Το Τίμημα

Συγγραφέας: Άρθουρ Μίλλερ
Σκηνοθεσία: Άδωνης Φλωρίδης
Σχεδιασμός Φωτισμών: Αλεξάντερ Γιότοβιτς
Σκηνικά / Κοστούμια: Λάκης Γενεθλής
Μουσική Επιμέλεια: Άδωνης Φλωρίδης

Ερμηνεύουν: Ευτύχιος Πουλλαΐδης, Μηνάς Τίγκιλης, Μέλανη Στέλιου, Λουκάς Ζήκος

Παραγωγή: Θέατρο Versus

Συγγραφέας που πίστεψε στον κοινωνικό ρόλο του θεάτρου, ο Arthur Miller αντιμετώπισε τη συγγραφή ως το μέσο με το οποίο μπορούσε να καυτηριάσει το κοινωνικό γίγνεσθαι και τον αντίκτυπό του στον ανθρώπινο ψυχισμό. Ο ψυχολογικός ρεαλισμός τού έδωσε τη φόρμα και την τεχνική, ενώ η δεκαετία του 1930, οι επιπτώσεις της Μεγάλης Ύφεσης που έφερε το Κραχ του 1929 και η κατάρρευση των αξιών που πρέσβευε το American Dream, του προσέφεραν το πρωτογενές υλικό από όπου μπορούσε να αντλήσει τις ιστορίες και τους ήρωές του. «Το Τίμημα» (The Price) αποτελεί το κατ’ εξοχήν έργο που εμπίπτει σε αυτήν τη θεματολογία, εμπεριέχοντας ταυτόχρονα αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία: η οικονομική χρεοκοπία της πλούσιας εβραϊκής οικογένειας μετά το Κραχ, η κατάρρευση του πατέρα και εν τέλει της μητέρας, η ανταγωνιστική σχέση των δύο αδελφών. Αν και η βασική ιδέα του έργου διαμορφώνεται ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Μίλλερ εν τέλει κατορθώνει να το γράψει το 1967, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα του. Σε μια σοφίτα με στοιβαγμένα παλιά έπιπλα, δύο αδέλφια, ο Βίκτορ και ο Ουόλτερ, συναντιούνται μετά από 16 ολόκληρα χρόνια. Με αφορμή την κατεδάφιση του κτηρίου η σοφίτα ανοίγει και πάλι, ενώ τα έπιπλα, που κουβαλούν την ιστορία της οικογένειας, ξεσκεπάζονται και μαζί τους αναδύονται όλα τα τρωτά της σημεία: αναμνήσεις, επώδυνες αλήθειες, λάθη, ενοχές, συγγνώμες.

Η δράση στο έργο είναι ελάχιστη. Όλη η δραματική ένταση βασίζεται στον ψυχογραφικό λόγο του Μίλλερ ο οποίος κατορθώνει με αριστοτεχνικό τρόπο να σκιαγραφήσει τους τέσσερις ήρωες, ενώ οι μεταξύ τους διάλογοι συμπληρώνουν σταδιακά τις ψηφίδες που λείπουν για να κατανοήσουμε το παρελθόν και το παρόν τους: τη σχέση ανάμεσα στα δύο αδέλφια, τη σχέση τους με τον πατέρα, τη σχέση τους με τις συζύγους τους, τη ρήξη πατέρα-μητέρας. Οι επιλογές του παρελθόντος αποκαλύπτουν το τίμημά τους. Ο Ουόλτερ εγκαταλείπει την οικογένειά του για να ακολουθήσει τις προσωπικές του φιλοδοξίες. Ο Βίκτορ θυσιάζει την προσωπική του φιλοδοξία να γίνει γιατρός και αφοσιώνεται στη φροντίδα του πατέρα. Δρώντας πάντα εκ του ασφαλούς επιλέγει τη συμβατική και γεμάτη στερήσεις ζωή ενός αστυνομικού. Μέχρι το κλείσιμο της αυλαίας τα δεδομένα και για τους δύο ανατρέπονται, καθώς οι αλήθειες που αποκαλύπτονται είναι καταιγιστικές. Με τον Ρωσσοεβραίο υπερήλικα παλαιοπώλη και έμπορο να κυκλοφορεί ανάμεσα στα ψυχικά ράκη και να υπολογίζει την «τιμή» των επίπλων, το «τίμημα» του παρελθόντος αποδεικνύεται πολύ μεγαλύτερο.

Όπως και η επιλογή του Βίκτορ, η σκηνοθεσία του Άδωνη Φλωρίδη κινήθηκε στα ασφαλή μονοπάτια του ψυχολογικού ρεαλισμού. Ακολουθώντας σχεδόν κατά γράμμα τις σκηνικές οδηγίες του συγγραφέα (επιμένω: πρέπει και έχει μεγάλη σημασία να αναφέρεται η μετάφραση που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης), μας δίνει μια «κλασική» εκδοχή του έργου σε μια παράσταση καλοστημένη, χαμηλών τόνων και με ουσιώδη εσωστρέφεια. Μέσα από μια κινηματογραφική αισθητική, απόλυτα ταιριαστή με την ατμόσφαιρα της εποχής και το είδος του έργου, η σκηνοθεσία διεισδύει στην ουσία της ρεαλιστικής φόρμας και κατορθώνει να δημιουργήσει μια παράσταση με εσωτερικό ρυθμό και ένταση, ισορροπημένο χιούμορ και αιτιολογημένες δραματικές και υποκριτικές κορυφώσεις. Στο αποτέλεσμα αυτό συμβάλλουν όλα τα επιμέρους στοιχεία της παράστασης.

Το σκηνικό στο συγκεκριμένο έργο αποτελεί από μόνο του έναν ξεχωριστό «χαρακτήρα». Η αδιάκοπη αναφορά στα έπιπλα και η ανάδυση των αναμνήσεων καθώς αυτά αποκαλύπτονται, δημιουργεί τις απαραίτητες εστίες δράσης σε ένα έργο όπου κυριαρχεί απόλυτα ο λόγος: το γραμμόφωνο από όπου ακούγονται οι εύστοχες και ατμοσφαιρικές μουσικές επιλογές αλλά και ο δίσκος «γέλιου» που ανοίγει και κλείνει το έργο, η άδεια πολυθρόνα του πατέρα –σύμβολο της γενικότερης απουσίας του–, η σπασμένη άρπα της μητέρας, η ντουλάπα με τα ρούχα που αποκαλύπτουν την πρότερη ευημερία και ευμάρεια της οικογένειας. Το σκηνικό του Λάκη Γενεθλή, συνεπές προς το έργο και το ύφος της σκηνοθεσίας, φορτωμένο αλλά όχι φλύαρο και χωρίς να δυσχεραίνει την κίνηση των ηθοποιών, δίνει αφορμές για να αποκαλυφθούν σταδιακά τα μυστικά του παρελθόντος.

Οι τέσσερις ηθοποιοί με τις ερμηνείες τους βρίσκουν με απόλυτη συνέπεια και ακρίβεια τις σωστές εντάσεις του ρόλου τους, αλλά και τις μεταξύ τους ισορροπίες. Ο Μηνάς Τίγκιλης στον ρόλο του Βίκτορ μεταδίδει την ηρεμία, την εσωτερική πάλη αλλά και την αδυναμία του ήρωα να ρισκάρει και να σπάσει τα στεγανά του ασφαλούς και συμβατικού δρόμου που επέλεξε. Ο Λουκάς Ζήκος στον ρόλο του Ουόλτερ, του αδελφού που θυσίασε την οικογένεια στον βωμό της προσωπικής φιλοδοξίας και επιτυχίας, δίνει στον χαρακτήρα έναν ισορροπημένο τόνο επιτυχίας και νίκης, αφήνοντας σταδιακά να αποκαλυφθεί το τίμημα των δικών του επιλογών. Η «ισορροπία συμπάθειας» ανάμεσα στα δύο αδέλφια, την οποία ζητά ο Μίλλερ στις οδηγίες του, τηρήθηκε απόλυτα στην παράσταση. Η Μέλανη Στέλιου έδωσε μια εύθραυστη Έσθερ η οποία παραπαίει διαρκώς ανάμεσα στη σκληρότητα και την πεζότητα της καθημερινότητάς της και στην ευαισθησία μιας γυναίκας που, αν κάποτε έβρισκε καταφύγιο στην ποίηση, τώρα το βρίσκει στο αλκοόλ. Από τους πιο ενδιαφέροντες γυναικείους χαρακτήρες που δημιουργεί ο Μίλλερ (που συνήθως δεν φημίζεται για αυτούς), η Έσθερ της Μέλανης Στέλιου δημιουργεί γέφυρες επικοινωνίας με τις ευάλωτες «τενεσικές» ηρωίδες. Απολαυστικός ο Ευτύχιος Πουλλαΐδης στον ρόλο του υπερήλικα Γκρέκγορι Σόλομον. Η ερμηνεία του αριστοτεχνική, δίνει όλη την πολυμορφία του αινιγματικού αυτού χαρακτήρα, κωμικού και σοφού ταυτόχρονα, του ανθρώπου που βλέπει τη θετική πλευρά της ζωής, που παλεύει, πέφτει και σηκώνεται πιο δυνατός. Χωρίς να ξεφεύγει από το μέτρο, ο Ευτύχιος Πουλλαΐδης μεταβαίνει με ουσία και εσωτερικότητα από το κωμικό στο τραγικό, επιβεβαιώνοντας το εύρος του ταλέντου του.

Η τελική σκηνή με τον Σόλομον καθήμενο στην καρέκλα του πατέρα να γελά εκκωφαντικά, μας αφήνει να αναρωτιόμαστε ποιος τελικά είναι ο νικητής και ποιος ο χαμένος. Εν τέλει, όμως, το «τίμημα» πληρώνεται και από τους δύο.

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

Ο Μάρκος Σεφερλής στην Κύπρο

Ο Μάρκος Σεφερλής έρχεται και φέτος στην Κύπρο για περιοδεία με τη νέα του ξεκαρδιστική επιθεώρηση «Greece ...

O ΘΟΚ γιορτάζει την Παγκόσμια Μέρα Θεάτρου στις 27 Μαρτίου

Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου γιορτάζει την Παγκόσμια Μέρα Θεάτρου όπως ορίστηκε η 27η Μαρτίου, ...

Σεπτέμβριος στο theYard.Residency.17

Δύο δράσεις θα λάβουν χώρα τον Σεπτέμβρη στο πλαίσιο του theYard.Residency.17 που πραγματοποιεί από ...

Μικρή Ιστορία από Χαρτί: Οι ΧΑΡΤΟ-φύλακες από το Θέατρο Ειδεκανού

Θα ήταν μια συνηθισμένη μέρα για την ΧΑΡΤΟ-φύλακα, αν δεν έβρεχε… Και αν δεν ...

Εργαστήριο της Τρίτης «Έστω ότι…» στο Θεατρικό Μουσείο Κύπρου

Μια σειρά εργαστηρίων που πραγματοποιήθηκαν στο Θεατρικό Καταφύγιο ΘΟΚ ως “Εργαστήρια της Τετάρτης” κατά ...

«Έξω από την πόρτα του Στάλιν» στη Λευκωσία

Το θέατρο Versus ταξιδεύει στη Λευκωσία με το έργο του Μιχάλη Παπαδόπουλου «Έξω από ...

X