COCK

Σε αυτό το έργο, ο θεατρικός συγγραφέας Μάικ Μπάρτλετ κατορθώνει να επιτεθεί σε ένα κοινωνικό σύστημα αξιών το οποίο επιμένει να τραβά έντονες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους ανθρώπους και να τους εμπερικλείει σε ασφυκτικά κλειστά όρια

Συγγραφέας: Μάικ Μπάρτλετ
Μετάφραση: Κατερίνα Ευαγγελάτου
Σκηνοθεσία: Κώστας Σιλβέστρος
Παίζουν: Προκόπης Αγαθοκλέους, Ανδρέας Τσέλεπος, Σοφία Μαρία Κικιλίντζια, Κώστας Καζάκας
Παραγωγή: ΘΟΚ

“Κανένα σκηνικό. Κανένα αντικείμενο. Καμιά παντομίμα”. Αυτές είναι οι ρητές σκηνικές οδηγίες του συγγραφέα Μάικ Μπάρτλετ προς κάθε σκηνοθέτη ο οποίος αποφασίζει να καταπιαστεί με το διττό και διφορούμενο του “Cock” (κόκορας ή ανδρικό μόριο). Νέος με “καλές συστάσεις” λόγω σπουδών, αλλά και εμφανές ταλέντο, ο Μπάρτλετ ανήκει στη νέα γενιά Βρετανών συγγραφέων που γρήγορα διακρίθηκαν και έδωσαν το δικό τους στίγμα στη σύγχρονη, έντονα βρετανική, θεατρική γραφή. Με τυραννική αφοσίωση στον “λόγο”, έντονα καυστικό και αυτοσαρκαστικό αγγλικό χιούμορ, σχεδόν ανύπαρκτη δράση και μύθο, στήνει μια απόλυτα αληθοφανή και καθημερινή ιστορία με εμφανείς κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις γύρω από το θέμα της σεξουαλικής ταυτότητας και της αμφιφυλοφιλίας. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το “Cock” στηρίζεται στην κλασική συνταγή του ξεθωριασμένου ερωτικού τριγώνου. Πρόκειται, όμως, για ένα ανορθόδοξο τρίγωνο. Είναι η ιστορία ενός ομοφυλόφιλου άνδρα, του Τζων, ο οποίος βρίσκεται σε μια ερωτική σχέση με έναν άλλον άνδρα. Το τρίτο πρόσωπο ωστόσο είναι μια γυναίκα την οποία ερωτεύεται και με την οποία διατηρεί παράλληλη ερωτική σχέση. Διχασμένος ανάμεσα στη μέχρι τότε δεδομένη ομοφυλοφιλική του φύση και την ανεξήγητη και πρωτόγνωρη έλξη του για μια γυναίκα, παρακολουθούμε έναν άνθρωπο να πασχίζει να καταλάβει ποιος είναι και τι είναι, και να μετεωρίζεται ανάμεσα στη ζωή με έναν άνδρα ή μια γυναίκα. Απλή, σχεδόν απλοϊκή ιστορία, η οποία ωστόσο αποδίδεται μέσα από μιαν έξυπνη αφαιρετικότητα σε όλα τα επίπεδα. Σε έναν άδειο χώρο, μια γυμνή σκηνή και μόνο υλικό τον ελλειπτικό, ευφυή και σαρκαστικό λόγο, ταχύτατες στιχομυθίες και εναλλαγή επιχειρημάτων που πότε αγγίζουν τα όρια περίτεχνου φιλοσοφικού λόγου και πότε ξεπέφτουν σε λαϊκό ιδίωμα, ο Μπάρτλετ κατορθώνει να επιτεθεί σε ένα κοινωνικό σύστημα αξιών το οποίο επιμένει να τραβά έντονες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους ανθρώπους και να τους εμπερικλείει σε ασφυκτικά κλειστά όρια.

Πιστός στις επιταγές του συγγραφέα, ο Κώστας Σιλβέστρος μας παραδίδει αυτούσιο το υλικό του έργου: μια άδεια σκηνή με κόκκινο δάπεδο και έντονα ζωγραφισμένες λευκές κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες ορίζουν τις πολλαπλές θέσεις μάχης αυτής της ασταμάτητης “κοκορομαχίας” ανάμεσα στα τρία πρόσωπα. Το στήσιμο των ηθοποιών θυμίζει πιόνια σε σκακιέρα τα οποία, κάθε φορά που τα φώτα σβήνουν, αυτά αλλάζουν θέση, ενώ οι σχέσεις υποταγής και εξουσίας αντιστρέφονται διαρκώς. Με χειρουργική ακρίβεια, ο σκηνοθέτης δημιουργεί το παράδοξο σύμπαν του Μπάρτλετ κρατώντας τους ηθοποιούς σε μόνιμη απόσταση και αδράνεια, ακόμη και όταν λένε ότι κάνουν κάτι. Τα πάντα περιγράφονται με λόγια και δεν γίνονται ποτέ πράξη. Ακόμη και τη στιγμή της ερωτικής πράξης τα σώματα βρίσκονται σε απόσταση, τα ρούχα δεν αφαιρούνται ποτέ, τα συναισθήματα και οι εκφράσεις περιγράφονται. Ο τρόπος που ο Κώστας Σιλβέστρος και οι ηθοποιοί του διαχειρίζονται αυτήν την επιτηδευμένη αδράνεια επιτρέπει στον θεατή, από τη μια να επικεντρωθεί απόλυτα στον καθαρό λόγο και από την άλλη να “στήσει” με τη φαντασία ό,τι δεν βλέπει: το διαμέρισμα, το ψεύτικο σκυλί, τα αρκουδάκια, το φαγητό, το κρασί, τα γυμνά σώματα, τη σεξουαλική πράξη. Η φαντασία του θεατή γίνεται κομμάτι της παράστασης η οποία, με τον παράδοξο αυτόν τρόπο, γίνεται σχεδόν διαδραστική.

Το σκηνοθετικό αισθητήριο του Κώστα Σιλβέστρου στην παράσταση αυτή διοχετεύτηκε εξ ολοκλήρου στην καθοδήγηση των ηθοποιών, το έργο των οποίων υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολο. Όχι μόνο γιατί η επιτυχία του έργου βασίζεται στην ταχύτατη εναλλαγή λόγου, αλλά γιατί δεν έχουν κανένα “σωσίβιο” επί σκηνής. Κανένα σκηνικό αντικείμενο, καμία παντομίμα. Λόγια που εκφέρουν διαρκώς τα ίδια τα πρόσωπα, υπενθυμίζοντάς μας “μπρεχτικά” ότι είναι ηθοποιοί σε μια επίπλαστη ιστορία. Ο Προκόπης Αγαθοκλέους έδωσε με την ερμηνεία του όλη την αμηχανία, την παιδιάστικη αφέλεια αλλά και την εγωπάθεια και τον ναρκισσισμό του Τζων. Η εξωτερική του εμφάνιση, οι κινήσεις του, η ομιλία του δημιούργησαν μια φιγούρα που θα μπορούσε να γίνει ποθητή τόσο από έναν άνδρα, όσο και από μία γυναίκα, ενώ προκαλεί στους θεατές τα ίδια αντιφατικά αισθήματα που βιώνουν και οι “συμπαίκτες” του: συμπάθεια και εκνευρισμό ταυτόχρονα. Ο Ανδρέας Τσέλεπος ακροβατεί επί δύο σχεδόν ώρες σε έναν εξαιρετικά δύσκολο ρόλο που πολύ εύκολα μπορεί να ξεφύγει και να καταλήξει σε καρικατούρα του (κωμικά) θηλυπρεπούς ομοφυλόφιλου άνδρα. Αποδεικνύοντας ότι μπορεί να φέρει εις πέρας εκ διαμέτρου αντίθετους ρόλους, φαίνεται να έχει μελετήσει τόσο πολύ και εις βάθος τον ρόλο αυτό, που ακόμη και εξωτερικά γίνεται αγνώριστος. Επιστρατεύοντας, επί τούτου, έναν αναγνωρίσιμο κινησιολογικό κώδικα, έντονα ομοφυλοφιλικό, ευφυείς ατάκες, χιούμορ και αυτοσαρκασμό δίνει με απόλυτη φυσικότητα την εικόνα του άνδρα που πληγώνεται, ξεπέφτει, διεκδικεί, σαρκάζει και σαρκάζεται. Η Σοφία Μαρία Κικιλίντζια, αν και κινείται με συνέπεια πάνω στη σκηνοθετική γραμμή, η επιτηδευμένη σεξουαλικότητα και υπερβολή στις κινήσεις και τη φωνή της, στέρησαν από τον χαρακτήρα της τη φυσικότητα που θα έπειθε αβίαστα για τις ιδιαιτερότητες της γυναίκας που ερωτεύεται έναν ομοφυλόφιλο άνδρα. Η ερμηνεία του Κώστα Καζάκα ως πατέρα του Α. (Άνδρα) και guest star στο δείπνο “φιάσκο” ανάμεσα στο ερωτικό τρίγωνο, είχε μιαν αταίριαστη υποτονικότητα η οποία δεν του επέτρεψε να παίξει τον σύντομο μεν, αλλά καυστικό και καταλυτικό του ρόλο. Και ενώ όλα κινούνται σε αυτό το μινιμαλιστικό και αφαιρετικό κλίμα, έρχεται η σκηνή του τέλους η οποία τα ανατρέπει όλα: αισθητικά, ερμηνευτικά, σκηνοθετικά. Η κιτς και τεραστίων διαστάσεων εικαστική παρέμβαση-καθρέφτης που αντανακλά την πλατεία, αλλά και το ποπ τραγουδάκι του Τζων με τον φλύαρο ηθικοδιδακτικό στίχο που καθοδηγεί τον θεατή σε συγκεκριμένες ερμηνείες, βρίσκονται εντελώς έξω από το υπόλοιπο κλίμα του έργου και επισκιάζουν την υποδόρια μελαγχολία και θλίψη του τέλους που υποβάλλει η απόφαση του Τζων. Και υπάρχει λόγος που η απόφαση αυτή είναι η σιωπή.

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

Μαρίνα Μακρή: «Αξίζει να γνωρίσει το κοινο τα έργα του Μπέκετ»

Σε δύο έργα του Σάμιουελ Μπέκετ, το «Νανούρισμα» (1980) και το «Τότες που» (1974) ...

Ψυχολογία Συριανού Συζύγου

Ο σκηνοθέτης Πάρις Ερωτοκρίτου έδωσε μια ενδιαφέρουσα και τολμηρή σκηνική προσέγγιση ενός δύσκολου κειμένου, ...

Στον ηθοποιό Μιχάλη Συριόπουλο το βραβείο «Δημήτρης Χορν»

Ο Μιχάλης Συριόπουλος είναι ο φετινός νικητής του βραβείου «Δημήτρης Χορν» για τις ερμηνείες ...

«Ο Δάσκαλος μας εν Τρολ» του Dennis Kelly

Η ομάδα Λουμπάγκο, το Θέατρο Τσέπης και το κέντρο παραστατικών τεχνών Μίτος, παρουσιάζουν την ...

Παράταση για «Το φως του γκαζιού» στο θέατρο Διόνυσος

Το Θέατρο «ΔΙΟΝΥΣΟΣ» ανακοινώνει τέσσερις ακόμα παραστάσεις του ψυχολογικού θρίλερ «Το Φως του γκαζιού» ...

Τελετή βράβευσης των 30ων Παγκύπριων Σχολικών Αγώνων Θεάτρου

Στην Κεντρική Σκηνή ΘΟΚ Εύης Γαβριηλίδης, έγινε χθες 7 Μαΐου η βράβευση των σχολείων ...

X