Ο αστροναύτης

Είχε μαζευτεί κόσμος πολύς από κάτω. Τόσο κόσμο δεν είχα ξαναδεί στην περιοχή. Μια ενοχλητική μάζα από ανθρώπινα κεφάλια να κινείται αργά, δεξιά κι αριστερά. Δεν άργησαν να φανούν και τα πολύχρωμα μπαλόνια με ήλιον, τα χοτ ντογκ και τα ποπ κορν. Έφθασαν μετά κι οι κάμερες και κάνα δυο γραβατωμένοι για να καλύψουν το γεγονός. Αν έβλεπες τη σκηνή από μακριά ή από κάποιο αεροπλάνο θα νόμιζες πως το ντεπόζιτο το στείρο γέννησε επιτέλους νερό – μόνο που αυτήν τη φορά ήταν νερό πηχτό και μαύρο.

Οι περισσότεροι στα πηγαδάκια από κάτω συζητούσαν για την κακή επιλογή ‘βήματος’ για αυτοκτονία. Τόσα και τόσα κτήρια και ουρανοξύστες, πύργοι διπλοί, τριπλοί, τελευταίας τεχνολογίας, κι αυτός να επιλέξει ένα σκουριασμένο ντεπόζιτο; Όσοι ήταν μεγαλύτεροι σε ηλικία έλεγαν και ξανάλεγαν την ιστορία του εγκαταλελειμμένου αυτού ιστορικού μνημείου, πως κάποτε πότιζε ολόκληρη την πόλη και πως κάποια στιγμή ειπώθηκε -αλήθεια ή ψέμα δεν ξέρω- πως είχαν σκεφτεί να το μετατρέψουν σε Πύργο του Άιφελ αλά κυπριακά, με ασανσέρ και τα όλα του.

Κανένας, όμως, κανένας απολύτως, δεν σχολίασε τη στολή που επέλεξε ο μελλοντικός αυτόχειρας για την τελευταία του εμφάνιση. Κι αν δεν φώναζε ένα μωρό με iPad “ΜΑΜΑ, ΕΝΑΣ ΑΣΤΡΟΝΑΥΤΗΣ!”, κανένα κεφάλι από όλα εκείνα τα μαύρα και αόμματα δεν θα πρόσεχε την άσπρη διαστημική στολή, το κράνος ή τη φιάλη οξυγόνου που κρεμόταν σαν βάρος αβάσταχτο πάνω στην πλάτη του. ΑΝΔΡΑΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ, ΝΤΥΜΕΝΟΣ ΑΣΤΡΟΝΑΥΤΗΣ, ΑΠΕΙΛΕΙ ΠΩΣ ΘΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕΙ / ΑΓΝΩΣΤΟΣ, ΝΤΥΜΕΝΟΣ ΑΣΤΡΟΝΑΥΤΗΣ, ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΥΔΑΤΟΠΥΡΓΟ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ. Αξίζει να σημειωθεί πως κανένα μέσο δεν παρέλειψε τη λέξη “ντυμένος” από τη λεζάντα του δελτίου ειδήσεων. Κι αν ήταν πράγματι αστροναύτης; Αυτό γιατί δεν το σκέφτηκαν;

Με κάθε παράφρονα βηματισμό του προς τα εμπρός, το πλήθος έβγαζε κοψοχολιασμένους ήχους. “Η ΓΗ ΕΧΕΙ ΒΑΡΥΤΗΤΑ, ΘΑ ΠΕΣΕΙΣ!”, τσίριξε με σοβαρότητα κάποιος, κάνοντας το πλήθος να γελάσει με την ψυχή του, λες κι έβλεπε τον Κινγκ Κονγκ. Κι είχα τόσα πολλά να κάνω εκείνη τη μέρα, τόσα να με αγχώσουν και τόσα να μην ονειρευτώ. Μα έμενα εκεί. Διψούσα για δράμα. Δεν είχα καμία διαφορά από το πλήθος που μου προκαλούσε εμετό. Βαθιά μέσα μου παρακαλούσα να πέσει. Όλοι εκεί, βαθιά, πολύ βαθιά μέσα τους, παρακαλούσαν να πέσει. Η σκέψη αυτή με αναστάτωνε. Ομολογώ πως κάποια στιγμή αγόρασα ένα ζαχαρωμένο μήλο για να μου περάσει.

Όμως, η ώρα περνούσε κι ο αστροναύτης δεν έλεγε να πέσει. Το πλήθος από τρομαγμένο άρχισε σιγά-σιγά να νιώθει εκστασιασμένο. Όλο και περισσότεροι μικροπωλητές μαζεύονταν από κάτω, ενώ όλο και λιγότερες κάμερες και μικρόφωνα κάλυπταν το γεγονός. Παρατηρώντας τον κλεισμένο πίσω από τη διαστημική του κάσκα, ευχόμουν να μπορούσα να τον πείσω να αυτοκτονήσει κάπου αλλού. Μου μαγάριζε ξέγνοιαστες παιδικές αναμνήσεις, με το ιστορικό ντεπόζιτο στο φόντο. Ίσως μέσα στο διαστημόπλοιό του να ήταν καλύτερα. Δεν θα ήταν άραγε ομορφότερη τελευταία εικόνα ιπτάμενες κόκκινες κηλίδες παρά τα βρομερά, γεμάτα πιτυρίδα, κεφάλια ενός πλήθους που χέστηκε για σένα έτσι κι αλλιώς;

Αυτά κι άλλα πολλά ήθελα να του πω και φαντάζομαι πως κι αυτός ήθελε πολλά να πει με τη σειρά του. Πως ήταν πράγματι αστροναύτης κι ας μην τον πίστευε κανείς, πως δούλεψε κάποιον καιρό στη NASA όταν ήταν νεότερος, πως δεν του δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να βρεθεί σε κανονικό διαστημικό ταξίδι λόγω κάποιου σοβαρού προβλήματος υγείας, πως ανέβηκε πάνω στο ντεπόζιτο για ν’ απολαύσει τη θέα, πως φόρεσε τη στολή για να εντυπωσιάσει μια γκόμενα ή κάποιον γιο, πως μπήκε στον πειρασμό πράγματι να απλώσει το πόδι στο κενό, πως τον εξίταρε η μαζική προσέλευση – παράνοια του κόσμου, πως δε θα έπεφτε, πως κάνανε λάθος.

Νύχτωνε λοιπόν και παρά τον τεχνητό φωτισμό, αυτός μόλις που φαινόταν. Άναψαν τα φώτα τους κι οι παγωτατζήδες από κάτω, στήθηκαν παιχνιδότοποι και ρόλερ κόστερ, κι έφτασε τελικά η στιγμή που κανείς δεν κοίταζε πια προς τα πάνω. Ξέχασαν το ήδη ξεχασμένο ιστορικό ορόσημο. Ξέχασαν και τον αστροναύτη που δεν ήταν αστροναύτης (ή που μπορεί και να ήταν τελικά).

Πέρασαν 3 μέρες.

Άνθρωποι μέθυσαν, τσακώθηκαν, ερωτεύτηκαν, γάμησαν, έφαγαν μέχρι σκασμού στο πανηγύρι που στήθηκε από κάτω. Κάποιοι έβγαλαν προσωρινά τα προς το ζην. Άλλοι ξέχασαν για λίγο τα προβλήματά τους. Αν ο αστροναύτης γνώριζε πόσο καλό έκανε στον κόσμο μπορεί και να μην έπεφτε.

Μα, δυστυχώς, την τρίτη μέρα κατά τας γραφάς έπεσε, και μάλιστα με κρότο. Κι η πτώση του τράβηξε όλα τα βλέμματα.

Ήμουν από τους λίγους που του έδιναν σημασία μέχρι και την τελευταία του πνοή. Εγώ κι ένα αγοράκι, χωρίς iPad, που ερχόταν κατά διαστήματα με τον παππού του. Το αγοράκι δεν τρόμαξε ούτε έκλαψε. Κι ο παππούς του, σε αντίθεση με τους περισσότερους εκεί κάτω, δεν του ’κλεισε στιγμή τα μάτια.

Γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου / ioannou.mari@gmail.com | Εικονογράφηση Μαρίνα Γεραλή, marinayerali@gmail.com

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Αλτ τίς εί;

Ο νεοσύλλεκτος σκαρφάλωσε την ανηφόρα με απίστευτη ταχύτητα. Σαν να μην ήταν τα πόδια ...

Πάρτι

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου, ioannou.mari@gmail.com / εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή, marinayerali@gmail.com Ξεφλουδισμένα κτήρια ...

Εξομολογήσεις ενός αστικού καναρινιού

«Δεν ήταν ποτέ έτσι. Πραγματικά δεν ήταν. Εκείνη η πόρτα φταίει που κοιτάζει κατάματα. ...

Κιθάρα δίχως ήχο

Τ’ αστέρια συρρικνώθηκαν. Η μοτοσυκλέτα μούγκρισε. Κι αυτή χάθηκε βολίδα στην παράνοια της πόλης. ...

Η Αφρούλα σε πέλαγος βαθύ

ΣΗΜΕΙΟ ΣΤΙΞΗΣ | ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ #2 Γράφει ο Αντώνης Γεωργίου/Εικονογραφεί ο Λοΐζος Ολύμπιος Είχε σηκωθεί ...

νύχτα

Τον εγκατέλειψε αιμόφυρτο στο πάτωμα κι άφησε την εξώπορτα να την καταπιεί. Άρχισε να ...

X