ΓΚΙΑΚ

  • Συγγραφέας: Δημοσθένης Παπαμάρκος
    Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γεωργία Μαυραγάνη
    Σκηνικά-Κοστούμια: Άρτεμις Φλέσσα
    Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
    Μουσική σύνθεση-Αυτοσχεδιασμοί: Μιχάλης Σιώνας
    Ερμηνεύουν:Ιωάννα Δεμερτζίδου, Νικόλαος Κουσούλης, Εμμανουέλα Μαγκώνη, Δημήτρης Μορφακίδης, Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Μιχάλης Σιώνας, Άννη Τσολακίδου

    Παραγωγή: ΚΘΒΕ

    Αμέτρητες είναι οι ιστορίες που έχουμε δει να ζωντανεύουν επί σκηνής με θέμα τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανελέητη βία που βίωσαν οι Έλληνες της Σμύρνης. Σπάνια, ωστόσο, έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε ιστορίες για τις λιγότερο «ηρωικές» εμπειρίες ή τα ανείπωτα εγκλήματα που διέπραξαν οι δικοί μας «ήρωες», νέα παιδιά που ανδρώθηκαν με τη βία και το αίμα τόσο, που πια τους έγινε φύση και ανάγκη. Στα διηγήματά του με γενικό τίτλο «Γκιακ» (στα αρβανίτικα σημαίνει αίμα, συγγένεια εξ αίματος, φόνος, εκδίκηση, φυλή), ο πολλά υποσχόμενος συγγραφέας Δημοσθένης Παπαμάρκος μας δίνει μια πρωτόγνωρη θέαση της εμπειρίας του πολέμου, τόσο θεματολογικά, όσο και μορφικά και γλωσσικά. Πρόκειται για αφηγήσεις ανδρών που κατόρθωσαν να επιστρέψουν από τη μικρασιατική εκστρατεία, εκ βαθέων εξομολογήσεις πράξεων ανομολόγητων για όσα έκαναν, Τούρκοι και Έλληνες. Το βίωμά τους, εκκινώντας από το ατομικό και το υποκειμενικό, κατορθώνει να αναχθεί σε καθολικό και οικουμενικό, πέρα από εθνικότητα, ιστορική μνήμη, εθνικούς ήρωες, νικητές και νικημένους, ενώ δίπλα στη φρικαλέα βία, την εκδίκηση, το αίμα και τον θάνατο, αναδύονται στιγμές ανθρωπισμού, φιλίας και έρωτα, απαγορευμένου, ενοχικού και ανεκπλήρωτου. Ιστορίες που αφηγούνται την κτηνωδία μέσα από την αποδοχή της, μέσα από την πεποίθηση ότι είναι αναγκαίο κακό, μέσα από τα εθνικά κρίματα που σπάνια αποκαλύπτονται, μέσα από την επιβίωση αυτού που διέπραξε την κτηνωδία, συμφιλιώθηκε μαζί της, τη φέρει ως βίωμα και με αυτήν πρέπει να πορευθεί. Πέρα όμως από την πρωτότυπη θεώρηση του ιστορικού τραύματος, υπάρχουν αλλά δύο στοιχεία τα οποία απογειώνουν τη δυναμική αυτών των διηγημάτων. Το πρώτο είναι η προφορικότητα και η φυσικότητα της αρβανίτικης διαλέκτου στην οποία είναι γραμμένα και η οποία αναμειγνύεται με το τοπικό ιδίωμα του τόπου καταγωγής του συγγραφέα (Μαλεσίνα Λοκρίδας, Φθιώτιδα). Πρόκειται για μια γλώσσα λαϊκή, η οποία όχι μόνο δεν κουράζει τον αναγνώστη ή θεατή, αλλά αντιθέτως, τον κερδίζει με την αυθεντικότητα και τη μουσικότητά της. Το δεύτερο, είναι το λογοτεχνικό εύρημα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης σε κάποιον αθέατο, αλλά υπαρκτό ακροατή (τον συγχωριανό, τον πεθερό, τη μητέρα, την πόρνη), σε μια στιγμή κρυφής εξομολόγησης. Έτσι, ενισχύεται ο εξομολογητικός χαρακτήρας και η αληθοφάνεια της αφήγησης, τοποθετώντας τον εκάστοτε αναγνώστη ή θεατή στη θέση του αθέατου αυτού ακροατή. Τον κάνει μέτοχο και συμμέτοχο ενός μυστικού που δεν πρέπει ποτέ να μαθευτεί, κάμπτοντας με ευκολία οποιαδήποτε προσπάθεια αντίστασης.

    Η Γεωργία Μαυραγάνη, η οποία υπογράφει τη διασκευή και τη σκηνοθεσία, είχε να προσπελάσει τις δυσκολίες και τα ρίσκα που ελλοχεύουν στη μεταφορά ενός αφηγηματικού λογοτεχνικού έργου στη σκηνή και μάλιστα ενός έργου που αποτελείται από πολλές ιστορίες με διαφορετικούς ήρωες και χωρίς εμφανή σημεία συνάντησης. Για να αποφύγει την αντιθεατρική παράταξη της μιας ιστορίας μετά την άλλη, θέτει ως επίκεντρο της αφήγησης το πιο δυνατό, ίσως, από τα διηγήματα, με τίτλο «Νόκερ» (την ιστορία του στρατιώτη που αφού πολέμησε στην Κριμαία εναντίον των μπολσεβίκων και στη Μικρά Ασία, καταλήγει να γίνει «νόκερ» στην Αμερική, δηλαδή αυτός που δίνει τη χαριστική βολή στα ζώα λίγο πριν σφαγιαστούν) και στηρίζει ολόκληρη την παράσταση γύρω από την ερώτηση: «Και για πες μας ρε Αργυράκο και πώς ήτανε εκεί στον πόλεμο που ήσουνα;». Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση δίνεται εξαντλητικά μέσα από τέσσερις διαφορετικές ιστορίες οι οποίες, παρά τη θεματολογική ανομοιογένειά τους, με την ευρηματική διασκευή της Μαυραγάνη περιπλέκονται περίτεχνα δημιουργώντας ένα ενιαίο και ολοκληρωμένο αφήγημα, ένα αύταρκες θεατρικό έργο χωρίς αφηγηματικά κενά ή δυσκολίες κατανόησης. Η εξαγνιστική αφήγηση των ηρώων για όσα έκαναν στον πόλεμο, για τα παιδιά που έσφαξαν και τις γυναίκες που βίασαν, γίνεται με μια ανελέητη ειλικρίνεια την οποία η κοινωνία, η ίδια αυτή που τους υποδέχτηκε με τιμές εθνικών ηρώων, δεν μπορεί να αντέξει. Γι’ αυτό και τους αποβάλλει.

    Η σκηνοθεσία της Γεωργίας Μαυραγάνη εξυπηρετεί τη φιλοσοφία της διασκευής: όπως οι ιστορίες έτσι και οι ηθοποιοί ανακατεύονται, μπερδεύονται, υποδύονται ρόλους, ήχους, πράγματα. Χωρίς περιττά σκηνοθετικά ευρήματα, η σκηνοθέτιδα κατορθώνει να μυήσει τον θεατή στη θεατρική σύμβαση ήδη από την είσοδό του στην αίθουσα, όπου οι ηθοποιοί, από ώρα καθήμενοι γύρω από το εορταστικό τραπέζι, αναμένουν να καλωσορίσουν τον Αργύρη που επέστρεψε από τον πόλεμο. Με ένα μέρος του (τυχερού) κοινού να τοποθετείται επί σκηνής περικυκλώνοντας ασφυκτικά τους ηθοποιούς δίνοντας την αίσθηση του πλήθους σε γιορτή, και τους ηθοποιούς να απευθύνονται και να παίζουν πολύ κοντά στο κοινό, η σκηνοθέτιδα κατορθώνει να δημιουργήσει την οικεία, προσωπική, εξομολογητική ατμόσφαιρα των πρωτότυπων διηγημάτων. Το κοινό γίνεται ο ακροατής που ο αφηγητής απεγνωσμένα αναζητά. Με μια αφαιρετική σκηνική αισθητική, οι ηθοποιοί κατορθώνουν μέσα από την πολλαπλή λειτουργία του σώματος και της φωνής τους να δραματοποιήσουν την αφηγηματικότητα των κειμένων, χωρίς ωστόσο να ξεφεύγουν ή να υπερβάλλουν. Τα λιτά σκηνικά αντικείμενα χρησιμοποιούνται ποικιλοτρόπως για να ζωντανέψουν τις τέσσερις ιστορίες επί σκηνής, επιστρατεύοντας τη φαντασία τόσο των ηθοποιών, όσο και του κοινού: τα σχοινιά, τα σακιά, το τραπέζι που μετατρέπεται σε γη, τάφο, πεδίο δράσης, χώρο συνεστίασης και χορού, λίγα ποτήρια και κρασί στο χρώμα του αίματος, μια κούπα και ο ήχος του νερού που ρέει, χάρτινα σπιτάκια που καίγονται υπονοώντας την εξολόθρευση ενός ολόκληρου χωριού και ένα μικρόφωνο που σηματοδοτεί τη μετάβαση της αφήγησης από ήρωα σε ήρωα. Οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα ενσωματώνονται στη διαδικασία αφήγησης και δραματοποίησης των ιστοριών, ενώ τα δημοτικά μουσικά ακούσματα ενισχύουν την αίσθηση της λαϊκότητας και της αυθεντικότητας. Η ομάδα των επτά ηθοποιών, με αστείρευτη ενέργεια, ακριβή συγχρονισμό, διαρκή επικοινωνία μεταξύ τους και με το κοινό, δίνουν πολυεπίπεδες ερμηνείες οι οποίες κατορθώνουν να μας μυήσουν στο εσωτερικό, βαθύ, προσωπικό τραύμα του ήρωα που υποδύονται. Παρά το γεγονός ότι η διασκευή μετριάζει σημαντικά την αμείλικτη σκληρότητα των διηγημάτων, η ευρηματική σκηνοθεσία και οι εξαίρετες ερμηνείες καθήλωσαν το κοινό και κέρδισαν το επίμονο χειροκρότημά του υπενθυμίζοντας ότι «στον πόλεμο σαν πας, όταν γυρίσεις, τίποτα δεν θα ‘ναι ίδιο».

     

    • Μαρία Χαμάλη

      Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

    You May Also Like

    Η Γίδα ή Ποια είναι η Σύλβια

    Who is Sylvia? What is she?”, αναρωτιέται ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ στους “Δύο άρχοντες από ...

    Οργισμένα Νιάτα

    Look back in anger, ένα έργο που αντικατοπτρίζει την «οργισμένη» γενιά νέων που ζητούσε ...

    RELIC

    Σκηνοθεσία, χορογραφία, ερμηνεία: Ευριπίδης Λασκαρίδης Κοστούμι: Άγγελος Μέντης Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Μιχόπουλος, Νίκος Κόλλιας ...

    Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν

    Η σκηνική ανάγνωση του Άδωνη Φλωρίδη πάνω στο έργο του Μπρεχτ παραμένει πιστή και ...

    Δεσποινίς Τζούλη

    Οι ερμηνείες των τριών ηθοποιών κινήθηκαν σε ένα μονοδιάστατο επίπεδο, αυτό της ρεαλιστικής απόδοσης ...

    Ψυχολογία Συριανού Συζύγου

    Ο σκηνοθέτης Πάρις Ερωτοκρίτου έδωσε μια ενδιαφέρουσα και τολμηρή σκηνική προσέγγιση ενός δύσκολου κειμένου, ...

    X