Ιστορικές ειδήσεις για τον Ατσά: Ένα χωριό της Σολέας που χάθηκε

  • Στον ευπαίδευτο πανιερώτατο μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτο

    Μέχρι πρόσφατα, στο ευρύ κοινό ήταν γνωστό ότι με το όνομα Ατσάς είναι μόνο ένας ποταμός, μάλλον χείμαρρος, αλλά τόσο δημοσιευμένες πηγές όσο και αρχειακό υλικό μάς γνωστοποίησαν ότι, εκτός από τον χείμαρρο Ατσά, υπήρχε και ομώνυμο χωριό το οποίο χάθηκε με την πάροδο των αιώνων. Στα γειτονικά χωριά βέβαια της περιοχής της Σολιάς κάποιοι γνωρίζουν μέσω της προφορικής παράδοσης ότι σε κάποιο συγκεκριμένο μέρος υπήρχε κάποτε χωριό με το όνομα Ατσάς και βέβαια ο οικισμός αυτός ήταν οικοδομημένος κοντά στον χείμαρρο Ατσά. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται σε βενετικές πηγές οι οποίες μαρτυρούν όχι μόνο την ύπαρξη του χωριού, αλλά διασώζουν επιπρόσθετα και στοιχεία για τους φεουδάρχες του χωριού, ακόμη και λεπτομερή στοιχεία για κάποιος πάροικους του χωριού που είχαν καταγραφεί σε κατάστιχο. Οι πιο πάνω πηγές προσθέτουν σημαντικά στοιχεία για τα χωριά της μεγαλονήσου που χάθηκαν με την πάροδο των αιώνων. Όπως έχουμε επισημάνει και σε άλλα δημοσιεύματά μας, η εγκατάλειψη οικισμών μπορεί να είχε συμβεί για διάφορους λόγους. Μεταξύ άλλων, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι η ερήμωση και εγκατάλειψη ενός οικισμού ήταν δυνατόν να επισυμβεί είτε γιατί κάποια επιδημία συνέτεινε στον αποδεκατισμό του πληθυσμού ενός χωριού και στη συνέχεια στην ερήμωσή του, είτε γιατί η ανομβρία ή η ξηρασία ανάγκασε τους κατοίκους να μετακινηθούν σε άλλους οικισμούς. Επίσης, στις περιπτώσεις παράκτιων χωριών, πολλές φορές κατά τους περασμένους αιώνες λόγω των πειρατικών επιδρομών ή και άλλων εχθρικών επιθέσεων οι κάτοικοι μετακινούνταν στα ενδότερα και δημιουργούσαν νέους οικισμούς στην ενδοχώρα, οι οποίοι ήταν ασφαλώς περισσότερο προστατευμένοι από τέτοιες επιθέσεις.

    Το χωριό Ατσάς αναφέρεται σε όλους τους βενετικούς καταλόγους με τα χωριά της Κύπρου και γενικά στις βενετικές πηγές και απαντά ποικιλοτρόπως ως Azza, Azzas, Aza, Azia, Azza de Paloli, Atsa de Malatesta. Οι δύο τελευταίες ονομασίες του χωριού με αναφορά των οικογενειών Palol και Malatesta αφορά τους φεουδάρχες που κατείχαν τον Ατσά κατά τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας, στους οποίους θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Οι πιο πάνω αναφορές απαντούν σε πηγές των ετών 1521 έως το 1533, καθώς και στη χρονική περίοδο από το 1549 έως το 1566. Η Κύπρος κατά τη Βενετοκρατία είχε έντεκα διαμερίσματα και ένα από αυτά ήταν το διαμέρισμα της Πεντάγιας στο οποίο ανήκε και το χωριό Ατσάς. Από το 1521 έως το 1566 ο Ατσάς απαντά ως οικισμός στις βενετικές πηγές, ενώ το 1811 επί Τουρκοκρατίας αναφέρεται ως τιμάριο (τσιφλίκι) και το 1825 το χωριό φαίνεται ότι ήδη είχε ερημώσει και εγκαταλειφθεί. Κατά την τελευταία απογραφή πληθυσμού, την οποία διενήργησαν οι Βενετοί διοικητές στην Κύπρο, το έτος 1565, το χωριό Ατσάς είχε πενήντα κατοίκους, ελεύθερους καλλιεργητές αρσενικού γένους, χωρίς βέβαια στον προαναφερόμενο αριθμό κατοίκων να περιλαμβάνονται οι πάροικοι αλλά και τα γυναικόπαιδα.

    Είναι σημαντικό επίσης να αναφέρουμε ότι το χωριό Ατσάς σημειώνεται ως χωριό και στον περίφημο χάρτη του Κύπριου μηχανικού Λεωνίδα Αττάρ. Ο σπουδαίος αυτός Κύπριος μηχανικός είχε εργοδοτηθεί από τους Βενετούς διοικητές της Κύπρου ως βοηθός του ειδικού από τη Βενετία που έφθασε στην Κύπρο για οριοθέτηση των χωριών που αποτελούσαν κρατική ιδιοκτησία, δηλαδή ανήκαν στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Ο Αττάρ υπήρξε ο σχεδιαστής και συντάκτης ενός χάρτη της Κύπρου, τον οποίο είχε πραγματοποιήσει το 1542. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι για πρώτη φορά ένας Κύπριος έφερε σε πέρας ένα τέτοιο έργο και βέβαια πολύ δύσκολο για την τότε εποχή. Αργότερα, οι Βενετοί διόρισαν τον Λεωνίδα Αττάρ στη Βενετία ως σημαντικό μηχανικό για να κατασκευάζει γεφύρια, σύμφωνα με ένα μοναδικό τρόπο που αυτός είχε επινοήσει.

    Οι φεουδάρχες του Ατσά

    Σε ένα δημογραφικό έγγραφο που είχε συνταχθεί το 1549 από τον Φλώριο Βουστρώνιο, σπουδαίο ιστορικό της Κύπρου που έζησε τον 16ο αιώνα στη βενετοκρατούμενη Κύπρο και υπηρέτησε σε υψηλές θέσεις τη βενετική διοίκηση στη μεγαλόνησο, έχουμε πληροφορηθεί ενδιαφέροντα στοιχεία για τους φεουδάρχες του Ατσά. Στο εν λόγω δημογραφικό έγγραφο το χωριό αναφέρεται ως Ατσάς του Palol και ως Ατσάς του Malatesta, γεγονός που μαρτυρεί ότι το χωριό ανήκε εξ ημισείας στους δύο φεουδάρχες. Δεν αναφέρονται ωστόσο τα βαπτιστικά ονόματα των δύο φεουδαρχών, γεγονός που προκαλεί δυσχέρειες σε ό,τι αφορά τα προσωπογραφικά στοιχεία τους. Εντούτοις, όμως, τουλάχιστον για τον φεουδάρχη Palol, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε για την οικογένεια αυτή, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι πρόκειται για τον Πέτρο Palol, εγγονό του διοικητή της Πάφου και ομώνυμό του. Το όνομα της φεουδαρχικής αυτής οικογένειας απαντά ποικιλοτρόπως στους Κύπριους χρονικογράφους και γενικά στις φραγκικές και βενετικές πηγές. Το συναντάμε στον Γεώργιο Βουστρώνιο, όταν αναφέρεται στον Πέτρο Palol ως Πιέρ Εμπαλώ, που ακολούθησε τη νόμιμη βασίλισσα Καρλόττα ως οπαδός της στην Κερύνεια.

    Επίσης, ο χρονικογράφος Λεόντιος Μαχαιράς, αναφερόμενος σε ένα μέλος της οικογένειας που ήταν νομόκριτος της γραμματείας του βασιλείου της Κύπρου, σημειώνει το όνομα ως Μπαλιόν, και για το συγκεκριμένο πρόσωπο Έκτωρ ντα Μπαλιόν. Από τον ιστορικό Φλώριο Βουστρώνιο πληροφορούμαστε για έναν Pietro Enpolo που είχε περί το 1464 ως φέουδα τα χωριά Παλιομάσσαρα και Αυλώνα, τα οποία ανήκαν τότε στο διαμέρισμα της Πεντάγιας, όπως και ο Ατσάς. Κατά τη Βενετοκρατία, το όνομα το συναντάμε στις πηγές ως Impalo, Paloli ή και Palol.

    Ο Πέτρος Palol, ο οποίος πρέπει να ήταν ο φεουδάρχης του Ατσά, σχετίζεται και με τον ναό της Ποδίθου στη γειτονική Γαλάτα, αφού παντρεύτηκε τη θυγατέρα του Δημήτρη και της Ελένης da Coron, κτητόρων του ναού. Στις τοιχογραφίες του ναού της Ποδίθου εμφανίζεται και ο ίδιος με τη σύζυγό του ως κληρονόμοι των κτητόρων της μονής. Ο ίδιος είχε κληρονομήσει και τα χωριά Καπούτι και Στρόβολο, τα οποία ανήκαν στον πατέρα της συζύγου του Δημήτρη da Coron. Η οικογένεια Palol ήταν καταλανικής καταγωγής και είχε συνδεθεί με επιγαμίες και με άλλες σημαντικές οικογένειες της Κύπρου την ίδια εποχή, όπως τις οικογένειες Στράμπαλη, Φλάτρο, Αττάρ, αλλά και με τον φραγκικό βασιλικό οίκο των Lusignan.

    Σχετικά με τον άλλο φεουδάρχη του Ατσά της οικογένειας Malatesta, δεν έχουμε εντοπίσει αρκετά στοιχεία, εκτός από μια παραχώρηση ενός φέουδου και πάλι στο διαμέρισμα της Πεντάγιας. Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Φλώριος Βουστρώνιος περί το 1464, ο βασιλιάς Ιάκωβος Β’ Lusignan είχε παραχωρήσει στον ευνοούμενό του Θωμά Μαλατέστα (Malatesta Thomasin), ιταλικής καταγωγής, το Κόκκινο Πραστειό (Prastio Rosso). Μετέπειτα, το χωριό αυτό έγινε γνωστό ως Πραστειό της Μόρφου. Προφανώς ο φεουδάρχης του Ατσά ή μάλλον αυτός που κατείχε το μισό χωριό ως φέουδο, αφού το άλλο μισό ανήκε στον Πέτρο Palol ή Paloli, όπως αναφέρεται σε βενετική πηγή, πρέπει να ήταν απόγονος του Θωμά Malatesta.

    Το δημογραφικό κατάστιχο, το οποίο συντάχθηκε από τον Φλώριο Βουστρώνιο το 1549, διέσωσε όχι μόνο τα ονόματα των δύο φεουδαρχών του χωριού, Palol και Malatesta, αλλά διέσωσε επιπρόσθετα και προσωπογραφικά στοιχεία παροίκων που κατάγονταν από τον Ατσά και σε ποιον φεουδάρχη ανήκαν. Μεταξύ αυτών των παροίκων, αναφέρονται τα εξής. Η Μαρία, τριάντα πέντε ετών, ήταν παντρεμένη με τον Σάββα Αμπελικό, ο οποίος ήταν από τον Ατσά, φέουδο του Palol. Επίσης, πάροικος του Palol από τον Ατσά ήταν η Λινόρα του Χριστόφορου Αμπελικού, η οποία ήταν παντρεμένη με τον Πέτρο Νικολή του Πιέρου, σαράντα ετών, που καταγόταν από την Περιστερώνα. Το ανδρόγυνο αυτό, των παροίκων που ήταν στη δικαιοδοσία του φεουδάρχη Palol, είχε τρία παιδιά, τον Φλουρή έντεκα ετών, τον Χριστοφή τεσσάρων και τη Μαρίτα που ήταν εννέα μόλις μηνών.

    Τέλος, το πιο σημαντικό στοιχείο για το χωριό Ατσάς που χάθηκε με την πάροδο των αιώνων “μνημειώνεται” θα λέγαμε και σε μια εικόνα του αγίου Γεωργίου. Η σχετική αυτή είδηση μάς κοινοποιήθηκε από τον μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτο, τον οποίο και από αυτή τη θέση θερμώς ευχαριστούμε. Στην Ευρύχου, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου φυλάσσεται μια εικόνα του αγίου Γεωργίου, γνωστή στο κοινό, όπως διασώθηκε στην προφορική παράδοση, ως εικόνα του αγίου Γεωργίου του Ατσά. Είναι πρόδηλο ότι η εικόνα αυτή, μετά την ερήμωση και εγκατάλειψη του χωριού, μεταφέρθηκε στο γειτονικό χωριό Ευρύχου και παραχωρήθηκε ως αφιέρωμα στην εκκλησία, η οποία ήταν αφιερωμένη στον ίδιο άγιο. Το γεγονός αυτό μας επιτρέπει να εικάσουμε ότι μέρος του πληθυσμού του Ατσά, μετά την ερήμωση του χωριού, πρέπει να μετοίκησε στην Ευρύχου και ότι πολύ πιθανόν στο πάλαι ποτέ χωριό Ατσάς να υπήρχε εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο.

    Οι βενετικές πηγές, ένας χάρτης, μια εικόνα και η προφορική παράδοση “τάραξαν τον ύπνο”, έστω για λίγο, θα μπορούσαμε να πούμε, του χωριού Ατσά των φεουδαρχών Palol και Malatesta που εδώ και αιώνες εξέλιπε…

    You May Also Like

    Αναζητώντας τα ίχνη της Αγνής Μαργαρίτη

    Γράφει η Νάσα Παταπίου Τα νοταριακά έγγραφα, που συντάχθηκαν στη Βενετία από Κυπρίους, μετά ...

    Το βούτυρο της αναρής

    Μια αποκλειστικά ριζοκαρπασίτικη μέθοδος παρασκευής βουτύρου αναρής αναβίωσε στην κατεχόμενη κωμόπολη και καταγράφηκε για ...

    Βιογραφικά στοιχεία της Μαρίας Ντάβιλα Memmo

    Γράφει η Νάσα Παταπίου Η Μαρία Ντάβιλα Memmo ήταν γόνος της οικογένειας Ντάβιλα (Davila), ...

    Εξωτικά ζώα και πτηνά στην αυλή των Lusignan

    Μες την ποδιά της τον παπαγάλο της κρατούσε που χάθηκε περιπλανώμενος στη Νίκαια μα ...

    Ο Ιάσoνας Lusignan και η οικογένειά του

    Επιχειρούμε και σήμερα ένα ταξίδι στη γενεαλογία των Lusignan και συγκεκριμένα στην οικογένεια του ...

    Ιστορικές ειδήσεις για τον Στρόβολο

    Στο σημερινό μας δημοσίευμα θα εξετάσουμε τόσο την ετυμολογία του τοπωνυμίου Στρόβολος όσο και ...

    X