Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου /katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk

Το βάπτισμα του πυρός ως ψηφοφόρος το είχε λάβει το 2008 στα είκοσί του χρόνια. Πρωτοετής φοιτητής Μουσικής στην Κέρκυρα, ήταν ήδη σταμπαρισμένος από το κόμμα και καταγεγραμμένος στα κατάστιχα της αντίστοιχης φοιτητικής παράταξης. Ο πατέρας του είχε φροντίσει για αυτό. Γύρω στα μέσα Νοεμβρίου είχε πέσει το τηλεφώνημα. Το κόμμα τον χρειαζόταν. Ήταν απαραίτητος. 16 Φεβρουαρίου θα αναχωρούσαν όλοι από Κέρκυρα για Αθήνα κι από εκεί θα επάνδρωναν δικό τους Boing για Κύπρο. Σαν ειδική αποστολή του ακούστηκε κι αμέσως ψήθηκε. Ήταν και το κορίτσι που είχε αφήσει εκεί πίσω στο Πανεπιστήμιο Κύπρου – ήταν λαμπρή ευκαιρία να το ανταμώσει παρεμπιπτόντως. Έκανε να ρωτήσει τον πατέρα αν είχαν λεφτά για το εισιτήριο. Και το ρωτούσε; Το εισιτήριο ήταν ήδη κομμένο. Μόνο τους φόρους είχαν πληρώσει – τα υπόλοιπα ήταν μια ευγενική χορηγία του κόμματος. Ναι, όντως ήταν απαραίτητος.

Σε ολόκληρη τη διαδρομή, από Κέρκυρα μέχρι Λάρνακα, αισθανόταν σπουδαίος χωρίς να ξέρει το γιατί. Ίσως ήταν εκείνη η κονκάρδα που του είχαν καρφιτσώσει στο αριστερό βυζί. Ή τα συνθήματα που επαναλάμβανε ρυθμικά ακόμη και την ώρα που είχε πάει προς νερού του στη στενόχωρη τουαλέτα του αεροσκάφους. Κι όμως, το πρωί της πρώτης Κυριακής τού ήταν αδύνατο να ξυπνήσει. Το προηγούμενο βράδυ τα είχε πιει σε κλαμπ της πρωτεύουσας με το κορίτσι του και μετά είχε κοιμηθεί στο διαμέρισμά της. Ο πατέρας του ήταν έξω φρενών. Από τις εφτά το πρωί τον καλούσε και δεν κατάφερε να τον εντοπίσει πάρα μόνο στις πέντε το απόγευμα. Το απολωλός πρόβατο πρόλαβε στο παρά πέντε, με μάτια πρησμένα, να συρθεί έως το εκλογικό κέντρο και να βάλει έναν μεθυσμένο σταυρό στο τετραγωνάκι του υποψηφίου του κόμματος. Τη δεύτερη Κυριακή ήταν ομαλότερα τα πράγματα. Ο πατέρας δεν τον άφησε να ξενοκοιμηθεί. Τον είχε για ολόκληρο το Σάββατο υπό στενή παρακολούθηση. Τον τράβηξε απ’ τα χαράματα μαζί του στο εκλογικό και, αφού βεβαιώθηκε πως το χαρτάκι είχε μπει στην τρύπα της κάλπης, τον άφησε ελεύθερο να πάει στο κορίτσι. Το απόγευμα πετούσε για Κέρκυρα. Τα αποτελέσματα θα τα μάθαινε τυχαία το απόγευμα της Δευτέρας από έναν καθηγητή κλασικής μουσικής που καταγόταν από Κύπρο.

Την πενταετία που μεσολάβησε μέχρι τις επόμενες εκλογές πολλά είχαν αλλάξει. Οι σπουδές του στη Μουσική είχαν ξυπνήσει μέσα του μια επαναστατικότητα που δεν είχε ιδέα πώς να εξωτερικεύσει. Στην αρχή, πήγε να εμπλακεί ενεργά στη φοιτητική παράταξη του κόμματος. Μα αισθανόταν πως ο χώρος εκείνος τον περιόριζε μάλλον παρά να τον απελευθερώνει. Έτσι, το έριξε στη μελέτη. Κατάφερε να διαπρέψει στο πτυχίο του και άρχισε να κάνει όνειρα για μεταπτυχιακά και διδακτορικά. Ο καθηγητής κλασικής μουσικής τον είχε ξεχωρίσει ανάμεσα στους φοιτητές του και του είχε προσφέρει θέση για να συνεχίσει τις σπουδές του στην Κέρκυρα. Ωστόσο, στην Κύπρο ήρθε η κρίση. Εν μία νυκτί, οι γονείς του έχασαν τη δουλειά τους. Η Κέρκυρα δεν τον χωρούσε πια. Αν ήθελε να κάνει κάτι στη Μουσική, η μόνη λύση ήταν η Αθήνα. Εκεί ήταν ένας ευκατάστατος, εργένης θείος που μπορούσε να τον φιλοξενήσει μέχρι να μπορέσει να ορθοποδήσει, να οικονομήσει λίγα χρήματα και να συνεχίσει τις σπουδές του.

Παρά την οικονομική καταστροφή, τον χειμώνα του 2013, ο νεαρός έπρεπε να κατέβει στις εκλογές. Για άλλη μια φορά ήταν απαραίτητος. Αυτή τη φορά, το κόμμα ανέλαβε να πληρώσει ολόκληρο το εισιτήριο – και τους φόρους. Μόνο που τώρα δεν πίστευε σε καμιά ειδική αποστολή. Πήγαινε στο νησί για να δει τους δικούς του – το είχε ανάγκη μιας και τα Χριστούγεννα δεν είχε μπορέσει να τους επισκεφτεί. Την Κυριακή ξύπνησε άκεφος και βαριεστημένος. Δεν ήθελε να ψηφίσει. Ο πατέρας του θύμωσε. Το κόμμα ήταν η μόνη τους ελπίδα για να βρουν δουλειά. Κι έπειτα, τι θα γινόταν αν αντιλαμβάνονταν πως είχαν πληρώσει για το εισιτήριό του κι αυτός δεν είχε ψηφίσει; Το πρώτο δεν τον έπεισε, μα το δεύτερο το βρήκε λογικό. Φόρεσε το σακάκι του και πήγε στο εκλογικό κέντρο. Πήρε το χαρτί, το περιεργάστηκε για λίγα δευτερόλεπτα και έκανε το καθήκον του προς το κόμμα του πατέρα. Δεν του πήγαινε καρδιά να κάνει κάτι άλλο. Η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε και τη δεύτερη Κυριακή.

Τώρα είχε περάσει άλλη μια πενταετία. Η μετακόμιση στην Αθήνα είχε επισπεύσει την εξέλιξή του. Τα πάρε-δώσε με έντεχνους μουσικούς κύκλους, οι εβδομαδιαίες εμφανίσεις του σε μια μικρή μπουάτ στην Πλάκα και η επαφή του με τα πολιτιστικά δρώμενα της πρωτεύουσας τού είχαν ανοίξει τα μάτια. Στα τριάντα του χρόνια, ο νεαρός αισθανόταν επιτέλους ελεύθερος. Μα όλο αυτό ερχόταν με ένα κόστος. Εδώ και μήνες βασάνιζε το μυαλό του για το ποιον έπρεπε να ψηφίσει. Όποτε είχε ευκαιρία, ανάμεσα σε πρόβες και συνθέσεις, παρακολουθούσε κυπριακά κανάλια και προσπαθούσε να βολιδοσκοπήσει τα επιτελεία, να ψυχογραφήσει τους υποψηφίους και να διαβάσει στα μάτια κάποιου την ελπίδα.

Έκοψε μόνος του το εισιτήριο για Κύπρο. Την παραμονή δεν κατάφερε να κοιμηθεί. Στριφογύριζε μέσα στο κρεβάτι και πάλευε με τη συνείδησή του. Στο μυαλό του ερχόταν η συζήτηση που είχε τις προάλλες με δύο φίλους του, ο ένας λογιστής κι ο άλλος φιλόλογος. Ο λογιστής είχε γελάσει όταν ο νεαρός παραδέχτηκε πως τον βασάνιζε το ζήτημα. «Δεν θα αλλάξεις τον κόσμο με μια ψήφο, αδελφέ!» του είχε πει και πήγε να γυρίσει αλλού την κουβέντα. Μα ο φιλόλογος τον αντέκοψε. «Ξέρεις τι έλεγε ο Λίνκολν; Πως η ψήφος είναι πιο δυνατή από τη σφαίρα. Με τη σφαίρα μπορεί να σκοτώσεις τον εχθρό σου. Μα με την ψήφο μπορεί να σκοτώσεις το μέλλον των παιδιών σου». Το μέλλον των παιδιών του. Αυτό σκεφτόταν τώρα και δεν τον έπαιρνε ο Μορφέας.

Στις έξι σηκώθηκε πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι, έβαλε νερό στο πρόσωπο και πήγε στο εκλογικό κέντρο. Πήρε το ψηφοδέλτιο και πλησίασε το έδρανο με την μπλε κουρτίνα. Δίπλα του, εξ αριστερών του, ψήφιζε ένας κουστουμαρισμένος κύριος με έναν τεράστιο χρυσό σταυρό στο στήθος. Εκ δεξιών του, ψήφιζε μια ανήμπορη γριούλα υποβοηθούμενη από έναν πολύξερο νεαρό που θα ήταν ίσως γιος της. Τρέμοντας, τράβηξε την κουρτίνα και μπήκε. Ακούμπησε το ψηφοδέλτιο στο ξύλινο έδρανο και πήρε το στυλό. Το πέρασε πάνω από κάθε κουτάκι ξεχωριστά χωρίς να σημειώσει κάτι. Επανέλαβε την ίδια κίνηση, κοιτώντας κάθε υποψήφιο στα μάτια. Έψαχνε ακόμα την ελπίδα. Ούτε κι ο ίδιος δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει. Μια σταγόνα ιδρώτα τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Έσφιξε το στυλό. Έγραψε «Είμαι άοπλος». Δίπλωσε το χαρτί. Ανασήκωσε με βία την κουρτίνα. Έριξε το χαρτί στην τρύπα. Και με μεγάλους διασκελισμούς απομακρύνθηκε από το εκλογικό κέντρο που τον έπνιγε. Θα έψαχνε αλλού την ελπίδα.

Το ΠΑΡΑΘΥΡΟ θα φιλοξενεί διήγημα της Κατερίνας Μικελλίδου κάθε τελευταία Κυριακή του μήνα στο έντυπο Παράθυρο της Κυριακής.

 

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Ποιητική συνάντηση στο μπαρ 1984

Η πολιτιστική και κοινωνική, ακτιβιστική πλατφόρμα Together, διοργανώνει ένα ποιητικό πολιτιστικό συναπάντημα στις 24 ...

Ανέκδοτο, ημιτελές μυθιστόρημα της Φρανσουάζ Σαγκάν στα βιβλιοπωλεία

Ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα της Φρανσουάζ Σαγκάν [1935-2004], το οποίο έμεινε ανολοκλήρωτο, κυκλοφορεί σήμερα στα ...

Αλκυόνη Παπαδάκη: Ζωή από μελάνι

Συνέντευξη στο Δημήτρη Γεωργίου Μία σχέση «καθοριστική» στη ζωή του κάθε ανθρώπου, τη σχέση ...

To Βιβλιοτρόπιο συζητά το «Γλυκιά bloody life»

Το βιβλίο του Αντώνη Γεωργίου «Γλυκιά bloody life» θα βρεθεί στο επίκεντρο συζήτησης στη ...

Ροζ Στόρι

Ροζ Στόρι Γεωργία Δεμίρη – Εκδόσεις Ψυχογιός Όμορφες καλοκαιρινές νύχτες, έναστρες, σε πιάνει μια ...

Συζητήσεις με φίλους

Σάλλυ Ρούνεϋ Εκδόσεις Πατάκη Γραμμένο με ρεαλισμό και ευφυή αίσθηση του χιούμορ, το μυθιστόρημα ...

X