Έχω οδηγίες να αναφερθώ στο πιο πάνω θέμα και να σας ενημερώσω ότι, στις 22 Ιουνίου 2014, ημερομηνία σύνταξης της παρούσης, οι Λέξεις απέδρασαν.
Υπενθυμίζεται ότι οι Λέξεις, η διαχείριση των οποίων εμπίπτει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού και Άλλων Συναφών Θεμάτων, εξέτιαν ποινή φυλάκισης, στην πτέρυγα υψηλής ασφαλείας στο σωφρονιστικό ίδρυμα του κράτους, στη βάση των προνοιών του Άρθρου 9 του περί Ελέγχου των Τεχνών του Λόγου Νόμου του 2013.

Κάποτε ήταν ήπιες οι Λέξεις. Τώρα πια, ούτε οι ίδιες δεν άντεχαν στη θέα της θλιβερής τους μετάλλαξης. Έτσι, το σκοτάδι της τεράστιας ξύλινης κάσας, που τις είχανε κλείσει, ήταν σχεδόν λυτρωτικό. Έμοιαζαν με μάγισσες-η άκρη της μύτης να κρέμεται πλαδαρή πάνω απ’ το στόμα, κι απ’ αυτό να αναφύονται δόντια μυτερά. Η ψυχή τους έσκασε και βγήκαν από μέσα τ’ αγρίμια. Τις άκουγα-τις υπόκωφες στριγκλιές-καθώς οι Λέξεις κατασπάραζαν η μία την άλλη.
Έμειναν κλεισμένες εκεί, μέρες χρόνια-φαντάζουν αιώνες. Ξέχασαν τη γλώσσα τους κι εγώ άρχισα να γράφω με αόρατο μελάνι.

Ταυτόχρονα, επισημαίνεται ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες του Κώδικα Συμπεριφοράς των Λέξεων που ψηφίστηκε ομόφωνα από την ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων και τέθηκαν σε ισχύ με τη δημοσίευσή τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
Μαυρόασπρο.

Τις μαζεύουν-με την κάνη των όπλων να μπήγεται στα πλευρά και στην πλάτη τους. Τις τραβούν με βία από το παραμύθι. Ένα παιδάκι, τις αρπάζει από τον ποδόγυρο του λευκού φορέματος και δε λέει ν’ αφήσει να του τις πάρουν. Το σώμα λιγνό και τα μέλη αδύναμα, μέσα στις ζεστές απ’ τον ύπνο πιζάμες. Οι Λέξεις κάνουν νόημα στους δεσμοφύλακές τους, σκύβουν, σηκώνουν το παιδάκι και με ένα απαλό φιλί στο μάγουλο το ξαπλώνουν στο κρεβατάκι του. Εκείνο ηρεμεί για μια στιγμή μόνο και μετά το πνίγει πάλι ο λυγμός.

Εγώ, αδρανής, ανήμπορος, ανίκανος, προδότης, κρυμμένος μες στο σώμα του ενήλικα, το ξεχειλωμένο, παρακολουθώ τις Λέξεις να ρέουν απ’ τις σελίδες, να στάζουν στο πάτωμα, να εξατμίζονται. Και οι σελίδες-εκτυφλωτικά κενές. Μες την ησυχία που απλώνεται, ηχεί η αποπνικτική ουδετερότητα του τίποτα.

Και τις έκλεισαν στην ξύλινη κάσα. Με καρφιά ατσάλινα. Πολλά καρφιά… να διεισδύουν στη σάρκα τους. Μέχρι το κόκαλο.

Οι Λέξεις όμως το έσκασαν. Έξυσαν με το νύχι την κάσα τους υπομονετικά. Μέρα με τη μέρα. Λεπτό με λεπτό. Με επιμονή και σθένος. Τους μπήγονταν οι σκλήθρες στ’ ακροδάχτυλα, αλλά αυτές εκεί. Κι όταν το παχύ ξύλο έγινε πια λεπτός φλοιός, πήραν να το κουτουλάνε με φόρα. Μάτωσαν τα μέτωπα. Πρήστηκαν τα μάτια και σκεπάστηκαν με μελανιές. Μάτια γυαλιστερά, ολοστρόγγυλα σαν ψαριού—μάτια δαιμονισμένων.
Καβάλησαν τα σκουπόξυλά τους και πέταξαν πάνω απ’ την πόλη με τις μακριές άγριες μπούκλες τους να στροβιλίζονται στον κρύο αέρα. Με ιαχές πολέμου σκίζουν την σκούρα μπλε σάρκα τ’ ουρανού. Κι η μυρωδιά του αέρα γνώριμη. Να την εισπνέουν λαίμαργα. Να ξέρουν ότι φέρνει βροχή.

*
Στον τελευταίο όροφο της γκρίζας πολυκατοικίας, στο δωμάτιό μου, το σκεπασμένο από το σκούρο μπλε της νύχτας, απλώνεται χλωμό το φως. Κάθομαι στην άκρη της ξύλινης καρέκλας. Μες στο ενήλικό μου σώμα δύο ψυχές έχουν πιαστεί στα χέρια. Η μία φοράει πιζάμες. Στο πλαίσιο του σημειώματος ημερομηνίας τάδε με αριθμό φακέλου 17.21.34/2014- Φάκελοι στοιβαγμένοι, ξεθωριασμένοι, σκονισμένοι, με κατσαρίδες, με λεκέδες από καφέ, με μούχλα. Επιστολές. Υπηρεσιακά Σημειώματα. Οδηγίες. Νομοθεσία. Προϋπολογισμός. Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις. Έχουν ξεχάσει τη γλώσσα τους οι Λέξεις.

Κι εγώ γράφω με ένα κουτσουράκι στην άμμο.
Δαγκώνω τα νύχια. Τις βλέπω να αιωρούνται έξω απ’ το παράθυρό μου. Στα πρόσωπά τους διακρίνω τη θλίψη παλιάς ερωμένης, απογοητευμένης, προδομένης.

Ξεχύνονται στο δωμάτιο, σα ριπή αέρα που παρασέρνει κουρτίνες, βιβλία, παλιές εφημερίδες. Με αρπάζουν από το γιακά. Με κοιτούν στα μάτια, για μια στιγμή μόνο, και με φιλούν βίαια, παθιασμένα, αχόρταγα. Μετά, μου γυρίζουν τις πλάτες, περπατούν προς το παράθυρο. Κάθονται στο περβάζι στοιχισμένες και με τα πόδια τους να κρέμονται στο κενό, με κοιτούν λοξά, πάνω απ’ τους ώμους τους. Βρέχει.
πρώχνουν το σώμα τους μες στη μαυρίλα. Κάποιες πέφτουν με γδούπο στην άσφαλτο. Κάποιες αρπάζονται από προεξοχές στους τοίχους-τα κορμιά τους, τυλιγμένα σε κουρέλια, ταλαντεύονται. Κάποιες όμως εγκλωβίζονται στις στάλες της βροχής. Και στην ελεύθερη πτώση τους ακουμπούν τις παλάμες στο εσωτερικό, και μετά τα πρόσωπα. Ο αχνός της ανάσας τους θαμπώνει τη διάφανη μεμβράνη. Αιωρούνται για λίγο. Τις προσπερνούν τ’ αστέρια, οι νεφέλες, οι βουνοκορφές, τα πουλιά, τα έντομα. Κι αυτές μαζεύουν τα πόδια στην αγκαλιά τους, με το κεφάλι σκυφτό και το γόνατο κολλημένο στο μέτωπο. Το αμνιακό υγρό εισρέει από τα ρουθούνια στους πνεύμονες, στο στόμα, στο στομάχι, στις φλέβες τους, στάζει από τους πόρους τους.

Τις πίνει η γη τις σταγόνες, μαζί με τις Λέξεις μου. Κι αυτές, το ξημέρωμα, φυτρώνουν χορτάρι κι αγριολούλουδα.

Λιλιπούτειες Λέξεις. Απλές Λέξεις. Ντυμένες με λευκά αραχνοΰφαντα καφτάνια. Τις παίρνω απαλά, με τις άκρες των δακτύλων. Τις βάζω στην τσέπη του πουκάμισου, στο μέρος της καρδιάς. Εκεί είναι ήρεμες οι Λέξεις. Εκεί είμαι ήρεμος κι εγώ.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Η επομένη μέρα

Είναι ένα από τα θέματα που όλοι θα ήθελαν να μην περάσει ποτέ από ...

Σε ξένο δοχείο

Γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου – ioannou.mari@gmail.com / Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή Η αλήθεια ...

Ένα παπούτσι γλυκύ παρακαλώ!

“Δεν είναι δυνατόν να χαραμίζουν έτσι εκείνα τα άγρια τριαντάφυλλα του κήπου!”, σκέφτηκα. Θέλω ...

Σύννεφα

Γράφει η Μαρία Ιωάννου | Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου ...

Οι πετσέτες ανεμίζουν*

Η κυρία Δώρα μόλις έχει γυρίσει από το νοσοκομείο. Η λευχαιμία παραμένει σταθερή. Όχι ...

Τα σαλιγκάρια

Γράφει ο Χρίστος Τσιαήλης / εικονογραφεί ο Θεόδωρος Σαμψών Ο ήχος στα μάρμαρα της ...

X