Η ποίηση συναντά τη μουσική

Η μόνη ποιητική σύνθεση με την οποία καταπιάστηκε ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν η "Αμοργός" του Νίκου Γκάτσου, ένα έργο που παρέμεινε ανολοκλήρωτο

Γεννήθηκε στις 23 του Οκτώβρη το 1925, υπήρξε -και θεωρείται μέχρι σήμερα- ένας από τους κορυφαίους Έλληνες συνθέτες, που συνέδεσε με το θεωρητικό και συνθετικό του έργο τη λόγια με τη λαϊκή μουσική παράδοση. Πολλά από τα έργα του αναγνωρίζονται έως σήμερα ως κλασικά. Συνάμα, το όνομά του συνδέθηκε με το ποιητικό έργο του Νίκου Γκάτσου, καθώς οι στίχοι του ποιητή ζωντάνεψαν με τη μουσική επένδυση του συνθέτη, έτσι οι μελοποιημένοι πια στίχοι κράτησαν συντροφιά και μεγάλωσαν γενιές και γενιές. Ο λόγος για τον Μάνο Χατζιδάκι, τον συνθέτη που κατόρθωσε να αγγίξει κάθε ελληνική ψυχή.

Ο Χατζιδάκις μελοποίησε στίχους όχι μονάχα του Γκάτσου, αλλά και άλλων ποιητών ή στιχουργών. Όμως, απέφευγε τη μελοποίηση ολόκληρων ποιητικών έργων. Υπήρχαν βέβαια ποιητικές συνθέσεις, οι οποίες δεν μπορούσαν να αφήσουν αδιάφορο τον συνθέτη, ο οποίος ισχυριζόταν ότι η ποίηση και η μουσική είναι αυτάρκεις τέχνες και δεν περιμένουν τα καινούργια έργα για να υπάρξουν ξανά. Μια από τις ποιητικές συνθέσεις του Νίκου Γκάτσου, η οποία μελοποιήθηκε από τον Μάνο Χατζιδάκι είναι η “Αμοργός”. Το έργο αυτό φανερώνει τη βαθιά, πολυετή σχέση του συνθέτη με τον ποιητή.

Πρόκειται για μια σχέση ζωής, καθώς όταν γνωρίστηκαν για πρώτη φορά ο Χατζιδάκις ήταν 17 ετών και ο Γκάτσος 28, πράγμα που επιβεβαιώνει πολλά χρόνια συνεργασίας, αφού η φιλική τους σχέση διάρκησε καθ’ όλη την ενήλικη περίοδο της ζωής τους. Ο συνθέτης προσέγγισε την “Αμοργό” από την πλευρά της ελληνικότητας, δηλαδή αντιμετώπισε το έργο όχι ως υπερρεαλιστικό ποίημα, αλλά ως ποίημα ελληνικό που εντάσσει μέσα του κάποια υπερρεαλιστικά στοιχεία, τα οποία συναντώνται και στην ελληνική παράδοση. Για τον λόγο αυτό, ο Χατζιδάκις δεν δυσκολεύτηκε να μεταφέρει τους στίχους του Γκάτσου στο νεοελληνικό τραγούδι. Με τον τρόπο αυτό, οι στίχοι λαμβάνουν μια διαφορετική, καινούργια αίσθηση, που στην ουσία επαναφέρει τα διαχρονικά στοιχεία που ήδη περιέχει η ελληνική παράδοση. Παρότι ο συνθέτης είχε μια μακρόχρονη επαφή με το ποίημα και τις επανειλημμένες εξαγγελίες της ολοκλήρωσής του, ο Χατζιδάκις σε πρακτικό επίπεδο εστίασε αποκλειστικά στη σύνθεσή του σε δύο μόνο χρονικές περιόδους: η πρώτη αφορά το καλοκαίρι του 1972, λίγο πριν επιστρέψει στην Ελλάδα από την Αμερική.

Σε αυτή τη μορφή του έργου προβλέπονταν εμβόλιμα αφηγηματικά μέρη ανάμεσα στα τραγούδια. Αφηγητής ήταν ο Αλέξης Μινωτής και στον ρόλο του βυζαντινού χρονογράφου ο Δημήτρης Χορν. Η δεύτερη περίοδος αφορά το 1986, 15 χρόνια μετά από την πρώτη, όταν γράφεται το “Πόσο πολύ σ’ αγάπησα” και σχεδιάζονται κάποιες μελωδίες που αφορούσαν ορισμένους από τους τελευταίους στίχους του ποιήματος (“Χρόνια και χρόνια πάλεψα”). Μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου του 1987, ο Χατζιδάκις καταπιάνεται για ακόμη μια φορά με το έργο. Το 1981 ο συνθέτης αναθέτει την ενορχήστρωση του έργου στον Νίκο Κυπουργό, υπό την καθοδήγησή του πάντοτε, έτσι ώστε να μπορέσει εκείνος να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην ολοκλήρωση της μελοποίησης, εφόσον το έργο επρόκειτο να εκτελεσθεί στο πλαίσιο του “Μουσικού Αυγούστου” στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ο χρόνος ήταν αρκετά πιεστικός, ώστε στον “Μουσικό Αύγουστο” να παρουσιαστούν έξι μόνο από τα τραγούδια που είχε συνθέσει στην Αμερική για φωνή και για πιάνο. Έξι χρόνια μετά, το 1987, ο συνθέτης προαναγγέλλει εκ νέου την παρουσίαση του έργου και αναθέτει και πάλι την ενορχήστρωση στον Νίκο Κυπουργό. Όμως, για μια ακόμα φορά αναβάλλεται η παρουσίαση του έργου. Ως εκ τούτου, περνώντας από τόσες περιπέτειες, η “Αμοργός” εξακολουθεί να παραμένει ένα ανολοκλήρωτο ταξίδι, αφήνοντας την αίσθηση στο κοινό ότι μπορεί να φτάσει εκεί μόνο ονειρικά. Παρόλα αυτά, η “Αμοργός” εξακολούθησε να παρουσιάζεται.

Αξίζει, επίσης, να σημειώσουμε ότι αρκετοί μελετητές της λογοτεχνίας, αλλά και λογοτέχνες επιχείρησαν να εξηγήσουν την “περίπτωση του Γκάτσου”, δηλαδή το έργο του ποιητή δεν άφησε αδιάφορη την κριτική. Γενικά η κριτική του έργου διακρίνεται σε τρεις περιόδους: κατά την πρώτη κυριαρχεί η έκπληξη, η αντίδραση και η σύγχυση, αν και υπήρχαν μεμονωμένες φωνές που αναγνώρισαν την ποιητική της αξία. Κατά τη δεύτερη περίοδο παγιώθηκε η αντίληψη ότι ο δημιουργός του έργου θα μπορούσε να συνεχίσει την ποιητική του προσφορά, εφόσον αναγνωρίστηκε η αξία και οι ποιητικές του ικανότητες. Και, τέλος, κατά την τρίτη περίοδο αναγνωρίζεται και αξιολογείται η συνολική προσφορά του ποιητή μέσα από μεταφράσεις και τραγούδια που έγραψε, τα οποία αποτελούν συνέχεια της ποιητικής του αντίληψης.

*Φιλόλογος

  • Ζωή Χρυσάνθου

    Γεννήθηκε το 1979 στη Λάρνακα και ζει μόνιμα στη Λευκωσία. Είναι απόφοιτη της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος. Εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση ως φιλόλογος και είναι Υποψήφια Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Κύπρου.

You May Also Like

Αφιέρωμα στον ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Το Πανεπιστήμιο Κύπρου διοργανώνει στις 31 Μαρτίου 2018, στο θέατρο Αποθήκες του ΘΟΚ, δύο ...

«Η Κυνηγός Εικόνων» παρουσιάζεται στη Λεμεσό

Η Λεμεσός παίρνει σειρά για την παρουσίαση του αυτοβιογραφικού βιβλίου της Τασούλας Χατζητοφή «Η ...

To Bραβείο Λογοτεχνίας του Ισραήλ απονέμεται σε υπέρμαχο ίδρυσης Παλαιστινιακού κράτους

Στον Νταβίτ Γκρόσμαν, 64 χρόνων, απονεμήθηκε το βραβείο Λογοτεχνίας του Ισραήλ, ένα από τα ...

Γιάννης Καλπούζος: «Κάθε βιβλίο είναι κι ένας άλλος κόσμος»

Μια μίνι περιοδεία στην Κύπρο ξεκίνησε τη Δευτέρα 7 Μαΐου ο Γιάννης Καλπούζος, για ...

Οι «μεγάλες φωνές» του Γαλλικού Ινστιτούτου διαθέσιμες δωρεάν από το ψηφιακό αρχείο του

Μια σημαντική συλλογή του γαλλικού και γαλλόφωνου πολιτιστικού χώρου των τριάντα τελευταίων ετών, είναι ...

Πέθανε ο γνωστός Ρώσος συγγραφέας και πολιτικός Έντουαρντ Λιμόνοφ

Ο Έντουαρντ Λιμόνοφ, αρχηγός του αντιπολιτευόμενου κινήματος «Η άλλη Ρωσία» και συγγραφέας, αλλά και ...

X