκιά του. Για κάδος δεν ήταν άσχημος. Περιποιημένος. Σε κάποια άλλη εποχή θα μπορούσε να ήταν έργο τέχνης. Έκανα να φύγω μα είδα και πάλι τη γάτα. Δυστυχώς δεν είχε αναστηθεί. Έμοιαζε όμως ευτυχισμένη. Τη μάζεψα χρησιμοποιώντας κάποια από τα διαφημιστικά φυλλάδια. Την έριξα με ανατριχίλα στον κάδο. Έπλυνα και πάλι τα χέρια με αντισηπτικό. Αυτήν τη φορά ολόκληρο το μπουκάλι. Μετά σκέφτηκα τον άγνωστο με το Burberry. Τον φαντάστηκα να μασά το ήδη μασημένο σάντουιτς. Μου ‘ρθε ένα βάρος στο στομάχι.
Μπορεί όμως να το πήρε για τον σκύλο του!

Ναι.

Μπορεί ο σκύλος του ο Rocky αυτήν ακριβώς τη στιγμή να κουνά την ουρά του και να τον ευχαριστεί.

Γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου – ioannou.mari@gmail.com / Εικονογράφηση Μαρίνα Γεραλή

 

 

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

αγαπώ σε

“Να λυπάσαι σωστά!”, μου είπε κι εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι εννοούσε, μου ...

Η τέλεια τούρτα

Γράφει η Μαρία Ιωάννου |εικονογράφηση Μαρίνα Γεραλή Αφήνει τη γυναίκα του να παρακολουθεί με ...

Μέλισσες στη Στοκχόλμη

ΗΠΙΑ ΚΙΝΗΣΗ, αργή. Σαν το βίδωμα μιας ψυχής στον τοίχο. Πλησιάζοντας το φλιτζάνι του ...

Οι πετσέτες ανεμίζουν*

Η κυρία Δώρα μόλις έχει γυρίσει από το νοσοκομείο. Η λευχαιμία παραμένει σταθερή. Όχι ...

Αεροβάτες

“Δεν είσαι πουλί, γι’ αυτό φοβάσαι”, γράφει με μεγάλα, κεφαλαία γράμματα το τραπεζάκι του ...

Το Χαλί κι ο Συνθέτης

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου – ioannou.mari@gmail.com / Εικονογράφηση Μαρίνα Γεραλή Eίχαν μπλοκάρει ενοχλητικά ...

X