“Τάδε έφη Ζαρατούστρας”…

Ο Νίτσε και τα έργα του δύσκολα έγιναν αποδεκτά από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό καθώς ήταν αλλόκοτα, τολμηρά, επαναστατικά 

Γνωστός ο τίτλος του βιβλίου, γνωστό το όνομα του συγγραφέα του. Ο λόγος για τον Γερμανό φιλόσοφο και συγγραφέα Φρίντριχ Βίλχεμ Νίτσε, που έφυγε από τη ζωή στις 25 Αυγούστου 1900. Ο Φρίντριχ Βίλχεμ Νίτσε έγινε πασίγνωστος από τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής του και από το σύνολο των κριτικών δοκιμίων του, που καλύπτουν ένα ευρύ θεματολογικό πεδίο: θρησκεία, ηθική, πολιτισμός, φιλοσοφία, επιστήμες.

Κεντρικές ιδέες του νιτσεϊκού φιλοσοφικού στοχασμού αποτελούν ο “θάνατος του Θεού” και η ύπαρξη του υπερανθρώπου. Αν και ο Νίτσε δέχθηκε αμέτρητες κριτικές, εξαιτίας της ριζικής αμφισβήτησης της αντικειμενικότητας της αλήθειας, η επίδρασή του παραμένει αναμφίβολα ουσιαστική στον τομέα της γνώσης.

Ο Νίτσε ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως κλασικός φιλόσοφος, κάνοντας κριτικές αναλύσεις σε αρχαιοελληνικά και ρωμαϊκά κείμενα. Να ένας λόγος για τον οποίο θα έπρεπε να προσληφθεί θετικά το έργο του στον ελλαδικό χώρο! Αντί τούτου, δύσκολα έγινε αποδεκτός από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Στην αντίδραση αυτή αναφέρεται ο Ξενόπουλος σε κείμενό του, γραμμένο στα 1910, όταν εκδόθηκε ένας τόμος για τον Νίτσε. Ο Έλληνας κριτικός επισημαίνει ότι η υποδοχή του Νίτσε στην Ελλάδα μοιάζει με εκείνη του Ζολά και, πιο συγκεκριμένα, της “Νανάς”. Ο Καμπούρογλου μετάφρασε τη “Νανά” σε μια εποχή κατά την οποία χρειαζόταν μια δικαιολογία για να εισαχθεί στα ελληνικά γράμματα ένας ξένος, κάπως τολμηρός, “αντίθρησκος” ή “ανήθικος” συγγραφέας. Σ’ αυτή τη δικαιολογία στηρίχθηκε ο Γιαννόπουλος, που προλόγισε το βιβλίο, υποστηρίζοντας ότι οι Έλληνες που παρακολουθούν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό πρέπει, έστω και από περιέργεια, να είναι γνώστες όλων όσων κυκλοφορούν. Μια τέτοια εισαγωγή θα ταίριαζε και στον Νίτσε, παρατηρεί ο Ξενόπουλος. Αλλά, μια τέτοια δικαιολογία δεν χρειαζόταν στην προκειμένη περίπτωση, επειδή η εποχή άλλαξε, πιο ελεύθερες ιδέες ξεκίνησαν να επικρατούν και ο κόσμος διάβαζε και “απαγορευμένα” βιβλία. Εξάλλου, το έργο του Νίτσε ήταν τόσο αλλόκοτο, τολμηρό, επαναστατικό, που δεν θα μπορούσε να αποκτήσει μόνο οπαδούς. Ο Νίτσε, λοιπόν, μπορούσε να παρουσιαστεί μόνο ως “αντικείμενο άξιον περιεργείας”, επισημαίνει ο Ξενόπουλος, προσθέτοντας με έναν τόνο μάλλον ειρωνικό: “Να τον γνωρίσωμεν και αυτόν, διά να μη τον γνωρίζωμεν μόνον κατ’ όνομα. Και όταν τον αναθεματίζωμεν μαζί με τους άλλους αντιχρίστους, να είμεθα τουλάχιστον πληροφορημένοι στοιχειωδώς περί του βίου του, των βιβλίων του…”.

Ο Ζαρατούστρας -ήρωας του Νίτσε- όταν επιχείρησε για πρώτη φορά να μιλήσει στα πλήθη, κινδύνευσε να λιθοβοληθεί. Τότε, αντιλήφθηκε ότι δεν έπρεπε να απευθύνεται σε ανθρώπους που αδυνατούν να τον κατανοήσουν, αλλά να μιλά σε λιγοστούς επίλεκτους μαθητές. Παρομοίως ο Νίτσε αδυνατούσε να γίνει κατανοητός και αποδεκτός από το ελληνικό κοινό. Όπως αναφέρει με τον μοναδικό χιουμοριστικό τρόπο του ο Ξενόπουλος: “…δεν θα ομιλήση βέβαια και εις την πλατείαν του Συντάγματος με κίνδυνον να λιθοβοληθή […] ή να οδηγηθή εις το τμήμα…”. Αλλά, θα βρει ορισμένους εκλεκτούς αναγνώστες που θα μπορούν πραγματικά να τον καταλάβουν.

Ακόμη και καταξιωμένοι άνθρωποι των γραμμάτων δεν αποδέχτηκαν εύκολα το έργο του Νίτσε. Ο Ξενόπουλος αναφέρει το παράδειγμα του Άγγελου Βλάχου, που όταν σε συζητήσεις τους αναφέρθηκε ο Νίτσε, ο Βλάχος “απείλησε” πως θα έστελνε τον Ξενόπουλο κατευθείαν στο φρενοκομείο, διότι το έργο του Νίτσε μπορεί να γίνει κατανοητό μόνο από τον ίδιο, κι εκείνος νοσηλευόταν τρελός στο σπίτι του. Έτσι, τόσο οι άνθρωποι των γραμμάτων όσο και οι αμόρφωτοι δεν θα αποδέχονταν τη φιλοσοφία του Νίτσε και θα απαντούσαν στον νιτσεϊκό μεταφραστή ή κριτικό ότι “…ο Χριστός, του οποίου ακολουθούν την θρησκείαν, δεν θα εκθρονισθή ποτέ από ένα δυστυχή τρελλόν”.

Κι αυτό γιατί, για να καταλάβει κανείς τον Νίτσε θα πρέπει να απαρνηθεί τον χριστιανισμό, να αλλάξει αρχές και πεποιθήσεις, ακόμα και τρόπο ζωής, εφόσον ο φιλόσοφος αντίτασσε στη θρησκεία του ταπεινού χριστιανού τη θρησκεία του ελεύθερου, περήφανου υπερανθρώπου. Έτσι, ο κριτικός Ξενόπουλος παραδέχεται πως δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως υπέρμαχος του Νίτσε, διότι ο φιλόσοφος υψώθηκε βαθμηδόν εκεί “όπου υψηλότερα δεν έφθασε ποτέ ανθρώπινος νους. Είναι πλέον ο ίλιγγος – και έπειτα το χάος”. Αν και διαπιστώνει ότι μάλλον ο Νίτσε έγραφε όταν ήταν ήδη παράφρων, από την άλλη αναγνωρίζει την αξία ενός έργου του, του περίφημου “Also sprach Zaratoystra” [“Τάδε έφη Ζαρατούστρας”], επισημαίνοντας ότι: “Αποτελεί το Ευαγγέλιόν του. Και ως ποίημα ‘με τη γλώσσα του Λουθήρου και με το ύφος της Γραφής’ είναι αναντιρρήτως το μεγαλοπρεπέστερον που έχει η Γερμανική Φιλολογία”.

*Φιλόλογος

Ο Ξενόπουλος για τον Νίτσε: “Να τον γνωρίσωμεν και αυτόν, διά να μη τον γνωρίζωμεν μόνον κατ’ όνομα. Και όταν τον αναθεματίζωμεν μαζί με τους άλλους αντιχρίστους, να είμεθα τουλάχιστον πληροφορημένοι στοιχειωδώς περί του βίου του, των βιβλίων του…”.

  • Ζωή Χρυσάνθου

    Γεννήθηκε το 1979 στη Λάρνακα και ζει μόνιμα στη Λευκωσία. Είναι απόφοιτη της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος. Εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση ως φιλόλογος και είναι Υποψήφια Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Κύπρου.

You May Also Like

6ο Διεθνές Φεστιβάλ Σαρδάμ: η λογοτεχνία αλλιώς

Το Φεστιβάλ Σαρδάμ επιστρέφει για έκτη χρονιά από τις 11 μέχρι τις 14 Οκτωβρίου 2018 ...

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική… (ΙΙΙ)

Οι συντακτικές λειτουργίες, κατά τον Μπαμπινιώτη, δίνουν δυνατότητα διαφορετικής προβολής του λόγου μας, δίνουν ...

Η «Ασκητική» του Νίκου Καζαντζάκη επί σκηνής

Ένα από τα πιο εμπνευσμένα και συμπαγή κείμενα της ελληνικής γλώσσας, πολυεπίπεδο και αποκαλυπτικό, ...

Ιάκωβος Χατζιηπιερής: «Μιαν φοράν τζι’ έναν τζιαιρόν ήταν ένας μικρός πρίγκιπας»

Γράφει η Κατερίνα Μιχάηλου Με σεβασμό στη γραφή του πρωτότυπου και ακριβή απόδοση των ...

3ο Φεστιβάλ Βιβλίου Λευκωσίας

Το Φεστιβάλ Βιβλίου Λευκωσίας επιστρέφει για τρίτη χρονιά, στις 19 και 20 Μαΐου. Το φεστιβάλ ...

Απο τον Δία στον Χριστό

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ Εκδόσεις Gutenberg  Μετά τα bestseller «Γιατί Βυζάντιο» και «Πόσο Ελληνικό είναι το ...

X