“Παρηγοριά είναι η τέχνη. Παρηγοριά και ενεργοποίηση για ζωή, έρωτα, συμφιλίωση”

Ο Παντελής Βούλγαρης μιλά στο "Π"
  • “Είμαι γεννημένος το ’40, 23 Οκτωβρίου. Λίγο πριν μπουν οι Ιταλοί στην Ελλάδα. Κι είναι περίεργο ότι όλα αυτά τα χρόνια του πολέμου, του Εμφυλίου, δεν τα έχω στη μνήμη μου να τα κουβεντιάζουμε τα παιδιά στο σπίτι ή στο σχολείο”. Ο Παντελής Βούλγαρης επιστρέφει σε αυτά τα χρόνια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα και παρουσιάζει στη νέα του ταινία, “Το Τελευταίο σημείωμα”, μια από τις πιο τραγικές στιγμές στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, με την εκτέλεση των “200 της Καισαριανής”: διακόσιοι αντιστασιακοί εκτελέστηκαν εν ψυχρώ την Πρωτομαγιά του 1944, ως αντίποινα για την ενέδρα που έστησαν σκοτώνοντας τέσσερις Γερμανούς.

    Σημαντικός εκπρόσωπος της γενιάς που άνοιξε τον δρόμο στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά με ταινίες που συχνά είναι βασισμένες σε ιστορικά γεγονότα, ο Παντελής Βούλγαρης -ως εξαίρεση στην πλειοψηφία των συναδέλφων του- βρέθηκε στην Κύπρο για την πρεμιέρα του Τελευταίου σημειώματος, δίνοντας την ευκαιρία στο κοινό να ανταλλάξει μαζί του μια κουβέντα. Την ίδια ευκαιρία έδωσε και σε μας, οπότε συναντηθήκαμε και -με τη γλυκύτατη, γαλήνια ροή του λόγου του- μάς διηγήθηκε όσα περιστρέφονται γύρω από -αλλά λειτουργούν και παράλληλα με- την ταινία του.

    Επιστροφή στην Ιστορία

    “Παρόλο που ζω με γυναίκα συγγραφέα [σ.σ. με την Ιωάννα Καρυστιάνη εκτός από σύντροφοι είναι και συνεργάτες συνυπογράφοντας τα σενάρια αρκετών ταινιών του], διαβάζω περισσότερο Ιστορία από πεζογραφία και ποίηση. Όχι ότι δεν υπάρχουνε πολύ καλά βιβλία αλλά εδώ και καιρό -ενώ νεότερος δεν θυμάμαι να έχω αυτό το ενδιαφέρον- προσπαθώ να καταλάβω τα προηγούμενα χρόνια.

    Μεγαλώνοντας, κατάλαβα ότι αυτά τα χρόνια για τα οποία εγώ ή δεν ενδιαφερόμουνα ή δεν ήταν και μέσα στις φιλικές κουβέντες των συμμαθητών μου ή των φίλων μου, είναι τα χρόνια που σημάδεψαν τον τόπο. Απ’ την άλλη μεριά μετά τη χούντα προέκυψαν πολλά βιβλία ιστορικά. Η νεότερη γενιά των ιστοριογράφων έψαξε πολύ ιδιαίτερα αυτά τα χρόνια που έχουν και πολύ ενδιαφέρον. Το ένα βιβλίο φέρνει το άλλο και όταν μιλάμε για έρευνα σκηνοθέτη, είναι ένα ταξίδι μεγάλο που δεν έχει προορισμό.

    Δεν διαβάζεις για να σου είναι αυτά χρήσιμα σε κάτι που έχεις αποφασίσει πως θα κάνεις. Μετά τη χούντα, όταν αρχίζουμε να κάνουμε σινεμά, ήταν περισσότερο στις αφηγήσεις και στον προβληματισμό μας ο Εμφύλιος παρά η κατοχή. Η κατοχή ήταν τα τέσσερα αυτά χρόνια οπότε συνέβη ό,τι συνέβη, φύγανε οι Γερμανοί, μπήκαμε πια στις δικές μας περιπέτειες. Κι όμως, είναι τέσσερα χρόνια πραγματικά συγκλονιστικά. Και με πολλές πτυχές: ξένων πρακτόρων, Άγγλων, με το πρόβλημα αν θα επιστρέψει ο βασιλιάς, ότι ανεβαίνει η Αριστερά… Είναι ένα βράσιμο που καθορίζει μετά και τα υπόλοιπα χρόνια”.

    Ο Ναπολέων Σουκατζίδης

    “Η συγκλονιστική ιστορία του διερμηνέα Σουκατζίδη και των 200 και έτσι όπως ταξιδέψανε στον θάνατο με το βράδυ του γλεντιού, αυτό από μόνο του σού δημιουργεί μια δραματική ένταση που λες μακάρι να μπορούσα να το κάνω ταινία. Γιατί δεν ξέρεις αν θα μπορείς να το κάνεις. Πολλά είναι τα θέματα που έχω ξεχωρίσει και τα αφηγούμαι σε παρέες που έχουν ενδιαφέρον αλλά καταλαβαίνεις ότι είναι αδύνατο να τα κάνεις ποτέ αυτά.

    Δουλεύω από μικρό παιδί, από 20 χρονών είμαι στο μεροκάματο, δεν είχα τα περιθώρια ή αν θέλεις την άνεση των φοιτητικών χρόνων οπότε μπορείς να διαβάσεις, να σκεφτείς, να κουβεντιάσεις. Και το κάνω τώρα αυτό το ταξίδι. Έτσι από τις ιστορίες που ξεχωρίζανε, και έτσι όπως αισθανόμουν ότι είχα μιλήσει στην αρχή για τον Βενιζέλο [“Ελευθέριος Βενιζέλος 1910-1927″, 1980] και μετά το Χάπι Ντέι [Happy Day, 1976] που αφορούσε τη Μακρόνησο, μετά Τα Πέτρινα Χρόνια [1985] και την Ψυχή Βαθιά [2009], δεν ήταν τόσο μια λογική απόφαση να κάνω ακόμα μια ταινία σαν τετραλογία αυτής της περιπέτειας της ελληνικής Ιστορίας όσο έπαιξε ρόλο το ίδιο το πρόσωπο του Σουκατζίδη. Ποιος ήταν αυτός; Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος που αρνείται τη ζωή; Όλοι αυτοί οι άνθρωποι τι ήταν; Και ανακαλύπτω πως τα τέσσερα αυτά χρόνια που η γενιά μου τα σνόμπαρε δίνοντάς τους απλά έναν τίτλο, Γερμανική Κατοχή, ήταν μια εποχή πανεθνικής αντίστασης. Απ’ την άλλη μεριά, επειδή κάνω μια τέχνη που δεν είναι η τέχνη του ζωγράφου που αποφασίζω να πάρω πέντε μπογιές και να ζωγραφίσω ή ενός συγγραφέα που κάθομαι κάτω και γράφω αλλά χρειάζομαι χρήματα και κόσμο και έξοδα, ήμουν τυχερός που την έκανα την ταινία. Και τώρα, όταν τελειώνεις μια ταινία, ποτέ δεν ξέρεις τι έχεις κάνει ακριβώς. Είναι περίεργο το αίσθημα του σκηνοθέτη γιατί η κάθε μέρα είναι διαφορετική σε προβλήματα και σε ερωτήματα και σε προσεγγίσεις της ιστορίας. Κι έτσι όπως γίνεται άναρχο το γύρισμα -γιατί στον κινηματογράφο δεν ξεκινά η πρώτη σκηνή μέχρι το τέλος, έχω κάνει ταινίες όπου η πρώτη μέρα των γυρισμάτων ήταν το φινάλε- μετά περιμένεις να δεις το κάθε κομμάτι. Αισθανόμουν στο γύρισμα ότι κάτι καλό κάναμε. Μετά όταν μπήκαμε στο μοντάζ είδα ότι είχαμε πολλές εικόνες με ενδιαφέρον. Σιγουρεύτηκα όμως για την ταινία τρεις μέρες πριν προβληθεί, γιατί εκεί μπήκαν όλα όσα χρειαζόταν η ταινία: τα χρώματα, οι ήχοι, οι διάλογοι, τότε ολοκληρώθηκε για μένα η ταινία. Κι όταν μπήκε ο κόσμος στην κινηματογραφική αίθουσα και κατάλαβα ότι δείχνει ενδιαφέρον, ότι κάθονται και δεν μιλάνε και δεν φεύγουνε – γιατί όλα αυτά είναι στην περιπέτεια μιας ταινίας, υπάρχουν ταινίες που φεύγουν στα πέντε πρώτα λεπτά οι θεατές ή αρχίζουν και κουβεντιάζουν…”.

    Η αξία της τέχνης

    “Θέλουν κουβέντα οι άνθρωποι. Γι’ αυτό πάντα λέω ότι είναι αρετή και κέρδος της τέχνης, έστω και 20 λεπτά μετά την προβολή της ταινίας να συζητήσει ο κόσμος. Η βοήθεια, αν βοηθάει σε κάτι η τέχνη, είναι αυτό. Θα σας πω τι εννοώ: Στο “Αποκάλυψη Τώρα” του Κόπολα, εγώ είμαι στη Θεσσαλονίκη και είμαι σε δύσκολη ψυχολογική κατάσταση και παίζει την ταινία η τηλεόραση. Τη βάζω και αμέσως το πρόβλημά μου φεύγει, περιμένω να δω τον Μάρλον Μπράντο στην τελευταία σκηνή της ταινίας και επειδή οι εικόνες του σινεμά έρχονται, κάνουν την περιπέτεια της ταινίας μέσα στον εγκέφαλο και φεύγουνε, μετά ζεις με την αναφορά αυτών των εικόνων και ξεχνάς την αναποδιά που έχεις… Και το άλλο, εγώ έχω πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη και λατρεία στο τραγούδι, στο ελληνικό τραγούδι. Στην Ελλάδα όλοι αυτοί οι μεγάλοι στιχουργοί, οι συνθέτες και οι τραγουδιστές, είναι πολύ καλύτεροι σκηνοθέτες από εμάς γιατί αυτοί σε τρία λεπτά διηγούνται μια ιστορία, ένα πρόβλημα και έτσι μας κάνει το τραγούδι και η φωνή της Χαρούλας της Αλεξίου, για παράδειγμα, όταν οδηγάμε και ενώ είμαστε έξω από το σπίτι, να περιμένουμε να τελειώσει το τραγούδι στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου και μετά να μπούμε μέσα. Αυτό είναι η τέχνη, δεν είναι τίποτα άλλο. Παρηγοριά είναι. Παρηγοριά, ενεργοποίηση, κίνηση για ζωή, για έρωτα, για συμφιλίωση. Θυμάμαι, ήμουνα φαντάρος κι είχα βγει απ’ τη μονάδα μου έξω και καθόμουνα σε ένα ταβερνάκι. Ήμουνα μόνος και έτρωγα μια φασολάδα, δίπλα ήταν ένας οικοδόμος που έτρωγε κι αυτός. Στον τοίχο είχε κάτι απερίγραπτους πίνακες, θαλασσογραφίες. Αυτός αφέθηκε. Ήπιε και το τελευταίο ούζο και στάθηκε μπροστά στον πίνακα μιας θαλασσογραφίας και κάπνιζε κοιτάζοντας. Και λέω “έχω μπει σε έκθεση ζωγραφικής; πού είναι οι τεχνοκριτικοί;”. Ποτέ δεν έχω δει κάποιον να βλέπει με τέτοια αγάπη και ζεστασιά ένα έργο”.

    Πότε ξέρατε πώς θα γίνετε σκηνοθέτης; 
    “Γεννήθηκα στην κατοχή και η γενιά μου ήταν προφυματική. Έτσι έμεινα πολύ καιρό στο κρεβάτι μου. Και θυμάμαι, επειδή είχα την τύχη να γνωρίσω τον Ηλία Καζάν, με ρώτησε κάποια στιγμή ‘δε μου λες, όταν ήσουνα μικρός ήσουν άρρωστος;’ Όταν είσαι παιδάκι η φαντασία είναι καλπάζουσα, πόσω μάλλον όταν είσαι και μόνος. Και θυμάμαι λοιπόν ότι είχαμε μια κουρτίνα με κεντημένα σχέδια στο δωμάτιο και καθώς έμπαινε το φως απ’ τον ήλιο, αυτά τα σχέδια ταξιδεύανε στον τοίχο, ήταν σαν να έβλεπα πίνακες. Φαίνεται πως αυτή η προεφηβική, παιδική ηλικία είναι κάτι το ασύλληπτο. Εκεί γίνανε οι ζυμώσεις. Εξάλλου, η δικιά μου γενιά είδε τηλεόραση στα 27 της χρόνια. Μέχρι τότε τρελαινόμαστε να πάμε να δούμε ταινίες. Και από τη στιγμή που μπήκα στη Σχολή Σταυράκου, μπήκα σε παρέες κινηματογραφιστών κ.λπ., τρέχαμε να δούμε σινεμά”.

    Ιστορία και μυθοπλασία

    “Απ’ τη στιγμή που κάνεις κάτι που είναι συνδεδεμένο με ιστορικά δεδομένα, και φαντάζεσαι, και περιμένεις ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις. Γιατί; Γιατί πριν προηγηθεί η ταινία, ο κάθε άνθρωπος που έχει ακούσει αυτή την ιστορία των 200 -είτε την έχει ακούσει πρόχειρα ή την έχει ψάξει- ήδη την έχει σκηνοθετήσει στο μυαλό του. Λοιπόν, βλέποντας τη δικιά μου εκδοχή, είναι φυσικό και να αναρωτιούνται και να διαφωνούνε και να συμφωνούνε. Αυτό το ξέρω, το έχω υπόψη μου. Απ’ την άλλη μεριά, για να φτάσω να κάνω κάτι που βασίζεται σε ένα ιστορικό γεγονός, το έχω εξαντλήσει στη διαδικασία της ιστοριογραφίας. Και όχι μόνο από μια επιλογή δέκα βιβλίων. Για τον Εμφύλιο πρέπει να έχω 600-700 βιβλία. Και παίρνω ακόμα. Και τι συμβαίνει με κάτι που έχει συζητηθεί πολύ; Ξαναεπιστρέφω σ’ αυτά τα βιβλία. Μάλιστα θυμάμαι, είχα διαβάσει μια συνέντευξη που αφορούσε τον Γιάννη Τσαρούχη, τον μεγάλο ζωγράφο και φιλόσοφο, ηλικιωμένο πια τον είχαν ρωτήσει κάποιοι δημοσιογράφοι ‘και τι διαβάζετε τώρα δάσκαλε;’ Και αυτός είπε ‘τα ίδια’. Δηλαδή τα αγαπημένα του, πάλι σ’ αυτά επιστρέφει. Εγώ έκανα την ‘Ψυχή Βαθιά’, άκουσα ό,τι άκουσα, άλλοι συμφωνήσανε κι άλλοι διαφωνήσανε. Πάλι τα ψάχνω. Ό,τι εκδίδεται. Γιατί; Γιατί η ιστορία του Εμφυλίου όπως και η ιστορία της κατοχής, έχει αφήσει πολλά κενά. Ακόμα υπάρχουν ερωτήματα, διφορούμενες πληροφορίες. Μετά τη δικτατορία μια καινούρια γενιά ιστορικών ξαναψάχνει και προσπαθεί να βρει μια άκρη. Νομίζω ότι ποτέ δεν τελειώνει η προσπάθεια να καταλάβει κάποιος τι συνέβη πριν από χρόνια”.

    Η ευθύνη του μύθου

    “Πέρα από τον ιστορικό ο οποίος θα καταγράψει ημερομηνίες και διαδρομές, το ανθρώπινο τοπίο -το οποίο συχνά ξεφεύγει από έναν ιστορικό- αφορά τον καλλιτέχνη. Σε αυτή λοιπόν τη διαδρομή ενός σκηνοθέτη που θέλει να κάνει μια τέτοια ταινία, πολύτιμος είναι ο ιστορικός που του ορίζει τα δεδομένα, τα συμβάντα στην παραμικρή λεπτομέρεια. Απ’ εκεί και πέρα, η μυθοπλασία έρχεται να μπει στη σκέψη του Σουκατζίδη, στην προβληματική του Φίσερ, στη συμπεριφορά των υπολοίπων, Αυτά τα στοιχεία ντύνονται με ανθρώπινα συναισθήματα φόβου, αγωνίας, ελπίδας, θάρρους, συντροφικότητας. Αυτό είναι ένα παράλληλο ταξίδι του ιστορικού και του καλλιτέχνη. Είναι και δύσκολο και ρίσκο και ευθύνη”.

    Η Δεξιά και η Αριστερά 

    “Καταρχήν εκ των πραγμάτων όλα αυτά τα θέματα που μας απασχολούσαν είναι πια ένα κομμάτι της Ιστορίας και πια έχουμε μπει, όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, σε ένα πρόγραμμα μνημονίων και είτε θέλουμε είτε δεν θέλουμε αυτά καθορίζουν το παρόν, και πολύ πιθανό και το μέλλον μας, αν δεν αντιδράσει ο κόσμος. Και δεν ξέρω πώς μπορεί να αντιδράσει. Για χρόνια αυτές οι περιπέτειες που ζήσαμε εμείς ήταν ότι ενώ οι Γερμανοί φύγανε τον Οκτώβριο του ’44, ο Εμφύλιος Πόλεμος άρχισε στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο, δηλαδή σε 40 μέρες, και ενώ όλες οι υπόλοιπες χώρες προσπαθούσαν να επουλώσουν τα τραύματα ενός παγκόσμιου πολέμου, εμείς βρεθήκαμε να πολεμάμε ο ένας τον άλλον. Εγώ το θεωρώ χαμένη ευκαιρία αυτό. Από τη στιγμή που υπάρχει αίμα, πρέπει να περάσουν γενιές όχι για να ξεχαστούμε αλλά για να ισορροπήσουμε. Εγώ παιδάκι μεγάλωσα σε μια οικογένεια που είχαμε δύο θύματα, ένα απ’ τη μια πλευρά, ένα απ’ την άλλη. Και μάλιστα αναρωτιέμαι τώρα, το ’49 που τέλειωσε ο Εμφύλιος εγώ ήμουν 9 χρονών, αλλά δεν θυμάμαι τίποτα από τότε. Δεξιά ήταν η οικογένειά μου αλλά είχαμε απ’ τη μητέρα μου ένα θύμα στα Δεκεμβριανά τότε κι απ’ τον πατέρα μου έναν κρατούμενο 20 χρόνια για τα πολιτικά του φρονήματα. Όταν άρχισα να συνειδητοποιώ μετά τα 9 μου, στα 10-12 κάτι ζοφερό που συνέβαινε που δεν το κουβεντιάζαμε ποτέ στο σπίτι, ούτε στα σόγια κ.λπ., προσπάθησα να καταλάβω τι ακριβώς συμβαίνει και στις δύο πλευρές. Στο “Happy Day” άρχισα να ακουμπάω τα χέρια μου στην Ιστορία μιλώντας για τη Μακρόνησο. Στις ταινίες μου εστιάζω στην Αριστερά γιατί παρόλο που προερχόμουν από δεξιό σπίτι, το αίσθημά μου ήταν μ’ αυτό τον κόσμο, τον κυνηγημένο”.

    Το σύγχρονο ελληνικό σινεμά

    “Προσπαθώ να συγκρίνω τις δύο γενιές των σκηνοθετών, τη δικιά μας που γνωριστήκαμε λίγο πριν τη δικτατορία κι είχαμε γυρίσει τις πρώτες μικρού μήκους ταινίες μας. Μετά ονειρευόμασταν να κάνουμε μεγάλου μήκους ταινίες και ήρθε η δικτατορία. Στη δικτατορία έφυγε πολύς κόσμος από την παρέα μας έξω, άλλοι μείναμε μέσα. Και όταν έπεσε η δικτατορία και τέλειωσε και ο θεσμός της λογοκρισίας -γιατί πηγαίναμε τα σενάρια σε μια επιτροπή που καθόριζε αν θα γυριστούν ή όχι- όλοι προσπαθήσαμε αυτά για τα οποία θέλαμε να μιλήσουμε αλλά δεν μπορούσαμε, να τα κάνουμε ταινίες. Άλλοι αποκλειστικά πολιτικές ταινίες, άλλοι περίπου το ίδιο. Αλλά η παρέα ήταν διαφορετική, δεν μιμήθηκε ο ένας τον άλλο. Ο Αγγελόπουλος είχε τον δικό του δρόμο, ο Φέρρης άλλον, ο Νικολαΐδης άλλον. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα. Ποια είναι η νέα γενιά; Είναι νέα παιδιά πολύ πιο μορφωμένα από μας, έχουν σπουδάσει έξω, έχουν άλλες δυνατότητες να πληροφορούνται τα πάντα, το τι συμβαίνει στον χώρο του κινηματογράφου και επιπλέον έχουν την τεχνολογία μαζί τους. Απλώς παίρνουν μια κάμερα μικρή και καταλαβαίνουν τι ταινία μπορούν να κάνουν και έχουν και την κριτική των φίλων τους. Εμείς αυτό μπορούσαμε να το κάνουμε στα 35 μας χρόνια. Να βρούμε κάμερα, να βρούμε φιλμ…
    Επιπλέον αυτά όλα που μας απασχολούσαν εμάς, είναι και άγνωστα και αδιάφορα για τη σημερινή γενιά. Ζουν τον δικό τους κόσμο, ζωγραφίζονται, κουρεύονται, ταξιδεύουν εύκολα, εγώ 27 χρονών έκανα το πρώτο μου ταξίδι, στο Παρίσι, με τρένο. Τώρα τα παιδιά μου από 12 χρονών φεύγανε. Η αγωνία τους είναι να βρουν το δικό τους στίγμα σε μια πολυποίκιλη κατάσταση προβλημάτων και επίσης να ξεχωρίσουν με τον τρόπο της κινηματογράφησης. Να βρουν το δικό τους συντακτικό στην αφήγηση της ιστορίας. Και πολλοί τα καταφέρνουν. Ο Λάνθιμος ταξιδεύει με τις ταινίες του στα διεθνή φεστιβάλ. Όμως δεν έχουν βρει ακόμη τον τρόπο να επικοινωνήσουν τη δουλειά τους εδώ [στην Ελλάδα]. Και αυτό είναι κι ένα πρόβλημα του γραφείου εκμετάλλευσης και της θεματολογίας τους. Νομίζω πως είναι θέμα χρόνου να γίνει αυτό, να βρουν το κοινό τους. Και για το προσφυγικό μιλάνε, και για το πρόβλημα της ανεργίας, θα βρουν τον δρόμο τους”.

    Τα γυρίσματα

    “Δεν κρατήσαμε τα γυρίσματα της ταινίας στην Αθήνα γιατί δεν βρήκαμε τη φυλακή. Δεν βρήκαμε το κτήριο της φυλακής αν και θα μας διευκόλυνε γιατί όταν φεύγεις, επιβαρύνεσαι με έξοδα ξενοδοχείου, διατροφής του συνεργείου κ.λπ. Θυμήθηκα λοιπόν τις φυλακές αυτές στα Χανιά [σ.σ πρόκειται για το φρούριο Ιτζεδίν, σήμερα διατηρητέο μνημείο που ήταν αμυντικό έργο κατά την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ από το 1900 και μετά χρησιμοποιήθηκε ως χώρος φυλάκισης πολιτικών κρατουμένων]. Τις είχε ανακαλύψει ο Αγγελόπουλος, είχε κάνει τις ‘Μέρες του ’36’ εκεί, τη δεύτερή του ταινία, κι εγώ ένα μέρος από τα ‘Πέτρινα Χρόνια’, τη σκηνή του γάμου είχα κάνει στην αυλή της φυλακής. Πήγαμε εκεί και ευτυχώς που βρεθήκαμε στα Χανιά γιατί όλες αυτές οι φάτσες που φτιάχνουν το περιβάλλον του θαλάμου, ήταν πρόσωπα που τα βρήκαμε εκεί. Δεν θα τα βρίσκαμε στην Αθήνα. Και πέρα από τα πρόσωπα, βρήκα και ταλέντα. Το είχα κάνει και στην ‘Ψυχή Βαθιά’ και στη ‘Μικρά Αγγλία’. Είχα χρησιμοποιήσει καθημερινό κόσμο. Εδώ ήταν το αποκορύφωμα γιατί κάθε πρωί ήμασταν όλοι μαζί, μας εμπιστευτήκανε, τους αγαπήσαμε, μας αγαπήσανε, ήταν γιορτή το γύρισμα, δεν ήταν μεροκάματο. Και να έβρισκα τη φυλακή στην Αθήνα, τις φάτσες και τη διαθεσιμότητα δεν θα τα είχα. Και τώρα πια έχουμε δεσμούς. Κατεβαίνω στα Χανιά, είναι και η γυναίκα μου Χανιώτισσα και γίνεται το γλέντι. Οκτώ βδομάδες ήταν τα γυρίσματα και έγιναν πέρυσι τον Οκτώβριο. Και μέσα σε ένα χρόνο, η ταινία παίζεται”.

    Η επόμενη ταινία

    “Εμένα μ’ αρέσει η ζωή μου στον κινηματογράφο. Μακάρι να μπορούσα να ξεκινήσω και την άλλη βδομάδα! Αλλά δεν συμβαίνει αυτό. Και μετά σκέφτομαι, επειδή έκανα τέσσερις ταινίες εποχής μαζεμένες, τις ‘Νύφες’, τη ‘Μικρά Αγγλία’, την ‘Ψυχή βαθιά’ και ‘Το Τελευταίο σημείωμα’, θα ήθελα να κάνω κάτι για το σήμερα”.

    Η ταινία

    “Το Τελευταίο σημείωμα” αναφέρεται στην εκτέλεση των 200 της Καισαριανής μέσα από την προσωπική ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη [τον ρόλο κρατά ο Ανδρέας Κωνσταντίνου], ο οποίος ήταν διερμηνέας του Γερμανού διοικητή Καρλ Φίσερ [ερμηνεύει ο Αντρέ Χένικε]. Ο Φίσερ έτρεφε σεβασμό για τον Σουκατζίδη και ενώ ήταν στη λίστα των 200 μελλοθάνατων, ο Φίσερ του έδωσε τη δυνατότητα να εξαιρεθεί βάζοντας στη θέση του άλλον, ως διακοσιοστό. Ο Σουκατζίδης αρνήθηκε. Μια δεύτερη ιστορία μέσα στην ιστορία των 200 είναι η σχέση του Σουκατζίδη με την Κρητικιά αγαπημένη του, Χαρά Λιουδάκη, που υποδύεται η Μελία Κράιλινγκ [τη γνωρίσαμε ως πρωταγωνίστρια στην κυπριακή ταινία της Στελάνας Κληρή Committed]. Ο αρραβώνας της Χαράς με τον Ναπολέοντα κράτησε τα οκτώ χρόνια των συνεχών διώξεων του Σουκατζίδη έως την εκτέλεσή του την Πρωτομαγιά του 1944. + Η ταινία προβάλλεται στα K-Cineplex σε όλες τις πόλεις και στο Ρίο Λεμεσού.

    • Μερόπη Μωυσέως

      Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καλύπτει το πολιτιστικό ρεπορτάζ στο Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης από το 2005. Ζει στη Λευκωσία | meropi.m@politis-news.com

    You May Also Like

    ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ: Μουσική, σύγχρονη τέχνη, τεχνολογία

    Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Ο sound artist Παντελής Διαμαντίδης παρουσιάζει τη δουλειά του στον ...

    ΕΤΕΡΟΤΟΠΙΑ : «Τα βιβλία μας είναι για τους δρόμους, όχι για τα ράφια»

    Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου «Επιλέξαμε ως όνομα του εκδοτικού οίκου ...

    Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: «Με φωτοστέφανο τις πρώτες συννεφιές»

    Κείμενο | Φωτογραφίες: Δένα Αναξαγόρου-Τουμαζή «Με φωτοστέφανο τις πρώτες συννεφιές, ο άγιος Σεπτέμβρης ερχόταν κι ...

    Μίκης Α. Μιχαηλίδης : Ο κύριος ΜΑΜ

    Συνέντευξη στη Χρύστα Ντζάνη | Φωτογραφίες ©Ελένη Παπαδοπούλου | Παράθυρο | Πολίτης Είναι ο ...

    Ένα σπάνιο απολίθωμα τυραννόσαυρου στην Κύπρο

    Συνέντευξη στη Μιράντα Λυσάνδρου O Γάλλος παλαιοντολόγος Francois Escuillie, ο οποίος αποκατέστησε το απολίθωμα ...

    Βαρνάβας Κυριαζής: «Η ιστορία της Άννα Φρανκ ταρακουνά τον θεατή»

    Μία από τις πιο πολυδιαβασμένες ιστορίες ανά το παγκόσμιο, «Το ημερολόγιο της Άννα Φρανκ» ...

    X