Σκηνοθεσία, χορογραφία, ερμηνεία: Ευριπίδης Λασκαρίδης
Κοστούμι: Άγγελος Μέντης
Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Μιχόπουλος, Νίκος Κόλλιας
Μουσικός συνεργάτης: Κορνήλιος Σελαμσής
Φωτιστική εγκατάσταση: Μίλτος Αθανασίου Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου

Το απόλυτο σκοτάδι εναλλάσσεται με στατικές και εκτυφλωτικές εκλάμψεις φωτός που πηγάζουν από ολόκληρο τον πίσω “τοίχο” του δωματίου. Σε όλη τη σκηνή διάσπαρτα -οικεία και ανοίκεια- σκηνικά αντικείμενα, τοποθετημένα με επιτήδευση, καθοδηγούν τον χρήστη κοντά τους. Στη μέση της σκηνής μια αλλόκοτη φιγούρα, ένα παραφουσκωμένο γυναικείο (;) σώμα, μια δύσμορφη μάζα χωρίς πρόσωπο και, εν τέλει, χωρίς φύλο, μας κοιτάει επίμονα και περιμένει την αντίδρασή μας. Επαναλαμβάνει ξανά και ξανά το ίδιο μοτίβο με το φως και τον ήχο να γίνονται σε κάθε καρέ πιο δυνατά, πιο έντονα, πιο εκκωφαντικά. Σηκώνεται. Προσπαθεί να χωρέσει σε μια καρέκλα ανάμεσα στους θεατές. Γίνεται ένα με μας. Μας κοιτάει πάλι. Γέλιο. Ο σκηνοθέτης, χορογράφος και ερμηνευτής της παράστασης κερδίζει το στοίχημα της πρώτης εντύπωσης.

Ο Ευριπίδης Λασκαρίδης επιλέγει τον τίτλο του δημιουργήματός του από τη λατινική λέξη “relinquere”: το “απομεινάρι”, το “λείψανο”, το “αποτύπωμα”, οτιδήποτε, δηλαδή, μένει πίσω. Πραγματικά, η persona που δημιουργεί μοιάζει να είναι ξεχασμένη από τον χρόνο και τους ανθρώπους. Μοιάζει με ένα απομεινάρι του ανθρώπινου είδους που προσπαθεί, εκτελώντας πράγματα απλά και καθημερινά, να επιβεβαιώσει την ύπαρξή της μέσα στο μικρό δωμάτιο στο οποίο φαίνεται να είναι καθηλωμένη: ποτίζει μια γλάστρα, καρφώνει στον τοίχο μια άδεια κορνίζα, πηγαίνει τουαλέτα, παρακολουθεί ταινία στον υπολογιστή αγκαλιά με μια άψυχη προτομή. Πράξεις ασύνδετες και ανολοκλήρωτες, διαστέλλονται οπτικά και ηχητικά μέσα από μια επαναληπτικότητα και διάρκεια η οποία επιτυγχάνεται με τον τέλειο συγχρονισμό ήχου και φωτός, τον οποίο διαχειρίζεται επί σκηνής ο ίδιος ο performer. Μέσα από την άλογη και ρευστή δομή του ονείρου, η υπερμεγέθης και χονδροειδής αυτή καρικατούρα με τους λεπτούς τρόπους και τις απρόσμενες ευαισθησίες, επιδίδεται σε ένα ασταμάτητο παιχνίδι μεταμορφώσεων και παραμορφώσεων και κατορθώνει, με έναν εντελώς παράλογο τρόπο, να καταδείξει ότι η γελοιότητα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης και ότι μπορεί να υπάρχει ακόμη και στις πιο σκοτεινές της πλευρές: τη μοναξιά, τη θλίψη, τη βία, τον πόνο, την απώλεια, την απεγνωσμένη και ζωώδη έκκληση για ζευγάρωμα.

Κάθε εγχείρημα λογικής αποδόμησης ή ερμηνείας του δημιουργήματος αυτού πέφτει στο κενό. Πρόκειται για μια performance -ή ίσως, καλύτερα, εγκατάσταση- που δεν ακολουθεί συγκεκριμένους κώδικες, γι’ αυτό και δεν μπορεί να ενταχθεί σε καμιά τάση, σε καμιά κατηγορία, σε κανένα είδος. Αν και εκμεταλλεύεται τη ρευστότητα της φόρμας του χορού, δεν είναι ούτε χορός και, σίγουρα, δεν είναι θέατρο. Τα είδη αναμειγνύονται με έναν τρόπο φαινομενικά τυχαίο, αλλά το τελικό αποτέλεσμα αποδεικνύει ότι πρόκειται για μια άποψη που καταλήγει να είναι όχι μόνο συγκεκριμένη, αλλά και πρωτότυπη. Εμφανείς επιδράσεις από το θεατρικό σύμπαν του Bob Wilson, αλλά και στοιχεία τσίρκου, παντομίμας, burlesque, βαριετέ, καμπαρέ και γκροτέσκου, συνυπάρχουν σε μια παράσταση χωρίς συγκεκριμένη ταυτότητα, η οποία ενώ δείχνει να φέρει όλα τα δομικά στοιχεία της θεατρικής φόρμας (ηθοποιός, σκηνικά, κοστούμι, ήχος, φως, λόγος), εν τέλει τα αποδομεί και τα σαρκάζει.

Με συμπρωταγωνιστές το εξωκοσμικό κοστούμι του Άγγελου Μέντη και τον εξαιρετικό συντονισμό του ηχητικού σχεδιασμού και της φωτιστικής εγκατάστασης, ο Ευριπίδης Λασκαρίδης δημιουργεί και ενσαρκώνει ένα “αποτύπωμα” ζωής το οποίο, ενώ γελοιοποιεί τα πάντα, μεταμορφώνεται σε κάτι απρόσμενα οικείο, ενώ μέσα από την ακατανόητη γλώσσα που εκφέρει κατορθώνει να επικοινωνήσει με το κοινό και να του αφήσει μια επίγευση συμπάθειας και θλίψης. Η στάση του “Relic”, στις Αποθήκες του ΘΟΚ, από το ταξίδι που διανύει τα τελευταία δύο χρόνια σε διεθνή και διακεκριμένα φεστιβάλ ανά τον κόσμο, αποτελεί την καλύτερη αρχή για το πολλά υποσχόμενο, δραστήριο και τολμηρό Dubitanda.

Η κατάμεστη αίθουσα και το επίμονο χειροκρότημα ήταν η απόδειξη ότι κάτι έχει αλλάξει στο εγχώριο θεατρικό τοπίο. Και ότι το κοινό ήταν, ίσως, από καιρό έτοιμο να δεχτεί μια τέτοια αλλαγή.

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

Ο ΘΟΚ περιοδεύει στη Λάρνακα με δύο παραγωγές

Στη Λάρνακα ταξιδεύουν δύο παραγωγές του ΘΟΚ, για μία μοναδική παράσταση. Συγκεκριμένα «ο ήχος του ...

Το θέατρο μιλά [ξανά] κυπριακά

Το φαινόμενο να αποδίδονται έργα από το διεθνές ρεπερτόριο στα κυπριακά επανήλθε στο θεατρικό ...

Πώς προσλαμβάνουμε το αρχαίο δράμα;

Συνέντευξη στον Παύλο Νεοφύτου Σε σχέση με το ανέβασμα θεατρικών παραστάσεων στην Κύπρο, τον ...

Πνεύμονες

Κριτική για το έργο του Ντάνκαν ΜακΜίλαν που μεταφέρει στη σκηνή τον προβληματισμό ενός ...

Επίσημη πρώτη για το έργο “Καρέκλες”

Ανεβάζει αυλαία την Παρασκευή 19 Ιανουαρίου, το έργο “Καρέκλες” του Ευγένιου Ιονέσκο στο Θέατρο ...

«Αμικέκο»: παράσταση κουκλοθεάτρου στη Λεμεσό

Υπάρχει μια γλώσσα κοινή, η Εσπεράντο, και σ’ αυτή τη διαπολιτισμική γλώσσα, Αmikeco σημαίνει ...

X