Ο Χάσης

Η Μαγδαλένα Ζήρα έδωσε στην κωμωδία το δικό της ξεκάθαρο στίγμα
  • Η Μαγδαλένα Ζήρα τολμά σε κάθε της δουλειά να θέτει τον πήχη ψηλά και ο “Χάσης”, μια συμπαραγωγή της ΕΘΑΛ με το Φανταστικό Θέατρο, είναι ένα παράτολμο εγχείρημα για πολλούς λόγους.

    Συγγραφέας: Δημήτριος Γουζέλης
    Διασκευή/δραματουργική επεξεργασία/σκηνοθεσία: Μαγδαλένα Ζήρα
    Σκηνικά/κοστούμια: Εδουάρδος Γεωργίου
    Μουσική σύνθεση: Δημήτρης Ζαχαρίου
    Χορογραφία/κίνηση: Φωτεινή Περδικάρη
    Σχεδιασμός Φωτισμού: Καρολίνα Σπύρου
    Παραγωγή: ΕΘΑΛ/ Θεατρική Εταιρεία Φανταστικό Θέατρο

    Γραμμένο στη Ζάκυνθο το 1790 από τον 17χρονο Δημήτριο Γουζέλη, “Ο Χάσης” ή “Το τσάκωμα και το φτιάσιμο”, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δείγματα του λαϊκού επτανησιακού θεάτρου. Παρά το γεγονός ότι λίγα χρόνια αργότερα ο ίδιος ο συγγραφέας προσέθεσε επιπλέον κωμικά επεισόδια για να του δώσει μια πιο ολοκληρωμένη θεατρική μορφή, αυτή η τετράπρακτη έμμετρη κωμωδία έχει έντονα σπονδυλωτή δομή, με σχεδόν αυτόνομες σκηνές, γεγονός που τη φέρνει πιο κοντά στο είδος των Ζακυνθινών “Ομιλιών”. Πρόκειται για μια λαϊκή σάτιρα που καταγράφει με γνησιότητα και πηγαίο χιούμορ -συνδυάζοντας περίτεχνα τον έντεχνο με τον λαϊκό λόγο, αλλά και τα τοπικά ιδιώματα με βενετσιάνικες λέξεις- τα ήθη, τις νοοτροπίες, τις συμπεριφορές του νησιωτικού μικρόκοσμου της αστικής ζακυνθινής κοινωνίας. Αν και γράφει το έργο του “διά ξεφάντωσιν των φίλων”, ο βαθύτερος στόχος του Γουζέλη είναι, μέσα από μια παιγνιώδη υπερβολή, να αποτυπώσει μέσα από τη σατιρική υπερβολή και τη διακωμώδηση των σκοτεινών πλευρών των ηρώων του, τη διεφθαρμένη αλαζονεία, ματαιοδοξία και υποκρισία της αστικής κοινωνίας της εποχής του. Κεντρικός ήρωας του έργου είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο, ένας γείτονας του Γουζέλη, ο παπουτσής Θοδωρής Καταπόδης με το παρατσούκλι “Χάσης”, ένας καυχησιάρης φαφλατάς που κομπάζει αδιάκοπα για τα υποτιθέμενα κατορθώματά του, αποδεικνύοντας ότι έλκει την καταγωγή του από τους κωμικούς τύπους της commedia dell’ arte και κυρίως τον δειλό στρατιώτη, τον Καπιτάνο. Δίπλα στον Χάση παρελαύνουν πολλά άλλα πρόσωπα τα οποία συγκεντρώνουν τα αδρά χαρακτηριστικά των κωμικών τύπων της commedia: η ταλαιπωρημένη λαϊκή σύζυγος, ο τεμπέλης γιος, η κουτσομπόλα γειτόνισσα, ο κακεντρεχής και συμφεροντολόγος άρχοντας, η ελαφρών ηθών αγαπητικιά, πελάτες, στρατιώτες κ.λπ. Όλοι αυτοί συνδιαλέγονται, συναλλάσσονται, συνωμοτούν, κουτσομπολεύουν, παρεξηγούνται, βρίζονται, καβγαδίζουν και συμφιλιώνονται.

    Η Μαγδαλένα Ζήρα τολμά σε κάθε της δουλειά να θέτει τον πήχη ψηλά. Ο “Χάσης” είναι ένα παράτολμο εγχείρημα για πολλούς λόγους. Καταρχάς, η έλλειψη ενιαίας δομής, τόσο νοηματικά, όσο και σκηνικά (η δράση εκτυλίσσεται σε πολλά διαφορετικά μέρη), απαιτεί μια γενναία αλλά και σοφή διασκευή, ούτως ώστε να μην δημιουργηθούν ουσιαστικά κενά στην ιστορία. Η διασκευή πρέπει να δημιουργήσει τα νοήματα και τη συνοχή που συχνά απουσιάζουν από το κείμενο. Επιπλέον, πρέπει να τηρηθεί ένα μέτρο στην υπερβολή των χαρακτήρων και αυτό βαραίνει, πρωτίστως, τους ηθοποιούς, οι οποίοι καλούνται να εκφέρουν με ταχύτητα και φυσικότητα έναν δύσβατο και πολυποίκιλο λόγο.

    Η Μαγδαλένα Ζήρα έδωσε στην κωμωδία το δικό της ξεκάθαρο στίγμα, μέσα από μια σύγχρονη ανάγνωση. Η διασκευή της (σε συνεργασία με τον θίασο), εστίασε στα πιο κομβικά και κωμικά επεισόδια του έργου, αλλά και στην ανάδειξη των πιο αδρών χαρακτηριστικών των βασικών “τύπων” που παρελαύνουν σε αυτό. Ως προς τη νοηματική ενότητα, η διασκευή κατόρθωσε να την εξασφαλίσει χωρίς να αφήνει σημαντικά κενά και χασμωδίες. Οι περικοπές που έγιναν έδωσαν μια σφιχτοδεμένη πλοκή με γρήγορες εναλλαγές και εξέλιξη δράσης, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή (με εξαίρεση, ίσως, τα απαραίτητα, σε αυτό το είδος της κωμωδίας, μακροσκελή μουσικοχορευτικά ιντερμέδια), λειτουργώντας, ως έναν βαθμό, εις βάρος μιας πιο ολοκληρωμένης εικόνας των χαρακτήρων, που εδώ αναγκαστικά αρκούνται στα γενικά, αδρά, κωμικά, κάπως επιφανειακά τους χαρακτηριστικά. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που, εγώ τουλάχιστον, δεν κατόρθωσα να διακρίνω στην παράσταση την πιο σκοτεινή πλευρά του έργου. Με εξαίρεση την, κινηματογραφικής αισθητικής, σκηνή του καβγά, όπου ο κάθε χαρακτήρας βγάζει σε “αργή κίνηση” τον πραγματικό του εαυτό, σε όλο το υπόλοιπο έργο η πλάστιγγα γέρνει ευκρινέστατα προς την “ξεφάντωσιν” και την καρναβαλική διάθεση και όχι προς την ανάδειξη “της τραγωδίας ενός νέου ανθρώπου που ζει σε μια κοινωνία παρακμής […] όπου όλοι οι άλλοι βυθίζονται ανέμελα” -όπως αναφέρεται στο σκηνοθετικό σημείωμα- ή των παραλληλισμών με τη σύγχρονη εποχή. Μπορεί η σκηνοθεσία να θέλησε να επικεντρωθεί στο βαθύτερο δράμα του γιου του Χάση, του Γερόλυμου, για να αναδείξει τη μάχη μιας νέας γενιάς να αντιταχθεί στην κληροδοτημένη κοινωνία παρακμής, ωστόσο, ο Γερόλυμος δεν παύει να είναι ένα κομμάτι αυτής της κοινωνίας η οποία τον βολεύει και στην οποία βολεύεται. Αφήνοντας στην άκρη αυτό το κομμάτι, η παράσταση, στο σύνολό της, ήταν απολαυστική.

    Η σκηνοθεσία λειτούργησε με χειρουργική ακρίβεια σε πολλαπλά επίπεδα: στη γλωσσική εξομάλυνση, στην ενσωμάτωση σύγχρονων αισθητικά στοιχείων, στη σωματοποίηση της κωμικής υπερβολής, στη διαχείριση της βωμολοχίας. Η απόφαση να εστιάσει στην καρναβαλική αισθητική, τονίζοντας μέσα από αυτήν το στοιχείο της μεταμφίεσης/ υπόκρισης και του εφήμερου, έδωσε το κυρίαρχο στίγμα της παράστασης και το πέτυχε ευφυώς μέσα από όλους, ανεξαίρετα, τους συντελεστές: τα αταίριαστα, αισθητικά, κοστούμια με τα πολλαπλά τους στρώματα που υπονοούν τη διαδικασία της μεταμφίεσης, το πολυεπίπεδο και πολυλειτουργικό σκηνικό – αι τα δύο (κοστούμια/σκηνικό) του Εδουάρδου Γεωργίου- που μέσα από τη φαινομενική αστάθεια και προχειρότητά του παραπέμπει στην ετοιμόρροπη κοινωνία στην οποία διαδραματίζεται το έργο, τους εύστοχους φωτισμούς της Καρολίνας Σπύρου που ενσωματώνονται οργανικά στη δράση, την απόλυτα ταιριαστή, στο αποκριάτικο ύφος της παράστασης, αλλά χωρίς έντονα αναγνωρίσιμα, τοπικά ή χρονικά χαρακτηριστικά, μουσική του Δημήτρη Ζαχαρίου. Αφήνω για το τέλος τους απόλυτους πρωταγωνιστές της παράστασης, τους επτά ηθοποιούς του θιάσου.

    Το έμπειρο αισθητήριο της Μαγδαλένας Ζήρα τους οδηγεί σε μια οξυδερκή διανομή και το αποτέλεσμα τη δικαιώνει, αφού όλοι, ανεξαιρέτως, δίνουν αψεγάδιαστες ερμηνείες, σε ρόλους πολύ απαιτητικούς: τρέχουν, χορεύουν, τραγουδούν, σκαρφαλώνουν, ακροβατούν, αλλάζουν ρόλους, εκφέρουν έναν δύσκολο, έμμετρο, ιδιωματικό λόγο. Ακούραστοι, υπερκινητικοί, άψογοι σωματικά και γλωσσικά, γεμάτοι θετική ενέργεια, φαίνεται να απολαμβάνουν την κάθε στιγμή. Και το κοινό επίσης.

    .

    • Μαρία Χαμάλη

      Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

    You May Also Like

    Το κέλυφος

    Με τον συμβολισμό ενός κελύφους, η Κωνσταντία Σωτηρίου παρουσιάζει το άτομο που πάσχει από ...

    O Φάρος, του Κόνορ Μακφέρσον

    Γράφει η Μαρία Χαμάλη O «Φάρος» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη έχει αδυναμίες, οι οποίες ...

    Άμλετ

    Μετάφραση: Μιχάλης Κακογιάννης Σκηνοθεσία: Πάρις Ερωτοκρίτου Σκηνικά: Γιώργος Γιάννου Κοστούμια: Ρέα Ολυμπίου Σχεδιασμός Φωτισμού: ...

    Η πολύχρωμη ιστορία της Frida K.

    Η Ομάδα Persona στήνει, στον ιδιαίτερο χώρο του WHEREHAUS 612, μια πολύχρωμη γιορτή, όπου ...

    Η αρρώστια της νιότης

    Το τελικό αποτέλεσμα δεν δικαιώνει τις προθέσεις της Αλίκης Δανέζη Knutsen η οποία σκηνοθετεί ...

    ΕΞΩΣΤΗΣ | Ο Αλαβροστοισειώτης

    Συγγραφέας: Παύλος Λιασίδης Σκηνοθέτης: Νίκος Χατζόπουλος Παίζουν: Δημήτρης Αντωνίου, Μαρίνα Αργυρίδου, Άνδρη Θεοδότου, Κλείτος ...

    X