Ιστορικές ειδήσεις για τα πραστιά της Κύπρου

Πραστιό σημαίνει ο μικρός οικισμός και στην Κύπρο η λέξη έλαβε ξεχωριστή σημασία

Πέντε χωριά της Κύπρου ονομάζονται πραστιά και για να διακρίνονται αναφέρεται και η περιοχή στην οποία ανήκουν. Έτσι έχουμε το Πραστιό της Μεσαορίας ή Πραστιό της Σίγουρης ή Σίβουρης, το Πραστιό του Κελλακιού, το Πραστιό της Αυδήμου, το Πραστιό της Πάφου και το Πραστιό της Μόρφου, το αποκαλούμενο και Κόκκινο Πραστιό ή Prastio Rosso, όπως απαντά στον Φλώριο Βουστρώνιο. ΄

Πώς προέκυψε όμως η λέξη πραστιό και ειδικά στην Κύπρο έλαβε ξεχωριστή σημασία, την οποία φέρουν τα πιο πάνω χωριά μας, και τη συναντούμε επίσης σε έγγραφα φραγκικά και βενετικά και στους Κύπριους χρονογράφους της Φραγκικής και Βενετικής Περιόδου; Η λέξη πραστιόν ασφαλώς είναι προφραγκική, την οποία όμως φύλαξαν οι Φράγκοι όταν πέρασε στην εξουσία τους η Κύπρος. Πρόκειται για τη λέξη προάστιον που πήρε μια ιδιαίτερη σημασία, όπως θα αναλύσουμε στη συνέχεια. Έτσι τη συναντούμε με διάφορες γραφές στα φραγκικά έγγραφα ως Prastio, Prestio, Prastrone και Presterie. Ας ανατρέξουμε στα έγγραφα και στους Κύπριους χρονογράφους για να δούμε τι αναφέρουν για τα πραστιά και σε ποια άλλα πραστιά κάνουν μνεία, τα οποία πλέον δεν υφίστανται.

Στα έγγραφα τα προερχόμενα από τα Αρχεία του Βατικανού του 14ου και 15ου αιώνα συναντούμε τη λέξη ως presterie. Στο χρονικό του Φραγκίσκου Amadi αναφέρεται il prastio de Ara και σε βενετική έκθεση των αρχών του 16ου αιώνα σημειώνεται για το χωριό Μαμώνια ότι έχει τρία πραστιά (casal Mamogna tre sui prastii). Τα πραστιά ήταν αγροτικοί οικισμοί εξαρτώμενοι από πιο μεγάλους οικισμούς με τους οποίους γειτνίαζαν. Ο ιστορικός Φλώριος Βουστρώνιος, η σπουδαία αυτή πνευματική προσωπικότητα του 16ου αιώνα, μάς έχει δώσει έναν ορισμό του τι ακριβώς σημαίνει η λέξη πραστιό. Τα πραστιά, γράφει, είναι μερικά μικρά χωριουδάκια τα οποία ανήκουν, δηλαδή είναι εξαρτώμενα από πιο μεγάλες κώμες. Άλλοτε, όπως προαναφέρθηκε, η Κύπρος είχε πληθώρα πραστιών, δηλαδή κατά τη Φραγκοκρατία και τη Βενετοκρατία, για ευνόητους βέβαια λόγους, γιατί οι φεουδάρχες που κατείχαν κάποια χωριά ως φέουδα δημιουργούσαν μικρούς αγροτικούς οικισμούς στις γαίες τους στους οποίους κατοικούσαν οι δουλοπάροικοί τους για να εργάζονται στα κτήματά τους.

Αναφορές χρονογράφων 

Στο χρονικό του Λεόντιου Μαχαιρά γίνονται αναφορές σε πολλά πραστιά, κάποια από τα οποία δεν υφίστανται πλέον. Ο Μαχαιράς αναφέρεται στο Πραστιόν της Αυδήμου, αυτό του Αγρού, της Ποταμιάς, το Πραστιό του πρίγκιπος της Αντιοχείας, που δεν ήταν άλλο από το μεσαιωνικό χωριό Κολώτα, κοντά στην Αμμόχωστο, και το οποίο έσβησε με την πάροδο των χρόνων. Επίσης, στο Χρονικό του γίνεται μνεία στο χωριό Στρογγυλό της Αμμοχώστου, το οποίο ανήκε ως φέουδο στον Ιωάννη Δενόρες. Ας σημειωθεί επίσης ότι η Λέμπα της Πάφου, η οποία στα μεσαιωνικά χρόνια ήταν γνωστή για τις ζαχαροκαλλιέργειές της, ονομαζόταν Πραστιοσίουρο. Άξιο μνείας γεγονός για την πληθώρα των πραστιών που απαντούν στην Κύπρο κατά τα μεσαιωνικά χρόνια είναι τα όσα χωριά αναφέρονται σε βενετική έκθεση των αρχών του 16ου αιώνα, στην οποία καταγράφεται το σύνολο των χωριών (casali) της Κύπρου, τα οποία ανέρχονται στα 828, από τα οποία τα 215 σημειώνονται ως πραστιά (prastii).
Την ίδια σημασία έχει η λέξη πραστιό, δηλαδή του μικρού αγροτικού οικισμού, και στον χρονογράφο μας Γεώργιο Βουστρώνιο, όταν αναφέρεται στις δωρεές και παραχωρήσεις του τελευταίου Φράγκου βασιλιά της Κύπρου Ιακώβου Β’ Lusignan στους ευνοούμενούς και οπαδούς του. “Και εχάρισεν του Μοράπιτου την Νήσουν με τα πραστιά της”, σημειώνει μεταξύ άλλων, ενώ αλλού αναφέρει “[…] εχάρισέν του γ? πραστιά την Βυζακίαν, το Καύκαλον και το Αθάσιν”. Ο ίδιος χρονογράφος γράφει σχετικά και για μια παραχώρηση πραστιών που είχε πραγματοποιηθεί από τη βασίλισσα Αικατερίνη Κορνάρο. “[…] και εποίκαμεν τον Πέτρο Τάβιλα κοντοσταύλην της Κύπρου […] και εδώκαμέν του τα Γέναγρα και τα Στρέμματα, και τα δύο πραστία των Πελενδρίων”. Και αλλού στο Χρονικό του ο Γεώργιος Βουστρώνιος σημειώνει: “εποίκεν τον η ρήγαινα καβαλλάρην και έδωκέν του τον φούντικαν (εμπορικό κατάστημα) των πωρικών (φρούτων) της Λευκωσίας και δυο πραστιά τα είχαν ο Γιάκουμος εις την Κυθρίαν”.

Επιπρόσθετα, σε πηγή του 15ου αιώνα διασώζεται πληροφορία για την παραχώρηση χωριών και πραστιών στη βασίλισσα Ελένη Παλαιολόγου, σύζυγο του βασιλιά Ιωάννη Β? Lusignan. Η δωρεά είχε γίνει από τον κόμη της Τρίπολης, ο οποίος χάρισε στη ρήγαινα “δάμε Ελένας Παλαιολογίνας”, εκτός από τα Πελένδρια και τα πραστιά τους, και τη Λακατάμια και τα πραστιά της. Σε βενετική έκθεση του 16ου αιώνα αναφέρεται επίσης η Λυθράγκωμη Καρπασίας και τα πραστιά της, ενώ ως πραστιά στην περιοχή Λεμεσού μνημονεύονται ο Ύψωνας, το Prastio del conte di Zaffo, του Αγίου Μάμα, του Αγίου Τύχωνα (Ticona) και το Πραστιό της Επισκοπής (Prastio della Piscopia). Στην ίδια έκθεση αναφέρεται επίσης ότι το χωριό Ψάθι της Πάφου είχε δύο πραστιά. Ο ορισμός του πραστιού στην ίδια έκθεση είναι ο εξής: Πραστιό είναι μικρός οικισμός (Prastii cioe pizola habitation).

Βενετικά έγγραφα του 16ου αιώνα μαρτυρούν επίσης την ύπαρξη οικισμού στα ανατολικά της κωμόπολης Ριζοκαρπάσου με το όνομα Πραστιό του Αγίου Μάρκου της Κορώνης (prastio di San Marco di Coroni), ενώ σήμερα σώζονται δύο τοπωνύμια περίπου στην ίδια περιοχή, τα Πραστιά και η Κορώνη. Προφανώς τα δύο τοπωνύμια, γνωστά στους κατοίκους της κωμόπολης, αποτελούν αναμφισβήτητα κάποια ίχνη του οικισμού που εξέλιπε. Στην ιστορία του ο Φλώριος Βουστρώνιος μνημονεύει εκτός από το Κόκκινο Πραστιό στην περιοχή Μόρφου και το Πραστιό Κουριά (Curia), ένα χωριό της Πάφου το οποίο γειτνίαζε με το χωριό Τσάδα, αλλά χάθηκε στο πέρασμα των χρόνων. Η Κουριά πρέπει να έσβησε παντελώς πριν από το 1825 και στις βενετικές πηγές τη συναντούμε έως το 1565. Το χωριό αυτό είχε παραχωρηθεί από τον βασιλιά Ιάκωβο Β? Lusignan στον Ιωάννη Τζιμπλέττη (Giblet).
Τα βενετικά έγγραφα καθώς και οι βενετικοί κατάλογοι με τα χωριά της Κύπρου έφεραν στο φως δύο πραστιά που και αυτά εντάσσονται σε εκείνα που εδώ και χρόνια δεν υφίστανται πλέον. Πρόκειται για το πραστιό το ονομαζόμενο Πραστιό του κυρ-Νικόλα, που βρισκόταν στην περιοχή της Κερύνειας, και για το Καμένο Πραστιό στην επαρχία Λευκωσίας. Το Πραστιό του κυρ-Νικόλα μάς έγινε γνωστό από κάποια βενετικά έγγραφα σχετικά με ένα χρέος του φεουδάρχη του εν λόγω χωριού. Το 1546 το Συμβούλιο των Δέκα ασχολήθηκε με ένα απλήρωτο χρέος που προερχόταν από τη γεωργική παραγωγή των περιοχών (baliazi) της Αχέλειας και της Σίγουρης. Ο φεουδάρχης χρεοφειλέτης ήταν ο Ματθαίος Παλαιολόγος, που είχε υπηρετήσει στα βενετικά στρατιωτικά σώματα και κατείχε πολλά φέουδα στην Κύπρο. Επειδή το χρέος του Παλαιολόγου στο Δημόσιο ανερχόταν στις δυο χιλιάδες δουκάτα, το Συμβούλιο των Δέκα γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πήρε απόφαση να βγάλει σε πλειστηριασμό το χωριό του Ματθαίου Παλαιολόγου για την αποπληρωμή του χρέους. Ποιος ήταν άραγε ο κυρ-Νικόλας που έδωσε το όνομά του σε ένα ολόκληρο χωριό, το Prastio tu cyr Nicola; Ασφαλώς Έλληνας της Κύπρου, της άρχουσας, βέβαια, τάξης αφού οι πηγές μάς πληροφορούν ότι η προσφώνηση για τους Φράγκους της Κύπρου ήταν sire, ενώ για τους Έλληνες της Κύπρου κυρ (cyr).

Tο Καμένο Πραστιό ήταν οικοδομημένο μέσα στα όρια της επαρχίας Λευκωσίας. Το διαμέρισμα Λευκωσίας κατά τη Φραγκοκρατία και τη Βενετοκρατία ονομαζόταν Viscondato γιατί στην πρωτεύουσα κατοικούσε ο βισκούντης και είχε δικαιοδοσία και σε όλη τη γύρω περιοχή. Το Καμένο Πραστιό ανήκε κατά τη Φραγκοκρατία στη μεγάλη φραγκική οικογένεια των Ιβελίνων, που είχε συνδεθεί με επιγαμίες με τους Lusignan. To Καμένο Πραστιό ονομαζόταν επίσης, όπως απαντά στις πηγές, και ως Πραστιό του σινεσκάρδου, γιατί κατά τη Βενετοκρατία ανήκε κληρονομικώς στον σινεσκάρδο του βασιλείου της Κύπρου Rechense. Εκτός από το Καμένο Πραστιό, ο σινεσκάρδος είχε ακόμη δύο χωριά ως φέουδα, το Παλαιχώρι και το χωριό Μελανίσια. Τα Μελανίσια και το Καμένο Πραστιό έσβησαν και το μόνο που υφίσταται έως σήμερα είναι το Παλαιχώρι. Κατά τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας για τα τρία αυτά χωριά έγιναν δικαστήρια στη Βενετία, γιατί τα διεκδικούσε ο Ευγένιος Συγκλητικός, επειδή ανήκαν ως προίκα στη σύζυγό του. Δεν κατάφερε όμως να τα επανακτήσει, γιατί η σύζυγός του πέθανε χωρίς να αποκτήσει απογόνους.

Δεν γνωρίζουμε εάν η προφορική παράδοση διέσωσε κάτι για το Πραστιό του κυρ-Νικόλα, ωστόσο, για το Καμένο Πραστιό οι πρόσφυγες κάτοικοι του γειτονικού χωριού Άγιος Βασίλειος διέσωσαν ενδιαφέρουσες παραδόσεις σχετικά με το πώς το χωριό αυτό έσβησε μια για πάντα. Ένας μας διηγήθηκε τα εξής: “Το Καμένο Πραστιό ήταν πολύ μεγάλο και πλούσιο. Ούτε εμείς το φτάσαμε ούτε οι παππούδες μας, αλλ’ ούτε και οι προπαππούδες μας. Μας είπαν πως ήρθε μια αρρώστια φοβερή, χολέρα ή πανούκλα και το κατέστρεψε. Προλάβαμε μια στέρνα στο Καμένο Πραστιό απ’ όπου λένε έπαιρναν νερό οι κάτοικοι. Λένε επίσης πως μέσα από το Καμένο Πραστιό περνούσε ένας παραπόταμος του Σερράχη”. Κάποιος άλλος μας ανέφερε ότι ορισμένοι κάτοικοι των γειτονικών χωριών άνοιγαν τάφους και ήταν πράγματι φοβερό το θέαμα, γιατί αντίκριζαν πενήντα με εξήντα σκελετούς. Ακόμη μας δόθηκε η πληροφορία ότι στο Καμένο Πραστιό υπήρχαν ίχνη εκκλησίας αφιερωμένης στον Άγιο Γεώργιο, αφού σε έναν σωρό από πέτρες υπήρχε εικόνα του Αγίου Γεωργίου όπου άναβαν κεριά. Τέλος, κύριος καμβάς των παραδόσεων για το Καμένο Πραστιό είναι, όπως διατείνονταν οι πληροφορητές μας, η ύπαρξη ενός ρολογιού το οποίο κτυπά ρυθμικά κάτω από τα χαλάσματα. Να πρόκειται άραγε για κάποιο φυσικό φαινόμενο, κάποια υπόγεια ροή νερού; Ίσως. Κάποτε ένας κάτοικος γειτονικού χωριού με το Καμένο Πραστιό μαζί με ένα φίλο του, ωθούμενοι από τις διηγήσεις που κυκλοφορούσαν γι’ αυτό το ρολόι που κτυπά αέναα στο Καμένο Πραστιό, θέλησαν να το ανακαλύψουν μέσα στα χαλάσματα. “Σκάψαμε στα ερείπια”, μας είπε, “σηκώσαμε μεγάλες πλάκες, αλλά δεν αντικρίσαμε τίποτα άλλο παρά κρανία και οστά… Και τώρα”, συνέχισε, “μετά από τόσα χρόνια σκέφτομαι το θέαμα που αντικρίσαμε και ανατριχιάζω”. Ωστόσο, σκέφτομαι πως και τα χωριά μας που χάθηκαν στο διάβα των αιώνων αποτελούν σπαράγματα Ιστορίας ενδεδυμένης με τον πλούτο και τη σαγήνη των παραδόσεών μας… Όμορφη και παράξενη πατρίδα…

ΛΕΖΑΝΤΑ: Λεπτομέρεια από την εικόνα με Ένθρονο Χριστό που ευλογεί [1549], όπου εικονίζεται ως δωρητής ο φεουδάρχης του Πραστιού του κυρ-Νικόλα, Ματθαίος Παλαιολόγος, με τη σύζυγο και τις θυγατέρες του [Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ?].

You May Also Like

Ιστορίες Κυπρίων αιχμαλώτων μετά τον πόλεμο (1570-1571)

Γράφει η Νάσα Παταπίου Αρχειακό υλικό μάς προσφέρει στοιχεία από τις περιπέτειες των Κυπρίων ...

Η ιστορία της μοναχής Μερόπης, κατά κόσμον Μόσχως Ροντάκη

Γράφει η Νάσα Παταπίου  Η αρχειακή έρευνα που αφορά την ιστορία μας κατά τον ...

Παροικία, προνόμια και βάιλοι της Βενετίας στην Κύπρο

Γράφει η Νάσα Παταπίου Αναφορά στην παροικία των Βενετών εμπόρων στην Κύπρο από τα ...

Σελίδες από τη ζωή της αρχοντοπούλας Φιορέντζας

Γράφει η Νάσα Παταπίου Η αρχοντοπούλα Φιορέντζα είχε γεννηθεί στη Λευκωσία, περίπου το 1554, ...

Φεουδάρχες της Μαραθάσας : Αρχειακές μαρτυρίες για την οικογένεια Cadit

Γράφει η Νάσα Παταπίου Ως επί το πλείστον φεουδάρχες και οικονομικά εύρωστοι, οι συριακής ...

Ο γάμος του Φραγκίσκου Καλλέργη το 1569

Ένα χρόνο πριν εισβάλουν οι Οθωμανοί στην Κύπρο, τελέστηκε στον καθεδρικό ναό του Αγίου ...

X