Ψηλά από τη γέφυρα

Συγγραφέας: Arthur Miller
Σκηνοθεσία: Στέλιος Καυκαρίδης
Σκηνικά-Κοστούμια: Στέφανος Αθηαινίτης
Φωτισμοί: Βικέντιος Χριστιανίδης
Παραγωγή: Σατιρικό Θέατρο
Ερμηνεύουν: Αντώνης Καλογήρου, Βασίλης Μιχαήλ, Μαριάννα Καυκαρίδου, Ειρήνη Καραγιώργη, Σπύρος Γεωργίου, Ανδρέας Ρόζου, Μιχάλης Καζάκας, Έφη Παπαγεωργίου, Κώστας Κατζιηλιέρης, Γιώργος Νικολάου, Λεωνίδας Έλληνας, Αλέξανδρος Μαρτίδης.

Όταν το 1947 ο Arthur Miller άρχισε να ερευνά την εξαφάνιση του λιμενεργάτη Pete Panto ο οποίος προσπαθούσε να ξεσκεπάσει τη μαφία των λιμανιών της Νέας Υόρκης, κατάφερε να διεισδύσει στον επικίνδυνο κόσμο της περιοχής του Red Hook, όπου διέμεναν όλοι οι Ιταλοί μετανάστες που δούλευαν στο λιμάνι του Brooklyn. Μέσα από τον κόσμο αυτόν θα προκύψει το κινηματογραφικό σενάριο The Hook το οποίο θα γίνει η αφορμή για τη γνωριμία τού συγγραφέα με την Marilyn Monroe. Στην πορεία της έρευνάς του, ο Miller θα ακούσει για πρώτη φορά για την πραγματική ιστορία ενός λιμενεργάτη ο οποίος κατέδωσε δύο μετανάστες ομοεθνείς του, συγγενείς της γυναίκας του, που ζούσαν στο σπίτι του όντας παράνομα στη χώρα, με στόχο να διαλύσει τον αρραβώνα του ενός μετανάστη με την ανιψιά του. Η ιστορία αυτή θα αποτελέσει τη βάση για τη δημιουργία τού –μονόπρακτου και έμμετρου αρχικά– έργου με τίτλο Ψηλά από τη γέφυρα, όπου παρακολουθούμε την πορεία του λιμενεργάτη Έντι Καρμπόνε προς το αναπόφευκτο τέλος του. Κυριευμένος από το πάθος του για την ανιψιά του οδηγείται στην παραβίαση του άγραφου ηθικού νόμου των μεταναστών του λιμανιού: της αλληλεγγύης ανάμεσα στους ομοεθνείς, της τιμής του ονόματος και του σεβασμού προς την οικογένεια. Μέσα από την κατάδοση των δύο μεταναστών από τον Έντι, ο Miller υπονοεί τη διαδικασία κατάδοσης ονομάτων κομουνιστών ενώπιον της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών και, έμμεσα, αποτελεί την απάντησή του στον Elia Kazan, ο οποίος μέσα από την κινηματογραφική ταινία On the Waterfront προσπάθησε να δικαιολογήσει την επιλογή του να κατονομάσει κομουνιστές ενώπιον της επιτροπής. Μάλιστα, όταν ο ίδιος ο Miller αρνήθηκε να καταδώσει ονόματα στην επιτροπή, χρησιμοποίησε το παράδειγμα του Έντι υποστηρίζοντας ότι μπορεί με την άρνησή του να αντιτίθεται στον νόμο, υπακούει ωστόσο σε κάποιους άλλους, άγραφους, ηθικούς νόμους, που διέπουν ή θα έπρεπε να διέπουν την κοινωνία.

Το Ψηλά από τη γέφυρα, ακόμη και στη δίπρακτη μορφή του η οποία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1956 σε σκηνοθεσία Peter Brook, χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως μια σύγχρονη τραγωδία, στα πρότυπα των αρχαίων ελληνικών τραγωδιών. Η πορεία του Έντι Καρμπόνε θυμίζει την άνιση μάχη των τραγικών ηρώων με τη μοίρα. Όπως οι σοφόκλειοι ήρωες όμως, η κατάληξη του Έντι καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις επιλογές και τις πράξεις του. Με τη διαφορά ότι πρόκειται για έναν απλό, καθημερινό «αντιήρωα» του οποίου η τραγικότητα προκύπτει μέσα από την αδυναμία αντίστασης στο πάθος, αλλά και το δικαίωμα στο λάθος. Και αυτό είναι που τον καθιστά σύγχρονο, καθολικό και, κυρίως, ανθρώπινο. Όταν ένας σκηνοθέτης αποφασίζει να αναμετρηθεί με αυτό το έργο έχει δύο επιλογές: είτε να το αναπαραστήσει ως ένα ρεαλιστικό ηθογραφικό δράμα της δεκαετίας του ’50 στους απόηχους του κατακερματισμένου American dream, ακολουθώντας πιστά τις σκηνικές οδηγίες του συγγραφέα, είτε να το φέρει στο σήμερα, μέσα από μια σύγχρονη σκηνοθετική ματιά που θα το απαλλάσσει από τα έντονα ρεαλιστικά του στοιχεία που το καθηλώνουν χωροχρονικά και θα εστιάζει πίσω από τα λόγια και τις γραμμές, αναδεικνύοντας τις εσωτερικές δυναμικές που καθιστούν τον Έντι έναν σύγχρονο τραγικό ήρωα. Στην περίπτωση της παράστασης του Σατιρικού Θεάτρου, η σκηνοθεσία του Στέλιου Καυκαρίδη ακολουθεί την πρώτη επιλογή. Πιστός στις σκηνικές οδηγίες του Miller (στην αφίσα/πρόγραμμα παραλείπεται η αναφορά της μετάφρασης που χρησιμοποιήθηκε στην παράσταση), μας δίνει μια πιστή και ρεαλιστική ανάγνωση του έργου του Miller η οποία, έχω την αίσθηση, ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί πλήρως στις απαιτήσεις του σύγχρονου κοινού. Η προσκόλληση στο ρεαλιστικό σκηνικό και τα σκηνικά αντικείμενα οδηγούν σε μια υπερβάλλουσα προσπάθεια να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι βρισκόμαστε στο Brooklyn του ’50 (με την ατυχή, κατά τη γνώμη μου, επιλογή της μουσικής), στοιχεία που στερούν από τη σκηνοθεσία τη δυνατότητα να εστιάσει στις εσωτερικές δυναμικές του έργου και να δημιουργήσει ολοκληρωμένους χαρακτήρες συνεπείς προς τα λόγια και τις πράξεις τους. Το σκηνικό του Στέφανου Αθηαινίτη, σύμφωνο με τις απαιτήσεις του σκηνοθέτη και του συγγραφέα, απλό και λειτουργικό, εξυπηρετεί μεν όλες τις ανάγκες του έργου, στερείται δε μιας πιο σύγχρονης και αφαιρετικής αισθητικής που θα αποφόρτιζε την παράσταση από τον έντονα ρεαλιστικό της χαρακτήρα. Οι δε φωτισμοί του Βικέντιου Χριστιανίδη, οι οποίοι θα μπορούσαν να συμβάλουν τα μέγιστα σε μια πιο συμβολική εκδοχή του έργου, χρησιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά για την αλλαγή των σκηνών και την εστίαση της δράσης.

Οι ηθοποιοί κινούνται επάξια στο ρεαλιστικό κλίμα της σκηνοθεσίας. Ο Βασίλης Μιχαήλ στον ρόλο του Έντι Καρμπόνε, εξωτερικά ταιριαστός στον ρόλο και απόλυτα φυσικός στη ρεαλιστική ερμηνεία του η οποία, ωστόσο, στερείται μιας εξελικτικής πορείας και μιας εσωστρέφειας που θα αναδείκνυε τις εσωτερικές συγκρούσεις που πυροδοτούν το πάθος του ήρωα και τον οδηγούν στην αυτοκαταστροφή. Η Μαριάννα Καυκαρίδου στον ρόλο της Μπέατρις, συζύγου του Έντι, ενσαρκώνει το εσωτερικό δράμα της συζυγικής απόρριψης αλλά και της συνειδητοποίησης του πάθους του Έντι μέσα από μια πηγαία εσωτερική ερμηνεία, χωρίς ωστόσο να αποφεύγει, κάποιες στιγμές, την έντονη κινητικότητα και την υψηλή φωνητική ένταση. Η Ειρήνη Καραγιώργη εστιάζει υπερβολικά στην αφέλεια της Κάθριν, κάτι που κατορθώνει να ανατρέψει μόνο στις τελευταίες σκηνές του έργου, όπου απαλλάσσει την ηρωίδα από την εξωτερική παιδικότητα και της επιτρέπει να ενηλικιωθεί μέσα από την τραγικότητα των καταστάσεων. Ο Σπύρος Γεωργίου φαίνεται να είναι απόλυτα ταιριαστός στον ρόλο του Μάρκο μέσα από τη γήινη και στιβαρή ερμηνεία του, ενώ ο Ανδρέας Ρόζου στον ρόλο του Ροντόλφο δίνει πιο πολύ τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του ήρωα, αδυνατώντας να μας πείσει για την ιδιαίτερη γοητεία που άσκησε στην Κάθριν. Τέλος, ο Αντώνης Καλογήρου ανταποκρίνεται, με τη σωστή δόση αποστασιοποίησης, στον ρόλο του δικηγόρου/αφηγητή/Χορού Αλφιέρι, ενώ με τον διαρκή σχολιασμό του και τη νοερή είσοδο και έξοδό του από τη δράση προσδίδει στην παράσταση μια ανάσα από τον υπερβολικό ρεαλισμό. Μια καθ’ όλα ευπρεπής, κλασική θα έλεγα, παράσταση, με άρτιο επαγγελματισμό, η οποία, όμως, βαδίζει σε ασφαλή μονοπάτια και χάνει την ευκαιρία να δώσει μια ανανεωμένη ανάγνωση σε ένα πολυπαιγμένο έργο που δύσκολα, πια, μπορεί να πείσει τον σύγχρονο θεατή ότι τον αφορά.

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

RELIC

Σκηνοθεσία, χορογραφία, ερμηνεία: Ευριπίδης Λασκαρίδης Κοστούμι: Άγγελος Μέντης Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Μιχόπουλος, Νίκος Κόλλιας ...

ΕΞΩΣΤΗΣ | Κασσάνδρα

Μουσική: Michael Jarrell Σκηνοθεσία: Herve Loichemol Μουσική διεύθυνση: Jean Deroyer Στον ρόλο της Κασσάνδρας ...

COCK

Συγγραφέας: Μάικ Μπάρτλετ Μετάφραση: Κατερίνα Ευαγγελάτου Σκηνοθεσία: Κώστας Σιλβέστρος Παίζουν: Προκόπης Αγαθοκλέους, Ανδρέας Τσέλεπος, ...

«Κραυγή» από το Θέατρο Αντίλογος

Συγγραφέας: Tennessee Williams Μετάφραση: Έλλη Παπακωνσταντίνου, Αθηνά Μαξίμου Σκηνοθεσία: Εβίτα Ιωάννου Σκηνικά-κοστούμια: Εδουάρδος Γεωργίου ...

«Ο Γλάρος»

Το Θέατρο Δέντρο παρουσιάζει το αριστούργημα του Τσέχωφ σε σκηνοθεσία του Κώστα Φιλίππογλου, ο ...

Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια

Η σκηνοθετική προσέγγιση του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη παραμένει εμμονικά προσκολλημένη στην προσπάθεια αποσύνδεσης της παράστασης ...

X