Κυριάκος Μαργαρίτης : “Η αυλή της γιαγιάς μου, το μόνο σεμινάριο δημιουργικής γραφής που παρακολούθησα”

  • Με αφορμή την παρουσίαση του νέου του βιβλίου “Κρόνακα” στην Πάφο στις 17 Μαρτίου, ο Κύπριος συγγραφέας Κυριάκος Μαργαρίτης μιλά στο “Π”

    Οι ιστορικές εκδόσεις Ίκαρος και το Κέντρο Τεχνών Κίμωνος παρουσιάζουν το Σάββατο 17 Μαρτίου το νέο μυθιστόρημα του Κύπριου συγγραφέα Κυριάκου Μαργαρίτη Κρόνακα, το οποίο παραπέμπει στο εμβληματικό έργο του 15ου αιώνα από τον χρονικογράφο Λεόντιο Μαχαιρά. Με το έργο αυτό ο συγγραφέας επιχειρεί μια μυθιστορηματική ανασυγκρότηση του χρονικού ως τρόπου αφήγησης στον 21ο αιώνα. Λίγες μέρες πριν τη βιβλιοπαρουσίαση και τα όσα έχουν να καταθέσουν για το βιβλίο οι συγγραφείς Χρυσόστομος Σταμούλης και Παναγιώτης Θωμά, ο Κυριάκος Μαργαρίτης μιλά στο “Π” καταθέτοντας τις δικές του σκέψεις γύρω από το βιβλίο.

    Στο μυθιστόρημα Κρόνακα, ο κεντρικός ήρωας, ο Αρσένιος Θησέας, ως “υπαρξιακός ντετέκτιβ” αναλαμβάνει να διερευνήσει τα στοιχεία της μυθολογίας και της ιστορίας της Κύπρου και της Αθήνας προκειμένου να πλάσει ένα σύγχρονο χρονικό. Πόσο δύσκολη είναι μια τέτοια αποστολή;

    Η μυθολογία και η ιστορία της Κύπρου και της Αθήνας είναι οι αφετηρίες για ένα χρονικό που θέλει να συμπεριλάβει, στους επόμενους τόμους του, όλο τον κόσμο. Αν έγραφα αποκλειστικά για την Κύπρο, θα ήταν σαν να έγραφα για τον εαυτό μου χωρίς να αναφέρω τους φίλους μου. Καταλαβαίνεις, με ενδιαφέρει μια οικουμενική δυναμική, αισθάνομαι να με αφορούν προσωπικά ιστορίες από την Αλάσκα έως την Αυστραλία, και έχω την ανάγκη να τις μεταγράψω στο δικό μου εκκλησιαστικό πλαίσιο, για να τις δω να φωτίζονται. Και ακριβώς επειδή όλα τα θεωρώ προσωπική υπόθεση, δεν βρίσκω καμία δυσκολία, και δεν το λέω αλαζονικά, αλίμονο. Απλώς, ζώντας μέσα σ’ αυτό [η γραφή, η ανάγνωση, η γλώσσα], η αφήγηση γίνεται κάτι σαν φυσική λειτουργία, σαν την ανάσα. Το δύσκολο είναι να βρεις τον ρυθμό. Τα άλλα είναι ένας ωραίος περίπατος.

    Εδώ μιλάμε και για μια νέα προσέγγιση του είδους του αστυνομικού μυθιστορήματος; 

    Κοίταξε, μια διάσταση αστυνομικής ιστορίας υπάρχει σε όλα τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα, όσα λειτουργούν ως οδοδείκτες στη δική μου εργασία. Σκέψου, ας πούμε, τα εγκλήματα στον Μπαλζάκ ή τον Ντοστογιέφσκι. Αγαπώ, βεβαίως, και τα ίδια τα αστυνομικά, κυρίως τα νουάρ: ο Ρέιμοντ Τσάντλερ είναι δραστικά παρών στην Κρόνακα. Αλλά αυτό είναι όλο, δεν θα μιλούσα για νέα προσέγγιση του είδους. Το κρίσιμο είναι η αντίληψή μου σχετικά με την ανθρώπινη ιστορία [και ύπαρξη] ως ένα έγκλημα, ένα αστυνομικό μυστήριο το οποίο δεν λύνεται, μόνο λέγεται. Γι’ αυτό ο Αρσένιος αποκαλείται “υπαρξιακός” ντετέκτιβ. Αν ήμουν πιο γενναίος, μπορεί να τον είχα κάνει παπά, ώστε να τελέσει το μυστήριο προς σωτηρία του σύμπαντος κόσμου: η θεία λειτουργία. Αλλά, εντάξει. Καλά είναι κι έτσι.

    Σε μια σκηνή του βιβλίου σου αναφέρεσαι στην αυλή της γιαγιάς ως χώρο όπου ο Κύπριος προσλαμβάνει την ιστορία μέσα από τις συζητήσεις σε ένα κύκλο από πλαστικές καρέκλες. Όλα τα αντιφατικά φαινόμενα της επικαιρότητας, αυτή η παραφροσύνη που ζούμε, με ποιον τρόπο εκφράζονται και μεταδίδονται σε αυτόν τον κυπριακό “χορό” με τις καρέκλες; Διακρίνεις κάποια ιδιαιτερότητα;

    Ούτε που το είχα σκεφτεί αυτό με τον χορό και με βάζεις σε περιπέτειες, γιατί τώρα πρέπει να το γράψω – θυμάσαι και το παιχνίδι, τις μουσικές καρέκλες; Μου άνοιξες νέα μέτωπα! Στην ερώτησή σου τώρα, αναρωτιέμαι αν ισχύει ακόμα το συνήθειο με την αυλή. Μακάρι να ισχύει. Στη γειτονιά μου το ζούμε. Και θυμάμαι με αγάπη κάτι βόλτες, όταν κοιτούσα τις αυλές, τις συνάξεις με φίλους και συγγενείς, μια αίσθηση γιορτής. Ίσως αυτή είναι η ιδιαιτερότητα, η εορταστική ατμόσφαιρα που κάνει ώστε οι κουβέντες στην αυλή [για την ιστορία, την επικαιρότητα κ.λπ.] να μην ταυτίζονται με την οχλαγωγία του καφενείου ή την ανία των πολιτικών συζητήσεων. Εννοώ ότι τα φρικτά συμβάντα της ιστορίας μεταδίδονται από την οικειότητα του ομιλητή, τη θαλπωρή της ομήγυρης. Έτσι τα έζησα εγώ. Δεν εξωραΐζονται, που θα ήταν ψέμα, αλλά αποκτούν νόημα, γιατί κάποιος τα αφηγείται, τα τοποθετεί σε έναν ορίζοντα λόγου – δεν πετάει απόψεις, λέει μια ιστορία. Τώρα που το σκέφτομαι, η αυλή της γιαγιάς μου είναι το μόνο σεμινάριο δημιουργικής γραφής που παρακολούθησα. Εκεί πέρα, οι μυθικές ιστορίες και οι ιστορίες για το Τείχος του Βερολίνου δεν διέφεραν, ανήκαν στο ίδιο μυθιστορηματικό σύμπαν. Αν το κάνω σωστά, το χρονικό μου μπορεί να είναι ένας τέτοιος χορός με καρέκλες: μια γιορτή χαρμόσυνα πένθιμη.

    Αναρωτιέμαι αν συμφωνείς σε αυτό: αν γράφοντας για την ιστορία και τη μυθολογία της Κύπρου ένιωθες ότι έκανες κάτι που οφείλεις στον λαό σου, κάτι που ανταποκρινόταν σε ηθικές και πολιτικές διεκδικήσεις του.

    Θα σου πω το εξής, γιατί είναι κρίσιμα τα πράγματα: είμαι παράφορα ερωτευμένος με όλες τις πατρίδες μου, την Κύπρο, την Αθήνα, το Παρίσι, τη Φλωρεντία κ.ά. Προπαντός με το Άγιο Όρος. Πες με πολυγαμικό. Ο λαός που αγαπώ φωτίζεται στην Εκκλησία. Το λέω και στην Κρόνακα ότι η λειτουργία ετυμολογείται ως έργο λαού. Αυτό με ενδιαφέρει, η προσευχή, το τραγούδι. Η σύναξη των φίλων, μια συνωμοσία αγάπης. Ειδάλλως, δεν χρησιμοποιώ τη λέξη λαός γιατί νιώθω να την προδίδω – πρόκειται περί όχλου. Και το έργο του όχλου το λέμε λιντσάρισμα. Οπότε, στη Σοβιετική Ένωση θα με είχαν τουφεκίσει ως εχθρό του λαού. Δόξα τω Θεώ, στον δικό μου κόσμο, σε σχέση με τον όντως λαό, θέλω να είμαι το παιδί για τα θελήματα. Στον κατ’ εξοχήν λαό μου, της Κύπρου, της Πάφου, της Χλώρακας, έχω απεριόριστη οφειλή, που δεν εξαντλείται. Την Κρόνακα αυτοί οι άνθρωποι την έγραψαν, κατά το ότι μου την προσέφεραν, μου την επέβαλαν. Όχι ότι αντιπροσωπεύω κανέναν, κάθε άλλο. Τίποτα, όμως, δεν θα είχε γίνει, αν δεν είχαμε ζήσει τόσα χρόνια μαζί, αν η κοινότητα δεν με είχε υιοθετήσει, όπως όλους, για να βρω τη φωνή, τον εαυτό μου, μέσα στο ένα γένος, στη μεγάλη οικογένεια. Εν τέλει, τι είναι οι πατρίδες; Η αυλή της γιαγιάς είναι, η πλατεία, ο ναός, π.χ. το ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου πιο κάτω απ’ το σπίτι μου. Εκεί περιγράφεται με ακρίβεια η εξόφληση του ανεξόφλητου χρέους: τα σα εκ των σων. Δεν έχω τίποτα δικό μου να δώσω. Απλώς, επιστρέφω λίγα δώρα, ο μόνος τρόπος που ξέρω για να τα κάνω στ’ αλήθεια δικά μου.

    Πώς αφοσιώθηκες στη συγγραφή; Τη θεωρείς καταφύγιο από την πραγματικότητα, μίμηση ή προέκτασή της; 

    Σκέφτομαι πάντα εκείνη την προτροπή του Σολωμού, να κλείσεις στην καρδιά σου την Ελλάδα για να αισθανθείς κάθε μεγαλείο. Σε παρένθεση, μετά την Ελλάδα, ο ποιητής αναφέρει: o altra cosa [ή ό,τι άλλο]. Το λέω για να μην παρεξηγηθώ που θα διακηρύξω ότι δεν είναι η συγγραφή που έχει σημασία. Το στοίχημα, το μεγαλείο, είναι να έρθουμε σε επαφή με τον Λόγο, να δούμε τον Θεό, να γίνουμε άγιοι. Η γραφή είναι ο δικός μου δρόμος προς αυτόν τον κοινό προορισμό, την κοινωνία του πνεύματος. Αισθάνομαι τεράστια ευγνωμοσύνη μιας και, λόγω των λέξεων, η γραφή με βοηθά λιγάκι καθαρότερα να υποψιάζομαι το μυστήριο αλλά, αν δεν ήταν αυτή, θα ήταν κάτι άλλο: o altra cosa. Το κλειδί, λοιπόν, στην ερώτησή σου δεν είναι η συγγραφή αλλά η αφοσίωση – πώς αλλιώς θα γίνουμε όσιοι; Κατανοείς τώρα ότι δεν με απασχολούν οι μιμήσεις, οι προεκτάσεις, τα καταφύγια κ.λπ., εφόσον μόνη μου έγνοια είναι η αληθινή, η πραγματική πραγματικότητα: ο Λόγος.

    Απ’ ό,τι γνωρίζω, είσαι εξολοκλήρου αφοσιωμένος στη διαδικασία της συγγραφής. Θα τη συνιστούσες και σε άλλους; 

    Τώρα μάλιστα! Τι να σου πω, Παύλο; Σε όλους συνιστώ την ανάγνωση. Όσο για τη γραφή, εγώ είμαι ευτυχισμένος, μου προσκομίζει πληρότητα, φορτίζει τη ζωή μου με μουσική. Αν κρίνω, όμως, από σχόλια φίλων, η ελαφρότατη εργασία μου ίσως πέφτει κομμάτι βαριά: είναι βαριά η καλογερική. Τελικά, αρκούν οι στίχοι του Μπουκόφσκι: αν το έχεις, θα γίνει μόνο του. Αν όχι, παραπέμπω στον Σολωμό: o altra cosa. Μακάρι να αφοσιωθεί ο καθένας στο δικό του εργόχειρο, και όλα θα πάνε καλά.

    + Η παρουσίαση του βιβλίου του Κυριάκου Μαργαρίτη θα γίνει το Σάββατο 17 Μαρτίου 2018 στις 19:00 στην αίθουσα εκδηλώσεων της Τράπεζας Κύπρου στην Πάφο. Για το βιβλίο θα μιλήσει ο καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο συγγραφέας Χρυσόστομος Σταμούλης και ο εκπαιδευτικός [Αγγλική Σχολή Λευκωσίας, Πανεπιστήμιο Frederick] και συγγραφέας Παναγιώτης Θωμά

    Συνέντευξη στον Παύλο Νεοφύτου

    • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

      Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

    You May Also Like

    Η εικόνα του αλκοολικού|Στον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία [Ι]

    Ορέστης Μακρής, ο ηθοποιός που συμμετείχε σε πολλά έργα παίζοντας χαρακτηριστικούς ρόλους, όπως του ...

    Ηρόδοτος: “Ο πατέρας της Ιστορίας” [ΙΙ]

    Στο άρθρο της προηγούμενης Κυριακής αναφερθήκαμε στο 44ο Ετήσιο Συνέδριο της ΠΕΦ και παρουσιάσαμε ...

    ΡΕΝΟΣ ΓΑΒΡΗΣ : Ταινία για την κρίση των ανθρώπων, όχι των αριθμών

    Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Είναι από την Κύπρο, σπουδάζει στη Βοστώνη και ετοιμάζει μια ...

    Εργαστήρια για την Αφηγηματική Τέχνη στο “Πλουμιστό Ψωμί”

    Το Κέντρο Λόγου και Τεχνών Τεχνοδρόμιο διοργανώνει σειρά εργαστηρίων με αντικείμενο την αφηγηματική τέχνη ...

    Στην Κύπρο ο συγγραφέας Αρης Μαραγκόπουλος

    «Η ουτοπία σήμερα: Δείγμα γραφής» είναι ο τίτλος εκδήλωσης στο Εγκώμιο Πολιτιστικό Κέντρο, στην ...

    Ο Σταύρος Χριστοδούλου παρουσιάζει το βιβλίο του «Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός»

    Το νέο του βιβλίο με τίτλο «Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός», που κυκλοφορεί από ...

    X