Η μάνα του δόκτορος

Η μάνα του πάσχιζε ακόμα να το χωνέψει – ο γιος της δεν ήταν “σαν τα άλλα τα παιδιά”. Δεν ήταν, ας πούμε, σαν τον Γιαννάκη, τον γιο της γειτόνισσας (από τη δεξιά μεριά). Αυτός, ο Γιάννης δηλαδή, είχε μια πολύ εντάξει, μια πολύ κανονική πορεία. Μολονότι δεν πέρασε μηχανολόγος μηχανικός στο Πολυτεχνείο, εξασφάλισε μ’ αυτά και μ’ αυτά μια θέση σε ένα πανεπιστήμιο της Αγγλίας. Πανεπιστήμιο της σειράς δηλαδή. Με ένα παράξενο όνομα, που κανείς δεν μπορούσε να προφέρει.

Η μάνα του φρόντισε να το έχει γραμμένο σ’ ένα χαρτάκι μες στο πορτοφόλι της – μην την πιάσει αδιάβαστη καμιά πελάτισσα εκεί στο κομμωτήριο της γειτονιάς όπου σύχναζε αδιαλείπτως κάθε Σάββατο πρωί. Και τι μ’ αυτό; Το δυσπρόφερτο όνομα προσέδιδε μεγαλύτερο κύρος στο πανεπιστήμιο, το έκανε πιο εξωτικό. Άλλο να λες, ας πούμε, σαν τη μάνα του Πάμπου και του Γιωργάκη “Οξφόρδη” (ελληνικό ακούγεται καλέ!), κι άλλο να λες “Bedfordshire” (με τα σύμφωνα να στριμώχνονται σαν μανιακά στο στόμα της χωριάτισσας μάνας). Μια χαρά τελείωσε τις σπουδές του, που λέτε ο Γιαννάκης, κι έγραψε και το περίφημο “BA in Mechanical Engineering” στο βιογραφικό του, έβαλε δικαιωματικά και με το σπαθί του δίπλα από τα “αγγλικά” ένα βαρύγδουπο “Άριστη γνώση” (κι ας πλήρωνε μεταφραστή για τις αιτήσεις που έκανε πέρα δώθε), υπέγραψε ως “Ιωάννης” και βγήκε στην πιάτσα για να βρει δουλειά. Αφού ο σπόνσωρ πατήρ κέρασε όλη την αφρόκρεμα της Λευκωσίας ψάρι (ήταν ιχθυοπώλης το επάγγελμα – προσοχή, όχι ψαροπώλης ή ψαράς) κι αφού η μάνα του έκανε καμιά εικοσαριά τηλεφωνήματα στη Μαρούλα, την Κυπρούλα, τη Γιωργούλα και σε όποια άλλη παλιά συμμαθήτρια είχε πάρε-δώσε με βουλευτές και δημοτικούς συμβούλους, κατάφεραν τελικά να μπάσουν τον Γιαννάκη, τον εν Bedfordshire πεπαιδευμένον, στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων.

Τα υπόλοιπα ήρθαν από μόνα τους, σαν η φυσική πορεία ενός επιτυχημένου δημόσιου υπαλληλάκου – αυξήσεις, προαγωγές, γάμος, κι άλλος γάμος, σπίτι, κι άλλο σπίτι, αμάξι, κι άλλο αμάξι. Ο Γιαννάκης, που λέτε, πολύ κανονικά είχε διευθετήσει τη ζωή του. Κι ο Πάμπος, όμως, της γειτόνισσας (από την αριστερή μεριά) δεν πήγαινε πίσω. Και μην βιάζεστε να βγάλετε συμπεράσματα. Μια χαρά τα κανόνισε κι ο Πάμπος, παρά το όνομά του. Αυτός είχε μπέσα περισσή. Δήλωσε εξ αρχής πως αποστρεφόταν τα κυπριακά και τα ελλαδικά πανεπιστήμια – όχι, δεν θα την πάθαινε όπως την είχε πάθει ο Γιαννάκης. Εξάλλου, αυτός ήταν για άλλα, πιο μεγάλα πράγματα. Αφού, λοιπόν, φρόντισε να βγάλει ένα δεκαπεντάρι στο απολυτήριο με Γυμναστικές, Γραφικές Τέχνες, Δακτυλογραφίες και άλλα τέτοια επιστημονικά, έφυγε κι αυτός εις Αγγλίας. Κι όχι σε κανένα πανεπιστημιάκι της σειράς με δυσπρόφερτο όνομα σαν αυτό του γιου της Μυρούλας. Αυτού του έκανε πρόταση η Οξφόρδη! Αμέ, η Οξφόρδη (τι κι αν το πανεπιστήμιο λεγόταν Oxford Brookes; Η κυρα-Τασούλα το έκοβε τάχα για δική της ευκολία και δεν είχε καμιά ενοχή πως δεν έλεγε την αλήθεια). Και μέχρι να απολυθεί απ’ τον στρατό, ήταν όλη η γειτονιά με την αγωνία – θα δεχτεί τη θέση στην Οξφόρδη ο γιος της Τασούλας; Γιατί, βλέπετε, είχε κι από άλλα πανεπιστήμια προτάσεις… Τελικά, η Οξφόρδη τον κέρδισε – ή μάλλον, “η Οξφόρδη κέρδισε”, σκέτα νέτα. Τελείωσε, λοιπόν, με χίλια δυο βάσανα ο Πάμπος τις σπουδές του, έκανε κι ένα μεταπτυχιακό – γιατί έτσι κάνουν όλοι – και επέστρεψε Κύπρο, επίδοξος δικηγόρος πια. Αλλά, όπως είπαμε, αυτός είχε μπέσα περισσή.

Όλα τα είχε υπολογίσει. Κατάφερε ο άτιμος να παντρευτεί μια δικηγορίνα, κόρη ενός μεγαλοδικηγόρου της πρωτεύουσας. Εν μια νυκτί η ταμπέλα που κοσμούσε το ξακουστό γραφείο του πεθερού του μεγάλωσε για να χωρέσει το “Χαράλαμπος Καλλής”. Το Πάμπος, όπως ήταν αναμενόμενο, πήγε περίπατο. Η μάνα του περνούσε κάθε μέρα έξω απ’ το γραφείο του και καμάρωνε την ταμπέλα. Μες στο απλοϊκό μυαλό της η επιγραφή φάνταζε ακόμη μεγαλύτερη: “Χαράλαμπος Καλλής, γιος της Τασούλας Καλλή το γένος Ττερπιέ”. Και στο κομμωτήριο το πρωί του Σαββάτου, γινόταν κεντρική ατραξιόν η κυρα-Τασούλα. Αληθινή πηγή κουτσομπολιού! Και, προπαντός, αξιόπιστη πηγή! Κι οι γαλοπούλες της γειτονιάς να ανοίγουν διάπλατα τα μάτια τους και να ζηλεύουν κατά βάθος την Τασούλα που έχει πρόσβαση στα άπλυτα των μεγάλων σπιτιών της πρωτεύουσας. Κι ανάμεσά τους, κι η μάνα του ανθρωπάκου μας. Εκείνου του “αλλιώτικου” που λέγαμε στην αρχή.

Αυτός, ο δικός μας, δεν ήταν μέτριος μαθητής, δεν πήγε σε κανένα πανεπιστήμιο της σειράς στην Αγγλία, δεν βρήκε δουλειά χρησιμοποιώντας ψάρια, γνωριμίες ή το μόριό του, δεν έβγαζε λεφτά με τη σέσουλα και δεν είχε ταμπέλα με αναβαθμισμένο όνομα για να καμαρώνει η μάνα του. Αυτός είχε να παρουσιάσει ένα απολυτήριο παντελώς μονότονο – όλο 20. Τόσο μονότονο όσο η ζωή που επέλεξε να κάνει. Πέρασε πρώτος Ελληνική Φιλολογία στην Αθήνα. Αποφοίτησε πρώτος. Πήρε θέση στο Cambridge. Τελείωσε το Cambridge. Έκανε διδακτορικό με υποτροφία στην Οξφόρδη (Οξφόρδη. Τελεία. Κανένα Brookes ή Σουξ ή Μουξ). Επέστρεψε στην Κύπρο για τα μάτια μιας κοπελιάς – κι αυτή φιλόλογος, την τύχη της μάνας του μέσα. Διάβαζε όλη μέρα (έκανε έρευνα, έλεγε…) κι έστελνε αιτήσεις όλη νύκτα. Δούλεψε παντού (κατά τον ίδιο) και πουθενά (κατά τη μάνα του). Τι; Θα ‘λεγε στη μάνα του Γιαννάκη του μηχανολόγου και στη μάνα του Χαράλαμπου του δικηγόρου πως ο δικός της γιος δούλευε σε μια καφετέρια τα πρωινά κι έκανε φροντιστήρια το απόγευμα; Κι ύστερα ποιος θα την πίστευε που είχε πει τόσα και τόσα για τις πρωτιές και το Cambridge και την Οξφόρδη και το διδακτορικό και το “δόκτωρ”; Γιατί κι ο δικός της γιος είχε αλλάξει όνομα. Κάθε Σάββατο πρωί, μπροστά στη Μυρούλα και την Τασούλα και τις άλλες γαλοπούλες της γειτονιάς, μέσα στη μυρωδιά καμένων μαλλιών και οξυζενέ, ο Γιωργάκης της γινόταν Γιώργος, δόκτωρ Γιώργος.

Και δεν χρειαζόταν να προσθέσει τίποτα άλλο. Και σ’ εκείνο το “δόκτωρ” είχε εναποθέσει όλες της τις ελπίδες. Και δεν σταματούσε λεπτό να τον ρωτά για την έρευνα και τις αιτήσεις και τα σχέδιά του και τις θέσεις και τα δοκτορά. Πάνε αυτά, τελειώσανε – την απόπαιρνε κι αυτή έστρεφε αλλού το βλέμμα, δύσπιστη και βουρκωμένη. Τι θα ‘λεγε τώρα στις γειτόνισσες που τους είχε τάξει λέκτορα στα πανεπιστήμια και της βγήκε τελικά σερβιτόρος; Αν μπορούσε, αν μπορούσε μονάχα να μην πατήσει ποτέ ξανά το πόδι της στο κομμωτήριο… Αλλά δεν γινότανε. Κατά πρώτον, ήταν ζήτημα ενημέρωσης. Κατά δεύτερον, ήταν ζήτημα σαβουάρ βιβρ. Τι θα έλεγαν οι γειτόνισσες αν έβλεπαν τη μάνα του Γιωργάκη, του Γιώργου, του δόκτορος Γιώργου, να κυκλοφορεί αχτένιστη στη γειτονιά;

+ Τα διηγήματα της Κατερίνας Μικελλίδου φιλοξενούνται στο “Παράθυρο” κάθε τελευταία Κυριακή του μήνα.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Η παπαδιά

Της Κατερίνας Μικελλίδου Όταν σκεφτόταν πώς είχε κτίσει τη ζωή της, την έπιανε απελπισία. ...

Ο ψηφοφόρος

Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου /katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk Το βάπτισμα του πυρός ως ψηφοφόρος το είχε λάβει ...

Ο πατήρ ενός (υ)ιού

Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου | katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk Ο άνθρωπός μας, κύριος Θεοφύλαχτος Διγενίδης, διέθετε όλα ...

Ζωή στη σύνταξη

Της Κατερίνας Μικελλίδου Ποτέ δεν είχε φανταστεί πως τώρα στα εβδομήντα της αυτή, που ...

Λίγο πριν από το τέλος της οδού Αθηνών

Της Κατερίνας Μικελλίδου / katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk Απ’ όλα τα μέρη του κόσμου που είχε δει ...

Η ανθρωπιά στο ζύγι

Της Κατερίνας Μικελλίδου (katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk) Κάθε φορά που έμπαινε στη συνεδριακή αίθουσα παραπλεύρως του ξωκλησιού ...

X