Η Κομμομούτταινα ή Μαρία η Πατρινή

Ένα παραμύθι από την Ιστορία της Κύπρου

Κάποτε, πριν τετρακόσια με πεντακόσια χρόνια, το νησί της Κύπρου ήταν βασίλειο, με βασιλιάδες που περιστοιχίζονταν από ιππότες, είχαν ωραία άλογα και αγαπούσαν να κυνηγούν στα πλούσια δάση, έπιναν μεθυστικό κρασί κουμανταρία και τα ρούχα τους ήταν κεντημένα με χρυσό νήμα της Κύπρου. Στην πρωτεύουσα του νησιού ο βασιλιάς της Κύπρου είχε ένα ωραίο ανάκτορο με πλούσιους κήπους και περιβόλια, δίπλα σ’ ένα ποτάμι που διέσχιζε την πόλη. Ο γιος του βασιλιά, ο διάδοχος Ιωάννης, δεν είχε ακόμα νυμφευθεί και πολλές αρχοντοπούλες ονειρεύονταν να τον παντρευτούν και να γίνουν κάποτε βασιλοπούλες.

Όχι πολύ μακριά από το ανάκτορο, σ’ ένα μάλλον φτωχό και ταπεινό σπίτι, ήρθαν και κατοίκησαν δύο αδέλφια, ο Μάρκος και η Μαρία, που κατάγονταν από την Ελλάδα, από την πόλη της Πάτρας. Ο Μάρκος ήταν ένας νέος έξυπνος και δραστήριος και η Μαρία μια πολύ όμορφη, εργατική και σεμνή κοπέλα. Μα, πώς βρέθηκαν αλήθεια εκείνη την εποχή στην Κύπρο; Είχαν χάσει τους γονείς τους και, όπως ήταν ορφανοί, δέθηκαν πιο πολύ και ο Μάρκος που ήταν αρκετά τολμηρός πήρε την αδελφούλα του, μπήκαν σ’ ένα καράβι με ελάχιστα τρόφιμα και χρήματα μαζί τους και θέλησαν να ταξιδέψουν και να ζήσουν στην Κύπρο. Είχαν ακούσει για την ομορφιά του νησιού, τα φρούριά του, τα προϊόντα του και ότι ο βασιλιάς διόριζε στην αυλή του έξυπνους και δραστήριους νέους που έφθαναν στο βασίλειό του.

Ο Μάρκος και η Μαρία αγάπησαν αμέσως το νησί αυτό στην Ανατολική Μεσόγειο και εγκαταστάθηκαν στη Λευκωσία νοικιάζοντας, όπως ειπώθηκε, ένα μικρό και ταπεινό σπιτάκι, όχι μακριά από το ανάκτορο. Πολύ σύντομα ο βασιλιάς εκτίμησε την εξυπνάδα και την εργατικότητα του Μάρκου και τον διόρισε στην αυλή του, ενώ ο διάδοχος Ιωάννης βρήκε στο πρόσωπό του έναν πιστό και αγαπημένο φίλο. Μα και η ωραία και σεμνή Μαρία εργοδοτήθηκε αφού άρχισε να εργάζεται μαζί με άλλες νέες ως υφάντρα και κεντήστρα στο ανάκτορο. Η ομορφιά όμως της Μαρίας δεν έμεινε απαρατήρητη αφού ο διάδοχος δεν έχανε ευκαιρία και κάθε μέρα περνούσε από το δωμάτιο στο υπόγειο του ανακτόρου όπου ύφαιναν ή κεντούσαν οι νέες, για να τις χαιρετίσει δήθεν, ενώ η έγνοια του ήταν να δει τη Μαρία και να της εκδηλώσει με χαμόγελο την αγάπη του.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και η Μαρία κάποιο βράδυ παραδόθηκε σε μια γωνιά του βασιλικού κήπου στην αγκαλιά του Ιωάννη, που έμελλε να γίνει βασιλιάς. Ο διάδοχος με κάθε τρόπο θέλησε η σχέση αυτή να μην γίνει αντιληπτή, μα θες οι υφάντρες, θες οι περίοικοι του παλατιού διέδωσαν το νέο, και στην πρωτεύουσα όλοι ψιθύριζαν για τον έρωτα του διαδόχου με τη Μαρία από την Πάτρα. Μόνο ο αδελφός της Μάρκος δεν είχε αντιληφθεί έως τότε τη σχέση του διαδόχου με την αδελφή του. Στη συνέχεια όμως η άτυχη Μαρία έμεινε έγκυος και ο βασιλιάς τής έδινε ελπίδες ότι μπορούσε να τη νυμφευθεί αποφεύγοντας να της πει την αλήθεια, ότι ήδη είχε μνηστευθεί με μια πριγκίπισσα από την Πελοπόννησο, που κρατούσε από τους Παλαιολόγους του Βυζαντίου και σε λίγο καιρό θα έφθανε στην Κύπρο.

Λίγο μετά ο βασιλιάς πέθανε και ο διάδοχος Ιωάννης στέφθηκε βασιλιάς της Κύπρου στην Αγία Σοφία με λαμπρούς εορτασμούς και τελετές, ενώ αναμενόταν και η άφιξη της μνηστής του. Προτού φθάσει η Ελένη στο νησί, έτσι ονομαζόταν η μέλλουσα βασίλισσα, η Μαρία από την Πάτρα γέννησε ένα αγόρι όμορφο και πολύ γεροδεμένο. Μέσα της δεν έσβησε η ελπίδα ότι μπορεί να γινόταν και βασίλισσα αφού ο βασιλιάς τής έδειχνε τόση, μα τόση αγάπη. Όμως η ζωή της Μαρίας θα ακολουθούσε μακρύ και δύσκολο δρόμο.

Η Ελένη έφθασε, ο γάμος έγινε, αλλά η Μαρία μπορούσε να αντέχει τα όσα συνέβαιναν γύρω της, γιατί είχε στήριγμα τον αδελφό της και κυρίως το νεογέννητό της ήταν γι’ αυτήν πηγή δύναμης αλλά και χαράς. Ο μικρός Ιάκωβος, όπως ονομαζόταν, μεγάλωνε και ο βασιλιάς τον καμάρωνε κρυφά και δεν σταμάτησε να ενισχύει με κάθε τρόπο την ωραία Μαρία, ενώ φαίνεται ότι ο γάμος του δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει να ζει μαζί της έναν κρυφό και μεγάλο έρωτα. Ο Ιάκωβος μεγάλωσε και άρχισε να φοιτά στο ελληνικό σχολείο που λειτουργούσε στον καθεδρικό ναό της Παναγίας της Οδηγήτριας, στο κέντρο της πόλης. Για να πάει έως εκεί ο μικρός Ιάκωβος περνούσε έξω από το ανάκτορο και όλο από κάποια γωνιά του δρόμου ακουγόταν ο ψίθυρος: «… Νά και το μπάσταρδο του βασιλιά με την Πατρινή».

Η βασίλισσα γνώριζε τα πάντα και είχε πληροφορηθεί με κάθε λεπτομέρεια για τον κρυφό έρωτα του βασιλιά και για το νόθο παιδί του. Αν και απέκτησε μια θυγατέρα με τον βασιλιά, την Καρλόττα, και κληρονόμο του θρόνου, ωστόσο υπέφερε από ζήλια. Εκτός από δυναμική, ήταν και πολύ σκληρή η βασίλισσα Ελένη και δεν άντεχε να βλέπει τον σύζυγό της που μάταια προσπαθούσε να κρύψει την αγάπη του προς τη Μαρία και προς τον μικρό Ιάκωβο, που απέκτησε μαζί της. Η βασίλισσα τυφλωμένη μια μέρα από ζήλια, στην προσπάθειά της να παραμορφώσει την ωραία Μαρία ώστε να πάψει ο βασιλιάς να την επιθυμεί, όρμηξε και της δάγκωσε με τόση δύναμη τη μύτη ώστε την απέκοψε. Έκτοτε η δύστυχη Μαρία έγινε γνωστή όχι πια ως Μαρία η Πατρινή, αλλά ως Μαρία η Κουτσομύτα, ή σκέτο Κουτσομύτα.

Τα χρόνια πέρασαν, ο βασιλιάς και η βασίλισσα πέθαναν και στον θρόνο της Κύπρου ανέβηκε η Καρλόττα. Τι κρίμα, όμως, την ημέρα της στέψης, έξω από την Αγία Σοφία, στην παρουσία πλήθους κόσμου, αλλά και του αδελφού της Ιάκωβου, έπεσε το στέμμα από την έφιππη βασίλισσα και αυτό ήταν κακό σημάδι… Ίσως και να έχανε και ολόκληρο το βασίλειο. Ναι, γιατί στη συνέχεια ο Ιάκωβος, δυναμικός, φιλόδοξος αλλά και πολυμήχανος, έδιωξε τη νόμιμη βασίλισσα Καρλόττα από τον θρόνο και σχημάτισε μια αυλή με οπαδούς, που τον βοήθησαν να πάρει το στέμμα και αυτός τους χάρισε χωριά και φέουδα, τίτλους και αξιώματα.

Ο Ιάκωβος, μεταξύ άλλων, είχε και πολλές ερωμένες και είχε ήδη πριν νυμφευθεί τρία νόθα παιδιά με διαφορετικές γυναίκες, δύο αγόρια και ένα κορίτσι, τα οποία μεγάλωνε η μητέρα του η Κουτσομύτα. Ωστόσο, έψαχνε μια νύφη πλούσια από μια ισχυρή χώρα και αυτή τελικά δεν ήταν άλλη παρά η αρχοντοπούλα Βενετσιάνα Κατερίνα Κορνάρο, και η πατρίδα της η νερένια πολιτεία, η Βενετία. Οι Βενετοί όμως είχαν καταστρώσει σχέδιο για το πώς θα κατόρθωναν με αυτό τον γάμο να βγάλουν από τη μέση τον βασιλιά και να περάσουν στα χέρια τους την Κύπρο και να ενδυναμώσουν το εμπόριό τους στην Εγγύς Ανατολή.

Η Κατερίνα έγινε βασίλισσα της Κύπρου και την αγάπησε, αλλά γεύτηκε πολλή δυστυχία. Ο σύζυγός της, νέος και δυνατός, πήγε μια μέρα με τους συντρόφους του για κυνήγι και γύρισε βαριά άρρωστος, αφού όπως φαίνεται τον δηλητηρίασαν οι Βενετοί για να πάρουν το βασίλειό του. Μετά τον θάνατό του, ύστερα από μερικούς μόνο μήνες, η Κατερίνα γέννησε τον διάδοχο του θρόνου, στον οποίο έδωσαν το όνομα του πατέρα του, Ιάκωβος, αλλά και αυτός μόλις ενός έτους πέθανε ξαφνικά. Η Κατερίνα δέχθηκε πιέσεις ως βασίλισσα για να παραδώσει στο τέλος το στέμμα και να αποχαιρετήσει το βασίλειό της με δάκρυα στα μάτια και ντυμένη στα μαύρα και να επιστρέψει πίσω στη Βενετία.

Ήταν επικίνδυνα όμως και τα νόθα παιδιά του βασιλιά: η Καρόλα, ο Ζένιος και ο Ιωάννης, γιατί μπορούσαν να διεκδικήσουν το στέμμα της Κύπρου. Οι Βενετοί πήραν την Κουτσομύτα και τα τρία εγγονάκια της και την ξερίζωσαν μαζί μ’ αυτά από την Κύπρο, εξορίζοντάς την μαζί τους στην Πάδοβα. Τα παιδιά μεγάλωναν ως έγκλειστα και φρουρούμενα από Βενετούς, ενώ η γιαγιά τους η Μαρία η Πατρινή ή Κουτσομύτα έζησε σ’ ένα ξένο και άγνωστο περιβάλλον για να μάθει σιγά-σιγά μια άλλη γλώσσα και άλλες συνήθειες. Έζησε εκεί με νοσταλγία και πίκρα φέρνοντας στη μνήμη της το ταξίδι από την Πάτρα στην Κύπρο, τον έρωτά της με τον βασιλιά, τον καρπό του έρωτά τους, τον Ιάκωβο, την παραμόρφωσή της από τα δόντια της βασίλισσας Ελένης, τον θάνατο του γιου και του εγγονού της και, τέλος, την εξορία της μαζί με τα τρία εγγονάκια της, σε μέρη άγνωστα και μακρινά.

Η μικρή Καρόλα θα πεθάνει μόλις δώδεκα ετών κτυπημένη από μια επιδημία και η γιαγιά της θα διακοσμήσει το μνήμα της μ’ ένα στέμμα, ώστε να μαρτυρείται η βασιλική καταγωγή της, αλλά οι βενετικές αρχές θα αντικαταστήσουν το στέμμα με άνθη. Τα άλλα δύο αγόρια θα νυμφευθούν και θα αποκτήσουν παιδιά, αλλά θα έχουν άδοξο τέλος. Η γιαγιά τους, η ωραία κάποτε και σοφή Μαρία, όπως αναφέρεται, πρόλαβε πριν πεθάνει και τους κληροδότησε δύο χωριά, τις Πάνω και Κάτω Κέδαρες στην Πάφο, τα οποία της είχε χαρίσει ο βασιλιάς γιος της.

Τα βράδια στη μακρινή Πάδοβα έως τον θάνατό της η Μαρία η Πατρινή ή Κουτσομύτα έβλεπε εφιάλτες. Το δηλητήριο να διακλαδώνεται στην κοιλιά του γιου της και να σφαδάζει από τους πόνους, σαν κάθισε για φαγητό στον ίσκιο ενός δένδρου με τους φίλους του μετά από το κυνήγι. Ή τον μόλις ενός έτους εγγονό της Ιάκωβο και κληρονόμο του βασιλείου της Κύπρου να γεύεται από κάποια παραμάνα γάλα θανατερό και να ξεψυχά μετά από λίγο. Κι’ ύστερα το κύμα σαν βουνό της θάλασσας που ταλάνιζε τη γαλέρα που τη μετέφερε μακριά από ό,τι αγάπησε και ό,τι πιο πολύ φοβήθηκε. Μπροστά σ’ αυτά δεν ήταν τίποτε τα δόντια της Ελένης που την παραμόρφωσαν…

Θερμές ευχές για τη νέα χρονιά σε συγγενείς, φίλους και αναγνώστες

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

You May Also Like

Το χωριό Σαραμάς της Χρυσοχούς και η άγνωστη μονή του Αγίου Γεωργίου του Αγρού

Στον θεοφιλέστατο επίσκοπο Αρσινόης κ. Νεκτάριο Η ιστορία των χωριών μας όταν προέρχεται από ...

Η οικογένεια Γιαφούνη της Κύπρου

Γράφει η Νάσα Παταπίου Πηγές της Bενετοκρατίας αλλά και της εποχής του Ιακώβου Β΄ ...

Κυριάκος Μαντηλάρης, Μένικος και πάροικοι στην υπηρεσία της Αικατερίνης Κορνάρο

Γράφει η Νάσα Παταπίου Στο δημοσίευμά μας, της περασμένης Κυριακής, είχαμε σχολιάσει στοιχεία από το ...

Ριζοκάρπασο και η γαστρονομία των καραόλων

Εάν θα ρωτούσε κάποιος έναν Ριζοκαρπασίτη ποιο είναι το «εθνικό» του φαγητό, είναι βέβαιο ...

Κύπριες στις πηγές των χρόνων της βενετικής κυριαρχίας .

Γράφει η Νάσα Παταπίου Στις πηγές των χρόνων της βενετικής κυριαρχίας στην Κύπρο μεταξύ ...

Πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια

Γράφει η Νάσα Παταπίου Ένα προσωπικό -νοερό- ταξίδι στη βυζαντινή χερσόνησο Ακρωτίκη, στο Ριζοκάρπασο, ...

X