«Οι Καρέκλες»

Συγγραφέας: Ευγένιος Ιονέσκο
Διασκευή / Ελεύθερη απόδοση / Σκηνοθεσία: Γιώργος Μουαΐμης
Σκηνικά / Κοστούμια: Στέλιος Στυλιανού
Μουσική: Δημήτρης Ζαχαρίου
Στίχοι: Σταύρος Σταύρου
Χορογραφία / Κίνηση: Μαριάννα Μουαΐμη
Φωτισμοί: Χρίστος Γωγάκης
Ερμηνεύουν: Σταύρος Λούρας, Αννίτα Σαντοριναίου, Άντονυ Παπαμιχαήλ
Παραγωγή: Θέατρο Δέντρο

Ένα ερημικό νησί, ένας ακατοίκητος πύργος, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων στη δύση της ζωής τους. Ο χρόνος κυλάει βασανιστικά μέσα από την επανάληψη του ίδιου παιχνιδιού, των ίδιων ασυνάρτητων διαλόγων, των ίδιων λέξεων, κενών νοήματος και σημασίας. Ο γέρος (θυρωρός) θέλει να μεταδώσει ένα σημαντικό μήνυμα στην ανθρωπότητα. Ετοιμάζει μια διάλεξη με υψηλούς καλεσμένους. Ένας επαγγελματίας ομιλητής θα μεταφέρει το μήνυμά του, αφού ο ίδιος δεν διαθέτει την απαιτούμενη ευφράδεια. Ένας κόσμος παραισθήσεων με αόρατους καλεσμένους (προφέσορες, δασκάλους, παπαγάλους, κλέφτες, αστυνόμους, παράνομους, παιδονόμους, τραπεζίτες, φρονιμίτες, χαφιέδες, κεφτέδες, ντενεκέδες, στρατιωτικούς, αυλικούς, αναρχικούς, κομματάρχες, καναλάρχες, μοναχικούς ρομαντικούς), ενώ η σκηνή γεμίζει ασφυκτικά με καρέκλες που παραμένουν άδειες. Οι καλεσμένοι μοιάζουν να προσωποποιούν τη ματαιότητα της ζωής τους, τις αποτυχίες τους, τις τύψεις τους, τη συνείδησή τους, όσα ονειρεύτηκαν και δεν πραγματοποιήθηκαν, αυτά που θα μπορούσαν να είχαν γίνει και δεν έγιναν ποτέ, την ανικανότητα να επικοινωνήσουν, την ατέρμονη μοναξιά, το κενό. Άδειες καρέκλες. Και ένα τέλος αναπάντεχο.

Όταν ο Γαλλορουμάνος Ευγένιος Ιονέσκο έγραφε το μονόπρακτο με τίτλο «Οι Καρέκλες» το 1952 -είχαν ήδη προηγηθεί τα μονόπρακτα «Η Φαλακρή Τραγουδίστρια» και «Το Μάθημα»- δεν θα μπορούσε να είχε φανταστεί ότι τα έργα του, όπως και αυτά των Σ. Μπέκετ, Ζ. Ζενέ και Α. Αντάμοφ, θα δημιουργούσαν ένα ολόκληρο κίνημα στη θεατρική γραφή. Αυτό που ο κριτικός Μάρτιν Έσλιν ονόμασε «θέατρο του παραλόγου» -αν και ο Ιονέσκο προτιμούσε το «θέατρο του χλευασμού»- το οποίο, μετά την παραφροσύνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έφερε επί σκηνής ήρωες ρευστούς, παραμορφωμένους και γκροτέσκους, δραματοποιώντας με σουρεαλιστικό και κωμικό τρόπο τον παραλογισμό της ανθρώπινης ύπαρξης. Το θεατρικό σύμπαν του Ιονέσκο είναι έντονα αναγνωρίσιμο στις «Καρέκλες»: η απουσία δράσης και πλοκής, ο ακαθόριστος χώρος και χρόνος, οι απροσδιορίστου ταυτότητας χαρακτήρες που θυμίζουν μαριονέτες και φιγούρες βωβού κινηματογράφου, οι μεγάλες παύσεις, η επανάληψη των λέξεων, ο άνευ νοήματος διάλογος, η μεθοδευμένη αποδόμηση και παρωδία της γλώσσας και των αξιών της αστικής τάξης, η τραγικότητα της κενότητας μέσα από το κωμικοφαρσικό στοιχείο.

Τίθεται, ωστόσο, ένα ερώτημα: Διατηρεί, ακόμη, ο Ιονέσκο και το αντικομφορμιστικό, για τη δεκαετία του ’40, θέατρο του παραλόγου τα avant-garde χαρακτηριστικά του; Έχω την αίσθηση ότι σήμερα, που η αφαίρεση, η ελλειπτικότητα και η κρυπτικότητα στο θέατρο αποτελούν πια κοινό τόπο, το αλλοτινά παράλογο μοιάζει να είναι, σχεδόν, αυτονόητα λογικό για τον σημερινό θεατή. Αυτό, βέβαια, δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό, ούτε και ακυρώνει το όποιο εγχείρημα αναβίωσης των έργων αυτών. Χρειάζεται, ωστόσο, μια πρωτότυπη σκηνοθετική προσέγγιση για να μην αντιμετωπιστούν ως κλασικά ντοκουμέντα της ιστορίας του παγκόσμιου θεάτρου.

Εντοπίζοντας αυτήν την ανάγκη «επικαιροποίησης» του έργου, ο σκηνοθέτης Γιώργος Μουαΐμης προχώρησε στην ελεύθερη απόδοση και διασκευή του (θα είχε, βέβαια, σημασία να γνωρίζαμε αν αυτή η απόδοση έγινε από το πρωτότυπο ή από δεύτερη γλώσσα) και αποφάσισε εξ αρχής να μην ακολουθήσει την επιθυμία του συγγραφέα το ζεύγος ηλικιωμένων να το υποδυθούν νεαροί ηθοποιοί, αναθέτοντας τους ρόλους σε δύο ώριμους και έμπειρους ηθοποιούς, την Αννίτα Σαντοριναίου και τον Σταύρο Λούρα, «για να μπορέσουν να επωμιστούν το ‘βάρος’ της ηλικίας». Αυτή η οπτική είναι, ίσως, που έφερε και κάποια σκηνοθετικά και ερμηνευτικά ατοπήματα. Όχι η επιλογή των ηθοποιών. Αλλά η προσπάθεια για πειστική, ρεαλιστική απεικόνιση των χαρακτήρων. Από τη μια παρακολουθούμε μια παράσταση η οποία ακολουθεί μια αφαιρετική και ελλειπτική σκηνοθετική γραμμή που υποστηρίζεται από όλα, σχεδόν, τα επί μέρους στοιχεία: Το πάλλευκο σκηνικό τονίζει το ακαθόριστο στοιχείο του χώρου και του χρόνου, τα κοστούμια και το μακιγιάζ εστιάζουν στο κλοουνίστικο στοιχείο, οι ήχοι, η μουσική και οι φωτισμοί αναδεικνύουν το στοιχείο του παιχνιδιού και του βωβού κινηματογράφου. Από την άλλη, αισθάνθηκα ότι η υποκριτική φόρμα στην οποία οδηγήθηκαν οι δύο ηθοποιοί εμπεριείχε μια ουσιαστική αντίφαση. Η Αννίτα Σαντοριναίου, μέσα από το παιγνιώδες χιούμορ της «υπερερμηνείας» της, δίνει στην ηλικιωμένη γυναίκα ένα έντονα γκροτέσκο ύφος, απόλυτα συμβατό με την ατμόσφαιρα του έργου και της παράστασης. Ο Σταύρος Λούρας, ωστόσο, παρά το γεγονός ότι δίνει αδιαμφισβήτητα μια εξαίρετη ερμηνεία, ακολουθεί μια υποκριτική φόρμα η οποία έρχεται σε αντίφαση τόσο με το έργο όσο και με την ερμηνεία της Αννίτας Σαντοριναίου. Με ύφος διαρκώς μελαγχολικό που τόνιζε τη συνειδητοποίηση της ματαιότητας της ζωής του, με σοβαρότητα που ανέτρεπε τη διάθεση συμμετοχής στο παιχνίδι και με έντονη τάση ρεαλισμού και τραγικότητας, η ερμηνεία τους μας οδήγησε περισσότερο προς μια μελοδραματική ιστορία ενός ηλικιωμένου ζευγαριού που βιώνει το υπαρξιακό άγχος και αντιλαμβάνεται τη ματαιότητα της ζωής του, παρά προς μια οικουμενική τραγωδία της κενότητας.

Επιπλέον, ο σκηνοθέτης δεν εκμεταλλεύτηκε τις τεράστιες δυνατότητες που δίνει η επαναληπτικότητα του λόγου του Ιονέσκο για διεύρυνση και διαφοροποίηση του παιχνιδιού και της εναλλαγής ρόλων ανάμεσα στο ζεύγος. Αντιθέτως, η επανάληψη, χωρίς την απαραίτητη πύκνωση, βασίστηκε στα ίδια μοτίβα και στην ίδια τονικότητα, με αποτέλεσμα την αναπόφευκτη μονοτονία και κούραση του θεατή, σε μια παράσταση μονόπρακτου έργου που είχε, αδικαιολόγητα, μεγάλη διάρκεια. Το καλαίσθητο, λειτουργικό και αφαιρετικό σκηνικό, το οποίο φρόντισε να έχει τοποθετημένες τις άδειες καρέκλες επί σκηνής ήδη από την αρχή του έργου, περιόρισε την κίνηση και τη σκηνική δράση, εξαφάνισε το στοιχείο της έκπληξης του κοινού, όταν αυτό παρακολουθεί τη γυναίκα να φέρνει ασταμάτητα καρέκλες για τους ανύπαρκτους καλεσμένους, και δεν άφησε να δημιουργηθεί, παράλληλα με τη δραματική, μια εικαστική κορύφωση όταν πια η άδεια σκηνή γεμίζει ασφυκτικά με τις άδειες καρέκλες, επιβεβαιώνοντας ότι «όσο μεγαλύτερο είναι το πλήθος γύρω μας, τόσο μεγαλύτερη είναι η μοναξιά μας».

Μια παράσταση προσεγμένη και μελετημένη σε όλες της τις λεπτομέρειες, η οποία, αν και κατορθώνει να μας εντάξει στον θεατρικό κόσμο του Ιονέσκο, ανήκει περισσότερο στην κατηγορία της αναβίωσης, παρά της πρωτότυπης ανάγνωσης.

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

«Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα» στην Κεντρική Σκηνή του ΘΟΚ

   Εγώ δεν λέω ψέματα. Η Μητέρα έλεγε ότι δεν λέω ψέματα επειδή είμαι ...

Παράσταση για τον «Βαφτιστικό» στη Λευκωσία

Με μια παράσταση που θα δοθεί την Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019, στις 9 το ...

H Σάρλοτ Ράμπλινγκ στo Πάφος2017

Η διάσημη ηθοποιός Σάρλοτ Ράμπλινγκ φτάνει στην Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για μια μοναδική ...

2η Πλατφόρμα Μονοδράματος Κυπρίων Δημιουργών

Με την παρουσίαση οκτώ παραγωγών πραγματοποιείται τον Μάρτιο η 2η Πλατφόρμα Μονοδράματος Κυπρίων Δημιουργών, ...

Ευρυδίκη

Ο Μάριος Μεττής διάβασε το έργο της Σάρα Ρουλ σαν ένα ταξίδι της Ευρυδίκης ...

Το μήνυμα για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου

Μετά τους Ντάριο Φο, Μπρετ Μπέιλι, Κριστόφ Βαρλικόφσκι, Ανατόλι Βασίλιεφ και Ιζαμπέλ Ιπέρ, το ...

X