Άμλετ

Στο δύσκολο εγχείρημα του ανεβάσματος του σαιξπηρικού έργου, η σκηνοθετική ευρηματικότητα του Πάρι Ερωτοκρίτου λειτούργησε διττά: έδωσε εξαίρετες λύσεις και εικόνες υψηλής αισθητικής, αλλά υπερφόρτωσε τη σκηνή με περιττή κίνηση και ήχους και αυτό απέβη και εις βάρος της διδασκαλίας των ηθοποιών
  • Μετάφραση: Μιχάλης Κακογιάννης
    Σκηνοθεσία: Πάρις Ερωτοκρίτου
    Σκηνικά: Γιώργος Γιάννου
    Κοστούμια: Ρέα Ολυμπίου
    Σχεδιασμός Φωτισμού: Alexander Jotovic
    Μουσική επί σκηνής: Ανδρέας Ροδοσθένους
    Παίζουν: Γιάννης Καραούλης, Παναγιώτα Παπαγεωργίου, Αντωνία Χαραλάμπους, Στέλιος Καλλιστράτης, Πάνος Μακρής, Γιάννης Μίνως, Μάριος Κωνσταντίνου, Νικόλας Κουρουζίδης, Σωκράτης Κυριακίδης, Σοφία Μπάρκα, Σαλώμη Ιεροπούλου Μυλωνά, Θέμις Νικολάου, Ελένη Οροκλινιώτη και Μυρτώ Αριστείδου.

    “Κατ’ ακρίβεια ο Άμλετ του Σαίξπηρ δεν υφίσταται ως θεατρικός ήρωας. Γιατί αν από τη μια διαθέτει την απολυτότητα ενός έργου τέχνης, ταυτόχρονα δίνει την αίσθηση ότι κινείται στην αφάνεια, ότι ανήκει στη ζωή. Υπάρχουν τόσοι ‘Άμλετ’, όσες είναι και οι μελαγχολίες της ζωής”, γράφει ο Oscar Wilde προσπαθώντας να συλλάβει το μεγαλείο, τη δύναμη και την ανεξήγητη έλξη που προκαλεί εδώ και πέντε αιώνες ο αινιγματικός πρίγκιπας της Δανίας, ο οποίος έχοντας επιστρέψει από το Πανεπιστήμιο της Βιτεμβέργης και ενστερνιζόμενος την απόλυτη πίστη στη λογική καλείται να παλέψει με φαντάσματα, συνωμοσίες και το παράλογο της ύπαρξης. Παραπαίοντας ανάμεσα στη λογική και την τρέλα, υποδυόμενος (;) τον παράφρονα, ο Άμλετ μεταμορφώνεται σε έναν από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της παγκόσμιας λογοτεχνίας και γίνεται πρότυπο για μείζονες -θεατρικούς και μη- απογόνους.

    Πραγματικά, οι εκδοχές και αναγνώσεις στις οποίες έχει υποβληθεί το ποιητικό αυτό αριστούργημα είναι ασύλληπτες. Και όποιος αποφασίζει να αναμετρηθεί, σκηνοθετικά και υποκριτικά μαζί του θα πρέπει να έχει κατανοήσει βαθιά το έργο και να έχει κατασταλάξει σε μια πολύ συγκεκριμένη, ώριμη, μεστή και αιτιολογημένη ερμηνεία. Η εκδοχή που μας μεταφέρει ο σκηνοθέτης Πάρις Ερωτοκρίτου αποδεικνύει βαθιά γνώση του κειμένου και, σίγουρα, όπως κάθε του δουλειά, μια σύγχρονη, πρωτότυπη και πολύ προσωπική σκηνοθετική προσέγγιση, η οποία είναι εμφανής ήδη από την είσοδο των θεατών στην αίθουσα. Όλος ο χώρος -ακόμη και τα καθίσματα των θεατών- είναι καλυμμένα, σε όλο το ύψος, το βάθος και την έκτασή τους, από ένα λευκό-γκρι νάιλον, δημιουργώντας την αίσθηση ενός διάφανου, διάτρητου σκηνικού στο οποίο τα πάντα, ακόμη και οι θεατές, τελούν υπό παρακολούθηση. Οι διαρκείς και απρόσμενες είσοδοι και έξοδοι των ηθοποιών από όλα τα σημεία της σκηνής δίνουν την αίσθηση ενός ασταμάτητου κυνηγητού κατά τη διάρκεια του οποίου, όπως ο Πολώνιος, οι πάντες κρυφακούνε τα πάντα. Η παράσταση στήνεται εξαρχής σε ένα πολύ ενδιαφέρον αφαιρετικό σκηνικό (Γιώργος Γιάννου), το οποίο τονίζει την επιθυμία του σκηνοθέτη να αποπλαισιώσει το έργο τοπικά και χρονικά. Στο κέντρο του σκηνικού χώρου δεσπόζει ένα κατάλευκο στρογγυλό βάθρο πάνω και γύρω από το οποίο εκτυλίσσεται όλη η δράση, σαν ένας αέναος φαύλος κύκλος. Το ίδιο το σκηνικό αποκαλύπτει και την πολύ ενδιαφέρουσα οπτική γωνία μέσα από την οποία ο Πάρις Ερωτοκρίτου θέλησε να αναγνώσει το έργο: ως μια τραγωδία του “είναι” και του “φαίνεσθαι”, του διχασμού του Άμλετ ανάμεσα στον κόσμο των σκιών, των εικόνων, των φαντασμάτων, των αντανακλάσεων και του ονείρου, και στο “σάπιο βασίλειο της Δανιμαρκίας” όπου κυριαρχεί ο ολοκληρωτισμός, η διαφθορά, η σαθρότητα και ο πνευματικός ευνουχισμός. Αυτό το ασταμάτητο παιχνίδι εικονοποιείται ευφυώς και ευρηματικά μέσα από την ενσωμάτωση του θεάτρου σκιών πίσω από τις νάιλον επιφάνειες, υπό την επιμέλεια της Μυρτώς Αριστείδου. Με τη βοήθεια των εύστοχων φωτισμών του Alexander Jotovic, ο σκηνοθέτης κατορθώνει να δώσει τις πιο δύσκολες και “επικίνδυνες” σκηνές του έργου (το φάντασμα του νεκρού βασιλιά, τους νεκροθάφτες, το θέατρο εν θεάτρω και πολλά από τα δευτερεύοντα πρόσωπα) με έναν καθαρά αφαιρετικό και υπαινικτικό τρόπο, μέσα από σκιές και ασαφείς σχηματισμούς, απόλυτα ταιριαστούς στο ύφος της σκηνοθεσίας.

    Υπήρξαν, ωστόσο, και στοιχεία τα οποία έρχονταν σε αντίθεση με αυτόν τον μινιμαλισμό. Ενώ η ζωντανή, υποβλητική και ατμοσφαιρική μουσική του Ανδρέα Ροδοσθένους, η οποία προοιώνιζε ασταμάτητα το τραγικό τέλος του βασιλείου, αποτέλεσε ένα αναπόσπαστο και πρωταγωνιστικό στοιχείο στην παράσταση, ταυτόχρονα έδινε την αίσθηση της περιττής παρεμβολής όταν απλά παρήγαγε ήχους (χαρτιού, σπαθιού, γυαλιού κ.λπ.), οι οποίοι ανάγκαζαν τους ηθοποιούς σε μια επιτηδευμένη και ασυνεπή (ως προς τον συγχρονισμό με τον ήχο) παντομίμα, η οποία όχι μόνο δεν προσέθετε κάτι ουσιαστικό, αλλά αντιθέτως αποσυντόνιζε τον θεατή και κούραζε με την επαναληπτικότητά της. Η σκηνοθετική ευρηματικότητα του Πάρι Ερωτοκρίτου λειτούργησε διττά: έδωσε εξαίρετες λύσεις και εικόνες υψηλής αισθητικής, ενώ ταυτόχρονα υπερφόρτωσε τη σκηνή με περιττή κίνηση, περιττούς ήχους, περιττή “έκπληξη”. Αυτό απέβη και εις βάρος της διδασκαλίας των ηθοποιών και της βαρύτητας που δόθηκε στον ίδιο τον σαιξπηρικό λόγο. Ενώ χειρίστηκε πολύ έξυπνα τους δευτερεύοντες ρόλους, ιδιαίτερα αυτούς του Οράτιου με τον εξαιρετικό Μάριο Κωνσταντίνου, των απογυμνωμένων από κάθε ηθική Ρόζεντκραντζ και Γκίλντενστερν με τους απολαυστικούς Γιάννη Μίνω και Μάριο Κωνσταντίνου, και του “σκοτεινού” Πολώνιου με τον πολύ εύστοχο και μετρημένο Πάνο Μακρή, δεν καθοδήγησε τους ηθοποιούς των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων του έργου στην εμβάθυνση και εικονοποίηση της εσωτερικότητας των ρόλων τους. Ο Γιάννης Καραούλης, αταίριαστος, κατά τη γνώμη μου, με τον σκοτεινό και μελαγχολικό πρίγκιπα της Δανίας, παρά τον επαγγελματισμό και την αφοσίωσή του, δεν κατόρθωσε να αποτυπώσει την οντολογική αγωνία του Άμλετ, ούτε και τις διακυμάνσεις που διανύει κατά τη διάρκεια του έργου. Μέσα από μια υπερβολική κινητικότητα σώματος και χεριών, αχρείαστες εκφράσεις και υψηλή και αδιαφοροποίητη ένταση φωνής, η ερμηνεία του περιορίστηκε σχεδόν αποκλειστικά σε εξωτερικά χαρακτηριστικά, ακόμη και τις στιγμές των περιβόητων “φιλοσοφικών” του ρήσεων. Η Παναγιώτα Παπαγεωργίου δεν κατόρθωσε να δώσει την πολυπρισματικότητα της Γερτρούδης: τη ραδιούργα, την ευαίσθητη, τη χαμένη στην αντιφατικότητα των συναισθημάτων της βασίλισσα. Ο Στέλιος Καλλιστράτης στέρησε από τον Κλαύδιο την απάθεια, την κενότητα συναισθημάτων και ηθικής, το “φοβιστικό” εκτόπισμα του ανθρώπου που πατά επί πτωμάτων. Αντιθέτως η Οφηλία, αν και ασυνεπής ως χαρακτήρας μέσα από τη σκηνοθετική ανάγνωση, αποδίδεται εξαίρετα από την Αντωνία Χαραλάμπους. Απόλυτα ταιριαστή εξωτερικά στον ρόλο και με τα υπέροχα κοστούμια της Ρέας Ολυμπίου, μας δίνει όλη την πορεία της νέας που μέσα από την ευνουχιστική της σχέση με τους άντρες που την περιτριγυρίζουν, βυθίζεται σταδιακά σε μια απόκοσμη πορεία προς τον θάνατο.

    Με εξαίρεση την απόφαση να αφαιρεθούν οι σκηνές με τον Φόρτεμπρας, γεγονός που αποπλαισίωσε πολιτικά το έργο, η διασκευή ήταν οργανικά δεμένη, χωρίς κενά και συνεπής στο σαιξπηρικό κείμενο. Ο Πάρις Ερωτοκρίτου μας έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη ανάγνωση του “Άμλετ”. Έχω την αίσθηση ωστόσο ότι ίσως να βιάστηκε να χρησιμοποιήσει αυτόν τον άσο στο μανίκι του. Το ταλέντο και το πηγαίο αισθητήριό του ενδεχομένως να τον οδηγούσαν σε πολύ διαφορετικά μονοπάτια αν περίμενε να ωριμάσει αυτό το όραμα μέσα του και σε μια παράσταση αντίστοιχη, στο σύνολό της, με τις εξαίρετης αισθητικής σκηνές της αρχής και του τέλους.

    • Μαρία Χαμάλη

      Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

    You May Also Like

    Καθεστώς ευγενείας

    Το τολμηρό, πολυποίκιλο και φιλόδοξο “Σαλόνι των Ξένων”, το οποίο εγκαινίασε ήδη από τον ...

    Το Τίμημα

    Συγγραφέας: Άρθουρ Μίλλερ Σκηνοθεσία: Άδωνης Φλωρίδης Σχεδιασμός Φωτισμών: Αλεξάντερ Γιότοβιτς Σκηνικά / Κοστούμια: Λάκης ...

    Ένας Γέρος, μία θάλασσα

    Συγγραφέας: Μαρία Χρυσάνθου Σκηνοθεσία: Αλεξία Παπαλαζάρου Σκηνικά / κοστούμια: Λάκης Γενεθλής Μουσική: Δημήτρης Ζαχαρίου ...

    Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι

    Συγγραφέας: Τενεσί Ουίλιαμς Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης Σκηνοθεσία: Άγις Παΐκος Σκηνικά-κοστούμια: Μαρίζα Παρτζίλη Ερμηνεύουν: Μήδεια ...

    Ουζερί Τσιτσάνης

    Εκμηδενίζοντας την απόσταση σκηνής και πλατείας, ο σκηνοθέτης Σίμος Κακάλας υπογράφει μια παραγωγή στην ...

    Πολύμορφη, ετερόκλητη θεατρική παραγωγή

    Τι θα μπορούσε να τοποθετήσει σε ένα κοινό κριτικό σημείωμα την ιστορία του Γερμανού ...

    X