Εκείνο το βράδυ ξύπνησε ανάμεσα σε πόρτες κλειστές. Εκείνη. Στο κέντρο μιας αυλής. Μιας εσωτερικής τετράγωνης αυλής. Οι πόρτες -κλειστές- σύνολο τρεις, ορθώνονταν πελώριες μπροστά της. Ξύλινες πόρτες, βαριές κι αρχοντικές, σαν κι αυτές που αγαπούσε να φωτογραφίζει σε κάθε της βόλτα. Τις παρατηρούσε με προσοχή από το κέντρο της αυλής, όπου στεκόταν ατάραχη, αγέλαστη -αγνώριστη. Δεν ήταν φόβος -μάλλον, όχι- οι δείκτες του ρολογιού μόνο την καλούσαν να καταλάβει τι ακριβώς κρυβόταν πίσω από αυτές, κρυβόταν, ναι -πάντα κάτι κρύβεται πίσω από πόρτες κλειστές.

Ακολουθώντας τους δείκτες του ρολογιού, που εκκωφαντικά χτυπούσε στο κεφάλι της, πλησίασε την πρώτη πόρτα, αυτήν που βρισκόταν απέναντι ακριβώς από το αριστερό της χέρι. Ακούμπησε το αφτί στο σάπιο από τον χρόνο ξύλο. Τίποτα. Δεν άκουγε τίποτα -φυσικά. Την άγγιξε. Περιεργαζόταν τα καλοδουλεμένα της σκαλίσματα για αρκετή ώρα. Τίποτα πάλι. Δεν ένιωθε τίποτα -φυσικά. Μέχρι που το βλέμμα της εντόπισε την κλειδαρότρυπα -τη σκουριασμένη από τις μνήμες κλειδαρότρυπα. Εκείνη τη στιγμή, ναι, κάτι ένιωσε. Ένιωσε κάτι. Ότι δεν ήταν βέβαιη αν ήθελε το βλέμμα της να διαπεράσει την πόρτα, την ξύλινη, βαριά, αρχοντική πόρτα, και να εστιάσει σε αυτό που κρυβόταν -πάντα κάτι κρύβεται πίσω από πόρτες κλειστές- πίσω απ’ αυτήν. Φοβόταν.

Τη μυρωδιά και τη γεύση. Τη μυρωδιά που ο χρόνος εναποθέτει σε καθετί που συναντά στο πέρασμά του. Σε καθετί -κυρίως- που συνιστά βίαιο και σκληρό συναπάντημα, έξυπνα κρυμμένο πίσω από διάτρητο πέπλο παιδικής αθωότητας, εφηβικού ρομαντισμού, νεοφώτιστου ιδεαλισμού. Τη μουχλιασμένη γεύση που ανακαλούν οι μνήμες τόπων κι ανθρώπων που πέρασαν τυχαία ή κάτι περισσότερο από καθοριστικά δίπλα ακριβώς από την ουσία, το ποιόν και την υπόσταση της ύπαρξης -της κάθε ύπαρξης- της δικής της. Εκείνης. Ακολουθώντας διστακτικά τους δείκτες του ρολογιού -που εκκωφαντικά συνέχιζε να χτυπά στο κεφάλι της- πλησίασε την κεντρική πόρτα. Ακολούθησε την ίδια ακριβώς διαδικασία. Δεν άκουγε τίποτα -φυσικά. Δεν ένιωθε τίποτα -αρχικά. Μέχρι που το βλέμμα της εντόπισε την κλειδαρότρυπα -την καλογυαλισμένη με φτηνή χλωρίνη κλειδαρότρυπα. Εκείνη τη στιγμή λοιπόν ένιωσε. Ένιωσε τίποτα -τίποτενια.

Για όλη τη βρομιά που αναδίδεται από το ληγμένο -κυριολεκτικά- παρόν της -που καμιά φτηνή χλωρίνη δεν μπορεί να καλύψει. Για όλη τη στυφάδα που της αφήνει κάθε ύπαρξη από την οποία περιβάλλεται -η ύπαρξή της. Εκείνη.

Το ρολόι συνέχιζε να χτυπά εκκωφαντικά στο κεφάλι της, οι δείκτες γύριζαν με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα οδηγώντας την -φυσικά- στην τρίτη πόρτα, αυτήν που βρισκόταν απέναντι ακριβώς από το δεξί της χέρι. Αυτήν δεν την ψηλάφισε. Ούτε δοκίμασε να την ακούσει. Ούτε την έβλεπε ακριβώς. Για την ακρίβεια, δεν έβλεπε τίποτα. Μια μυρωδιά μονάχα πέρασε ξυστά από τη μύτη της -ίσα που πρόλαβε να την εγκλωβίσει- που κι αυτή με τη σειρά της εναπόθεσε μαλακά τη γεύση της κάπου ανάμεσα στον ουρανίσκο και τη γλώσσα. Μα, έγινε τόσο σύντομα όλο αυτό -ένα φτερούγισμα μόλις διήρκεσε- που δεν πρόλαβαν η μυρωδιά κι η γεύση να γίνουν η κινητήριος ανάμνηση, παρά μόνο η άπελπις ελπίδα, που με ταχύτητα κλάσματος δευτερολέπτου αυτοκτόνησε ενώπιόν της, προτού προλάβει καν να την σκοτώσει. Εκείνην.
Χωρίς λέξη καμία και δίχως να το καταλάβει βρέθηκε στην αρχική της θέση, στο κέντρο της αυλής -της εσωτερικής τετράγωνης αυλής- ατάραχη, αγέλαστη -αγνώριστη. Οι τρεις πόρτες στη θέση τους κι αυτές -πελώριες. Οι δείκτες του ρολογιού σταμάτησαν -απρόσμενα. Το ρολόι έπαψε να χτυπά εκκωφαντικά στο μυαλό της -απότομα. Εκείνη, μετέωρη για πολλή ώρα -αιώνες ολόκληρους- χωρίς να αντιλαμβάνεται γιατί και πώς έκλεισε τα μάτια. Κοιμήθηκε ύπνο βαθύ. Για πολλή ώρα. Αιώνες ολόκληρους. Τόσο, που δεν κατάλαβε -δεν πρόλαβε να καταλάβει- γιατί και πώς την ρούφηξε με μια χαψιά -αθόρυβα- αυτή που βρισκόταν πίσω ακριβώς από την πλάτη της: η τέταρτη πόρτα -η σιδερένια καγκελόπορτα.

Αυτήν δεν την είδε. Όχι. Το ρολόι ούτως ή άλλως είχε πάψει να χτυπά. Οι δείκτες είχαν ήδη σταματήσει να γυρίζουν πολλή ώρα -αιώνες- πριν.

Γράφει η Έρινα Χαραλάμπους | Εικονογραφεί η Ιωάννα Κανάρη Παπαδοπούλου

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Λέξεις

Γράφει η Ερατώ Ιωάννου-Μουστάκα | Εικονογραφεί η Δέσπω Αντωνίου Έχω οδηγίες να αναφερθώ στο ...

Φωνοκιβώτιο

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου / ioannou.mari@gmail.com “Συγγνώμη, λάθος!”, του είπε, κι έκλεισε το ...

Αεροβάτες

Γράφει η Μαρία Ιωάννου / Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή “Δεν είσαι πουλί, γι’ αυτό ...

3 bonsai

1. Πρώτη φορά θα έπαιρνα συγκοινωνία στην Αθήνα. Ήταν την επομένη της άφιξής μου ...

Το Χαλί κι ο Συνθέτης

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου – ioannou.mari@gmail.com / Εικονογράφηση Μαρίνα Γεραλή Eίχαν μπλοκάρει ενοχλητικά ...

Το βλέμμα

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου – ioannou.mari@gmail.com | εικονογράφηση Μαρίνα Γεραλή «Μ’ αρέσει κι ...

X