Έγκλημα και Τιμωρία

Από τον Γιάννη Ιορδανίδη στο Θέατρο Διόνυσος

Η νέα παραγωγή του Θεάτρου Διόνυσος μας επιτρέπει αφειδώλευτα να ακούσουμε τον λόγο του Ντοστογιέφσκι, αλλά δεν μας αφήνει να τον νιώσουμε

Συγγραφέας: Φιόντορ Ντοστογιέφσκι

Απόδοση/ δραματουργική επεξεργασία/ σκηνοθεσία: Γιάννης Ιορδανίδης

Παίζουν: Γιώργος Αναγιωτός, Θανάσης Δρακόπουλος, Γιώργος Κυριάκου, Ανδρέας Τσουρής, Χριστόδουλος Μαρτάς, Εύρος Βασιλείου, Νίκη Δραγούμη

Παραγωγή: Θέατρο Διόνυσος

«Το μεγαλύτερο αστυνομικό μυθιστόρημα όλων των εποχών» σύμφωνα με τον Τόμας Μαν, γραμμένο το 1866, εμπνευσμένο από έναν πραγματικό φόνο που διέπραξε ένας φοιτητής και με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, αποτελεί μια σπουδή 600 και πλέον σελίδων πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη και ηθική. Τα ερωτήματα που θέτει ο Ντοστογιέφσκι μέσα από το διπλό έγκλημα που διαπράττει ο νεαρός φοιτητής Νομικής Ρασκόλνικοφ, οδηγούμενος από την κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση, αλλά και από την επιθυμία του να υπερβεί τα όρια που του επιβάλλει η κοινωνία και να την κάνει «καλύτερη», είναι σύνθετα και διαχρονικά. Μπορεί ο άνθρωπος να εγκληματήσει για το καλό της ανθρωπότητας; Μπορεί το καλό και το ηθικό να είναι ενάντια στους νόμους και τους κανόνες της πολιτείας; Πού σταματά η ευφυΐα και πού ξεκινά η παράνοια; Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Όπως και οι νατουραλιστές πεζογράφοι, φαίνεται να πιστεύει ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι αμιγώς καλός ή κακός. Το καλό και το κακό συνυπάρχουν και η εκδήλωσή τους καθορίζεται από εξωγενείς παράγοντες. Στον Ντοστογιέφσκι ωστόσο υπάρχει και αυτό που υπάρχει και στον Σοφοκλή: η ελεύθερη βούληση. Ο ήρωάς του επιλέγει, πράττει και πληρώνει το τίμημα. Η πράξη του εγκλήματος τον οδηγεί στην κοινωνική απομόνωση και έναν λαβύρινθο τύψεων, ενοχών και εσωτερικών συγκρούσεων. Με τη βοήθεια του εύστροφου ανακριτή Πορφύρη, αλλά και της δύναμης της αγάπης και της πίστης της νεαρής πόρνης Σόνιας, εξιλεώνεται, μεταστρέφεται και αναζητά ο ίδιος την τιμωρία του. Αντιλαμβάνεται ότι για να αλλάξει κανείς τον κόσμο, πρέπει πρώτα να αλλάξει τον εαυτό του.

Ο Γιάννης Ιορδανίδης, ο οποίος υπογράφει τη σκηνοθεσία και τη δραματουργική επεξεργασία στην εν λόγω παράσταση, επιλέγει να εστιάσει σχεδόν αποκλειστικά στη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον Ρασκόλνικοφ και στον επιδέξιο ανακριτή Πορφύρη, ο οποίος μέσα από ευφυέστατους διαλόγους «παίζει» με τη θολωμένη συνείδηση του φοιτητή και προσπαθεί να τον οδηγήσει στην ομολογία. Μέσα όμως από μια παράσταση μιας ώρας και σαράντα λεπτών, ακόμη και αυτή η μονομερής ανάγνωση της σχέσης των δύο ανδρών, στερείται πολλά στοιχεία από τη σύνθεσή της και καταλήγει στον θεατή αποσπασματική και συχνά ασυνεπής. Επιλέγοντας μια ρεαλιστική ανάγνωση του έργου, η διασκευή του Γιάννη Ιορδανίδη αποκόπτει το έργο από την έντονα πολιτική του διάσταση, ενώ δεν αφήνει να δημιουργηθεί επί σκηνής η αποπνικτική ατμόσφαιρα που τόσο περίτεχνα δημιουργεί ο Ντοστογιέφσκι. Εστιάζει αποκλειστικά και μόνο στην εξέλιξη της δράσης μέσω των διαλόγων, ενώ αφήνει έξω κομβικά στοιχεία που θα βοηθούσαν τον θεατή να κατανοήσει τόσο το ζοφερό κλίμα της εποχής όσο και τις συνθήκες, κοινωνικές και πνευματικές, οι οποίες οδήγησαν τον ήρωα στο έγκλημα. Ο θεατής παραμένει με πολλαπλά αναπάντητα ερωτηματικά ως προς τα κίνητρά του, την πολιτική και επαναστατική προέκταση των απόψεών του και ακόμη περισσότερο τη μεταμέλεια και ομολογία του. Ακόμη πιο ανακόλουθοι και αποσπασματικοί παρουσιάζονται οι υπόλοιποι χαρακτήρες του έργου, ιδιαίτερα η νεαρή πόρνη Σόνια η οποία θα επιδράσει καταλυτικά στη μεταστροφή του ήρωα, κάτι που ελάχιστα βλέπουμε στη συγκεκριμένη διασκευή. Το φιλοσοφικό, κοινωνικό, πολιτικό και θρησκευτικό υπόβαθρο αποδυναμώνονται και δεν μας μένει παρά μια ψυχολογική απόδοση της βασικής ιστορίας, διανθισμένη με στοιχεία αστυνομικού θρίλερ.

Η ρεαλιστική σκηνοθετική ερμηνεία του Γιάννη Ιορδανίδη μας δίνει μια σειρά από σκηνές που συνδέονται μεταξύ τους με μια λογική αλληλουχία, σαν ένα σκηνικό μοντάζ. Λειτουργική μεν, ως προς τη σύνδεση των σκηνών, επίπεδη δε, χωρίς ιδιαίτερες διακυμάνσεις, εσωτερικές εντάσεις και κορυφώσεις. Η σκηνοθεσία δεν κατόρθωσε να διαχειριστεί την αφηγηματικότητα του κειμένου, αφού εστίασε σχεδόν αποκλειστικά στον λόγο, στερώντας την παράσταση από την εικόνα και συνεπώς την «ντοστογιεφσκική» ατμόσφαιρα. Τα ρεαλιστικά σκηνικά του Άντη Παρτζίλη (με τους ασυνεπείς ωστόσο ως προς το ύφος της παράστασης συμβολισμούς, όπως οι ρίζες στο ταβάνι και το αίμα στον τοίχο) εξυπηρέτησαν λειτουργικά την κίνηση των ηθοποιών στη σκηνή και τη γρήγορη μετάβαση από τη μια εικόνα στην άλλη. Ομοίως, καθαρά λειτουργική υπήρξε και η συμβολή της μουσικής (Χριστίνα Γεωργίου) και του φωτισμού (Καρολίνα Σπύρου), αφού χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για τη σηματοδότηση της εναλλαγής των σκηνών, ενώ θα μπορούσαν να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημιουργία μιας πιο αφαιρετικής παράστασης. Τα κοστούμια της Μαρίζας Παρτζίλη καλαίσθητα και ταιριαστά με την ατμόσφαιρα της εποχής, με εξαίρεση το κοστούμι της Σόνιας, το οποίο αντί να εστιάζει στην εξωπραγματική καλοσύνη και θρησκευτική πίστη της ηρωίδας, εστιάζει στο επάγγελμα της πόρνης, δημιουργώντας αισθητικά μια μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στην εικόνα και τον λόγο της ηρωίδας.

Αντίστοιχα, οι ηθοποιοί οδηγούνται αναπόφευκτα σε μια συντηρητική υποκριτική φόρμα που κινείται ανάμεσα στον νατουραλισμό και την ηθογραφία. Ο Γιώργος Αναγιωτός, στον ρόλο του Ρασκόλνικοφ, αγωνίζεται με όλα τα μέσα (και είναι πολλά), εσωτερικά και εξωτερικά, να δώσει την πολυπρισματικότητα του ρόλου του. Ωστόσο, η διασκευή δεν του επέτρεψε να χτίσει τις ψυχολογικές μεταπτώσεις του ήρωα, τις εσωτερικές συγκρούσεις, τις τύψεις, το αδιέξοδο και εν τέλει τη μεταμέλεια. Ο Ανδρέας Τσουρής φαίνεται να ευνοείται από τον ρόλο του, αφού ο χαρακτήρας του Πορφύρη είναι ο πιο ολοκληρωμένος και ο πιο συνεπής από όλους. Το ταλέντο, η εμπειρία και η υποκριτική του αυτοτέλεια του επέτρεψαν να δημιουργήσει μια πολυεπίπεδη ερμηνεία με μεθοδικότητα, ακρίβεια, σαρκασμό και χιούμορ. Συνεπής ως προς τον δυναμισμό, την αφέλεια αλλά και το χιούμορ του Ραζουμίχιν ο Γιώργος Κυριάκου. Αν και περιορισμένη σε έκταση, η ερμηνεία του Χριστόδουλου Μαρτά στον ρόλο του βοηθού του ανακριτή ήταν πραγματικά εύστοχη, πειστική και δουλεμένη στη λεπτομέρεια. Ο πιο αδικημένος κατά τη γνώμη μου χαρακτήρας σε αυτή τη διασκευή είναι αυτός της Σόνιας, ο οποίος δεν επέτρεψε στη Νίκη Δραγούμη να δημιουργήσει έναν ολοκληρωμένο και συνεπή, ως προς τα λόγια και τις πράξεις, ρόλο, με αποτέλεσμα μια μελοδραματική ερμηνεία, σε μια παράσταση που μας επιτρέπει αφειδώλευτα να ακούσουμε τον λόγο του Ντοστογιέφσκι, αλλά δεν μας αφήνει να τον νιώσουμε.

Αναπάντητα ερωτήματα: Το φιλοσοφικό, κοινωνικό, πολιτικό και θρησκευτικό υπόβαθρο αποδυναμώνονται και δεν μας μένει παρά μια ψυχολογική απόδοση της βασικής ιστορίας, διανθισμένη με στοιχεία αστυνομικού θρίλερ με αποτέλεσμα μια μελοδραματική ερμηνεία, σε μια παράσταση που μας επιτρέπει αφειδώλευτα να ακούσουμε τον λόγο του Ντοστογιέφσκι, αλλά δεν μας αφήνει να τον νιώσουμε.

 

 

 

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

«Ο Γλάρος»

Το Θέατρο Δέντρο παρουσιάζει το αριστούργημα του Τσέχωφ σε σκηνοθεσία του Κώστα Φιλίππογλου, ο ...

Ο Θείος Γιάννης

Ο Ευριπίδης Δίκαιος έλυσε όλα τα πρακτικά προβλήματα που προκύπτουν, εκ των πραγμάτων, σε ...

Not Not Not Not Not Enough Oxygen

Το σκηνικό της Λύδιας Μανδρίδου, οι φωτισμοί της Καρολίνας Σπύρου και το ηχητικό τοπίο ...

Πολύμορφη, ετερόκλητη θεατρική παραγωγή

Τι θα μπορούσε να τοποθετήσει σε ένα κοινό κριτικό σημείωμα την ιστορία του Γερμανού ...

SAVED

Η σκηνοθεσία της Μαρίας Κυριάκου σε αυτό το έργο του Μποντ προσπάθησε να αντισταθμίσει ...

Ο Μικρός Πρίγκιπας

Διατηρώ τις αμφιβολίες μου για το εάν η ιστορία του Μικρού Πρίγκιπα έγινε πιο ...

X