αγαπώ σε

“Να λυπάσαι σωστά!”, μου είπε κι εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι εννοούσε, μου φάνηκε απλά περίεργο να μετρά κανείς τη θλίψη ή τη χαρά με όρους όπως σωστό ή λάθος. Ακούστηκε κάπως οξύμωρο, σαν να λες “Να αγαπάς σωστά!” ή “Να απελπίζεσαι σωστά!”. Δε μου φάνηκε γήινο όλο αυτό, ίσως όμως και να ήταν ακριβώς αυτό, γήινο. Κι εγώ κάτι άλλο, εξωγήινο. Δεν του απάντησα. Ήξερα όμως ότι κάπου εκεί είχε τελειώσει. Το φαράγγι που διαχώριζε τη σκέψη μας όλα αυτά τα χρόνια ξαφνικά μεγάλωσε κι έγινε αδιάβατο. Το είδα να χωρίζει το πρόσωπό του στα δύο, είδα το σώμα να τεμαχίζεται και αυτό, το ένα μέρος να πέφτει δεξιά και τ’ άλλο αριστερά, δυο πύργοι που καταρρέουν, καταδικασμένοι να πέσουν σε διαφορετικά σημεία, ασυντόνιστοι ακόμη και στην τελευταία τους στιγμή. Δεν κατάλαβα πότε κόπηκα κι εγώ στα δύο. Αυτά τα πράγματα γίνονται ύπουλα κι αργά.

Δύο σώματα σε τέσσερα κομμάτια κείτονταν μπροστά από το χριστουγεννιάτικο δέντρο της πλατείας, και καθώς αυτό φωτιζόταν αγέρωχο, και ενώ ακούγονταν τα κάλαντα και μύριζαν τα γλυκά στους πάγκους, τα τέσσερα κομμάτια μας μάταια προσπαθούσαν να συναρμολογηθούν. Επικρατούσε μεγάλη σύγχυση, κάποτε το δικό μου μισό πήγαινε να ενωθεί με το δικό του, μα ξέραμε κι οι δύο πως αυτό δεν επρόκειτο να συμβεί, κι ας ήταν γιορτές, κι ας έπρεπε οι άνθρωποι να είναι είτε ολόκληροι με τον εαυτό τους είτε ολόκληροι με κάποιον άλλο. Κι ήμασταν κι οι δύο στα πατώματα, αμίλητοι κι ακίνητοι, αηδιαστικοί θα έλεγα, μόνο που αίμα δεν έτρεχε από μέσα προς τα έξω, μόνο από έξω προς τα μέσα, κι αυτό είναι καλό άμα σκεφτεί κανείς πως τις γιορτές κανείς δε θέλει να βλέπει διαμελισμένα σώματα και αίματα στους δρόμους, μόνο λιωμένους χιονανθρώπους και ζαχαρωτά. Ευτυχώς, λοιπόν, που είχαν έρθει έτσι τα πράγματα γιατί ήμασταν σαν σκισμένα χαλιά ή σαν ξεσκισμένοι άστεγοι κι οι άνθρωποι απασχολημένοι από την ανάγκη τους να είναι ευτυχισμένοι απλά μας προσπερνούσαν. Κι αν κάποιοι μας πατούσαν, πρέφα δεν έπαιρναν, μπορεί και να πατούσαν ένα μυρμήγκι ή μια μικροσκοπική κατσαρίδα, τόσο αόρατοι ήμασταν στα δικά τους μάτια, και φυσικά πια ο ένας στα μάτια του άλλου. Κι έτσι όπως το χέρι του έκανε να αγγίξει το δικό μου, ήθελα να κλάψω με λυγμούς, περισσότερο από λυγμούς, εύχομαι να υπήρχε εκείνη η έκφραση που θα μπορούσε να περιγράψει το κλάμα μιας τόσο παράλογης κατάστασης

. Θέλω να πω, δε τυχαίνει σε κάθε χωρισμό τέτοιος κυριολεκτικός διαμελισμός. Και καθώς τα δακρυσμένα μου μάτια αγωνίζονταν να συναντήσουν το ένα το άλλο πάνω στα πεζοδρόμια, το στόμα του, ολόκληρο, είπε κάτι σαν “Δε φταις εσύ!”, μα και πάλι φάνηκε να μην το πίστευε κι εγώ δοκίμασα να απαντήσω, με στόμα κομμένο στα δύο, “Μακάρι να είσαι ευτυχισμένος!”, αλλά με πρόδωσε η κρίσιμη σωματική μου κατάσταση κι αυτό ακούστηκε σαν “Μακάρι να είσαι χεσμένος!”, πράγμα που εγώ δεν ήθελα να πω και δυστυχώς δεν είχα τρόπο να το πάρω πίσω αφού, επαναλαμβάνω, το ένα μου χέρι ήταν στη γωνία και το άλλο σχεδόν στην άσφαλτο. Κι εκείνος πήγε να αγριέψει και να σηκώσει χέρι αλλά εκείνο το κακόμοιρο το χέρι κρεμόταν από έναν στύλο της ηλεκτρικής, μάλιστα ένα αγοράκι που περνούσε εκείνη τη στιγμή με σκέιτμπορντ σταμάτησε για λίγο και το κοίταζε, ίσως να νόμισε πως ήταν ξωτικό. Έτσι λοιπόν δε μπορέσαμε να ασκήσουμε ο ένας στον άλλο ούτε σωματική αλλά ούτε και σωστή λεκτική βία και μείναμε για ώρα έτσι σκορπισμένοι μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο, καταδικασμένοι να κοιτάζουμε ο ένας τα κομμάτια του άλλου, μη γνωρίζοντας αν μετά από αυτό θα καταφέρναμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας, πιστεύοντας ακράδαντα πως η κάθε δυνατότητα προσωπικής ευτυχίας είχε πια εξανεμιστεί σαν αστερόσκονη.

Κι όταν κουβαλούσαν τα κομμάτια μας πάνω στα φορεία έκαναν λάθος κι έβαλαν το δικό μου μισό με το δικό του στο ίδιο φορείο κι εγώ φώναξα “Σε μισώ!”, κι έτσι έτρεξαν αμέσως να διορθώσουν το λάθος τους, πρώτη φορά παρατηρούσα τέτοια ταχύτητα, την εκτίμησα η αλήθεια, γιατί λεπτό δεν μπορούσα να περάσω άλλο μαζί του και κάτι μου απάντησε κι εκείνος αλλά πάλι μισοφαγωμένο γιατί εκείνη την ώρα μας χορηγούσαν κάτι σαν αναισθητικό, μόνο που δεν είμαι σίγουρη τι ήταν τελικά, γιατί αντί ρόμπες μού φάνηκε πως μας έβαζαν ζουρλομανδύες και πως το ασθενοφόρο έμοιαζε με κλούβα και πως κάτι τύποι, επίσης διαμελισμένοι, μας κοιτούσαν ώρα πολλή να τσακωνόμαστε σαν τα σκυλιά, προσπαθώντας, παράφορα, να κρατηθούν στη ζωή απ’ τα ουρλιαχτά μας.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Σε ξένο δοχείο 26/05/2014

Η αλήθεια είναι πως δεν ήθελα ποτέ να μοιραστώ μαζί σας αυτή την παράλογη ...

νύχτα

Τον εγκατέλειψε αιμόφυρτο στο πάτωμα κι άφησε την εξώπορτα να την καταπιεί. Άρχισε να ...

Φωνοκιβώτιο

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου / ioannou.mari@gmail.com “Συγγνώμη, λάθος!”, του είπε, κι έκλεισε το ...

Κιθάρα δίχως ήχο

Τ’ αστέρια συρρικνώθηκαν. Η μοτοσυκλέτα μούγκρισε. Κι αυτή χάθηκε βολίδα στην παράνοια της πόλης. ...

Ο Λάκης ο Τσιάκκος

Την πρώτη φορά που τον γνώρισα είχε χαλάσει το πλυντήριό μου. Μου τον είχε ...

Όλα ξεκίνησαν από ένα κουτάλι

Γράφει η Μαρία Ιωάννου, ioannou.mari@gmail.com | Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή Ώστε μου δίνεις αυτό ...

X