Λίγο πριν την πρεμιέρα της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του, ο Σάιμον Φαρμακάς μίλησε στο «Π» για την «Κιμμέρια» και τους συνεργάτες του, για το πότε μια ταινία είναι πετυχημένη αλλά και για την «κυπριακή εμπειρία» των γυρισμάτων, που είναι μοναδική

Με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Σάιμον Φαρμακά, «Κιμμέρια», ξεκινά την ερχόμενη Πέμπτη το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες Κύπρος 2018. Πρώτη ταινία αλλά ο ίδιος ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος της δεν είναι άγνωστος στον κινηματογραφικό χώρο. Το πλατό είναι ο οικείος του χώρος… μια ζωή. «Δέκα χρονών, πηγαίναμε για ύπνο γιατί είχαμε σχολείο την επόμενη μέρα και στην κουζίνα μας γινόταν γύρισμα», σημειώνει ο Σάιμον, γιος του αείμνηστου Κώστα Φαρμακά, πρωτοπόρου κινηματογραφιστή στην Κύπρο. Πάντως, εκείνο που τον έπεισε ότι μπορεί να σκηνοθετήσει τη δική του ταινία, ήταν η εμπειρία του στην πρώτη ταινία της Αλίκης Δανέζη Κνούτσεν, «Δρόμοι και πορτοκάλια», το 1996 [Ειρήσθω εν παρόδω, στις Κινηματογραφικές Μέρες Κύπρος 2018 προβάλλεται και η τρίτη μεγάλου μήκους της Κνούτσεν, «Chinatown: τα τρία καταφύγια»]. «Η πρώτη ταινία στην οποία δούλεψα ως βοηθός σκηνοθέτης ήταν η ‘Δρόμοι και πορτοκάλια’. Η Αλίκη ήταν ένα κορίτσι 23 χρονών τότε, που έγραψε ένα σενάριο και έκανε μια ταινία. Έκτοτε είμαι σίγουρος ότι μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, γιατί το είδα να συμβαίνει. Δεν έχει κανέναν να μου πει πως δεν γίνεται ένας 23χρονος να πετύχει κάτι τέτοιο. Δεν το δέχομαι.»

Πότε ήξερες ότι θέλεις να γίνεις σκηνοθέτης;

«Δεν το ήξερα. Ακόμα και τώρα δεν είμαι σίγουρος. Μου αρέσει όμως πολύ ο χώρος. Και μου λείπει να είμαι στο σετ.»

Παρά την πολύχρονη εμπειρία, πάντως, ο Σάιμον Φαρμακάς παραδέχεται ότι «η πρώτη μέρα γυρισμάτων είναι θάνατος. Μπαίνεις στο σετ και όλοι περιμένουν να τους πεις τι να κάνεις. Έχεις ευθύνη κι αυτό με φοβίζει.»

Η Κιμμέρια

Η κωμική ταινία «Κιμμέρια» αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού Κύπριου, του Σκεύου [Άθως Αντωνίου], που μπλέκεται σε διάφορες τραγελαφικές καταστάσεις όταν μια περίεργη σφαίρα πέφτει στο πατατοχώραφό του. Είναι χρεωμένος κι αυτός και η οικογένειά του σε έναν τύπο του οποίου το παρατσούκλι είναι Καρχαρίας [Αντώνης Κατσαρής]. Ο οποίος συλλέγει αντικείμενα και πείθει τον νεαρό να πάρει αυτή τη σφαίρα για τον ίδιο και να του κόψει μερίδιο από το χρέος.

«Προσπαθήσαμε να δώσουμε διάφορα επίπεδα στην ταινία, το σημαντικότερο ωστόσο είναι το πρώτο: μας έπεισε ο Σκεύος, ο κεντρικός χαρακτήρας, ότι αξίζει να παρακολουθήσουμε την περιπέτειά του. Ελπίζω να πείσει και τους θεατές να την απολαύσουν.»

Για την ιστορία, οι Κιμμέριοι αναφέρονται από τον Όμηρο ως ένας λαός εγκατεστημένος σε βόρεια μέρη, όπου ηλιοφάνεια υπάρχει για μία μόνο ώρα. Από τους Κιμμέριους πήρε το όνομά της και η Κιμμέρια, ο σημερινός πορθμός Κερτς που ενώνει τον Εύξεινο Πόντο με τη Θάλασσα Αζόφ. Επιπλέον, η Κιμμέρια παραπέμπει στη χίμαιρα, το ανέφικτο, το άπιαστο όνειρο που νιώθει ο πρωταγωνιστής.

«Ο Σκεύος δεν είναι ευχαριστημένος εκεί που βρίσκεται. Μένει λόγω του χρέους, των υποχρεώσεων της οικογένειας κ.λπ. Έχει ένα όνειρο μια μέρα να φύγει, να κάνει κάτι άλλο».

Χρειάζεται να ερωτευτείς μια ιδέα για να την υλοποιήσεις. Πρέπει να υπάρχει τρέλα. Η τέχνη επιβάλλει, βεβαίως, τους περιορισμούς της. Αλλά στην αρχή χρειάζεται ο έρωτας

 

Αυτοσχεδιασμοί

«Γράφω σενάρια και ειδικά τώρα, μετά την εμπειρία του Σκεύου που ήταν και ένα σενάριο πολύ αυτοσχεδιαστικό: η σύλληψη ήταν απλή, έγινε πολύ νωρίς σαν πλάκα. Ο Σκεύος ζει σε μια απομονωμένη κοινότητα της Κύπρου και όταν πέφτει αυτό το αντικείμενο στο χωράφι του υπάρχει αναστάτωση. Η ιστορία κυκλοφόρησε στην παρέα και ο καθένας έδινε τη δική του συνέχεια για το πού θα καταλήξει ο Σκεύος, τι θα κάνει, πώς θα συμπεριφερθεί. Μαζεύτηκαν τόσες πολλές πληροφορίες που στο τέλος η συγγραφή του σεναρίου ήταν μάλλον ξεκαθάρισμα για να βρεθεί μια συμπαγής ιστορία.»

Με κάμποσους αυτοσχεδιασμούς λειτούργησαν και τα γυρίσματα της ταινίας, στην οποία συμμετέχουν γνωστοί ηθοποιοί, ακόμη και σε μικρούς ρόλους «και είμαι ευγνώμων γι’ αυτό», σημειώνει ο Σάιμον Φαρμακάς για τους Κρίστοφερ Γκρέκο, Αντρούλλα Ηρακλέους, Μάριο Ιωάννου, Λένια Σορόκου, Αντρέα Μελέκκη, Γιάννη Κόκκινο και άλλους, οι οποίοι ενώ έχουν πρωταγωνιστήσει σε ταινίες, στην «Κιμμέρια» κρατούν μικρούς ρόλους. «Είσαι σε ένα χώρο με όλους αυτούς τους ηθοποιούς που δεν μπορείς να τους πεις ακριβώς τι πρέπει να κάνουν, πρέπει να το βρούμε μαζί. Είναι πιο οργανική η διαδικασία μ’ αυτό τον τρόπο, και πιο όμορφη. Είναι μεγάλη χαρά να νιώθεις αυτή την ενέργεια στο σετ. Μοιάζει με θέατρο, ότι είναι κάτι πολύ μοναδικό για όλους τους δημιουργούς. Νιώθεις ότι συμμετέχεις περισσότερο, το χαίρεσαι. Κι είναι απίστευτο ότι, ενώ ήταν κουραστικά τα γυρίσματα ακόμη και στις 4 το πρωί το συνεργείο πήγαινε πάνω κάτω μετά από 12 ώρες δουλειάς προσπαθούσαν όλοι για το καλύτερο αποτέλεσμα. Είναι πολύ συγκινητικό.»

 Υπάρχει κυπριακή εμπειρία στο να γίνονται γυρίσματα;

«Ναι, και είναι μοναδική. Μπορεί όμως και να χαθεί. Έχει τα θετικά του το να γίνει η παραγωγή στην Κύπρο πιο ‘βιομηχανική’, ας την πούμε: με πιο σωστά ωράρια για το συνεργείο, για τους ηθοποιούς, να δουλεύουμε πιο σωστές ώρες για να είμαστε πιο αποδοτικοί, να μην υπάρχουν κίνδυνοι. Είναι επικίνδυνο επάγγελμα αυτό του χώρου μας. Φανταστείτε ότι ένας άνθρωπος μπορεί να διαχειρίζεται 10 χιλιάδες watt έχοντας ήδη δουλέψει 10-12 ώρες.

Όμως το σινεμά της Κύπρου είναι πιο αυτοσχεδιαστικό και νιώθεις τη χαρά των γυρισμάτων. Έχουμε προβλήματα αλλά βρίσκουμε τρόπους να τα επιλύουμε. Και αυτό είναι πλεονέκτημα όταν Κύπριοι δουλεύουν στο εξωτερικό, όπου το πρόγραμμα της δουλειάς είναι σε συγκεκριμένα πλαίσια. Δίνουμε λύσεις που άλλοι δεν σκέφτονται. Δεν ξέρω πόσο αυτό το αυτοσχεδιαστικό χαρακτηριστικό βοηθά στο τελικό αποτέλεσμα, αλλά στη διαδικασία των γυρισμάτων που για μένα είναι η πιο σημαντική μας σπουδάζει. Για άλλες παραγωγές στο εξωτερικό είναι προτέρημα. Ή όταν δοθεί το Σχέδιο Κινήτρων για διεθνείς παραγωγές, να θεωρείται ατού το να προτείνουμε ντόπιους τεχνικούς γιατί θα έχουν το know how του χώρου.»

Πρακτικά πόσο δύσκολο είναι να γίνει μια ταινία στην Κύπρο;

«Νομίζω πως δεν είναι δύσκολο, δεν πρέπει να είναι. Η πιο μεγάλη δυσκολία μπορεί να είναι η συστολή που ίσως έχει ένας νέος. Γενικά ναι, είναι δύσκολο. Όλα τα λεφτά του κόσμου να έχεις για να κάνεις μια ταινία, πάντα υπάρχουν δυσκολίες. Απλά θεωρώ ότι υπάρχει ένα μικρό σκαλί, ένα πρώτο βήμα που φοβόμαστε να κάνουμε. Για παράδειγμα, το να εμπιστευτείς την ιδέα σου. Είμαστε και μια μικρή κοινωνία. Μπορεί να μιλήσεις με έναν φίλο ή τη φίλη σου και να σου κάνει κάποιες παρατηρήσεις που θα σε οδηγήσουν να ματαιώσεις τα σχέδιά σου. Εμπιστεύσου λίγο το ένστικτό σου. Να είσαι αυθεντικός, πιστός σε αυτό που σκέφτηκες. Είναι πιο σημαντικό να εμπιστευτείς τον εαυτό σου παρά να κάνεις πράγματα που μπορεί να γίνουν αποδεκτά.

Πρέπει βεβαίως να λάβεις υπόψη τα φεστιβάλ, τους χρηματοδότες κ.λπ. αλλά πάντα πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, ότι αυτό που νιώθεις ως αποδέκτης μιας ατάκας, μιας σκηνής, μιας ερμηνείας, έχεις το κριτήριο να το κρίνεις.

Στην Κύπρο υποτιμούμε την πιθανότητα ένας 25χρονος να μπορεί να κάθεται στο σπίτι και να έχει μια ιδέα για ένα σενάριο πίνοντας τον καφέ του. Κι όμως, είναι πιθανό. Η Κύπρος εμπνέει πολλή δημιουργία. Δεν ξέρω, είναι το φως; Ο κόσμος; Πάντως είμαστε παραμυθάδες οι Κύπριοι. Ανέκαθεν ήμασταν.

Ωστόσο νιώθουμε ότι το πρώτο πράγμα που θα κάνουμε πρέπει να είναι επιτυχία ειδάλλως σταματούμε. Και στο σινεμά έχει κόσμο εξαιρετικά αξιόλογο. Εγώ είμαι τόσα χρόνια στο σινεμά και συναντώ νέους που δουλεύουμε μαζί και νιώθω ότι είναι πανέτοιμοι να κάνουν πράγματα. Έχουν δημιουργικές αντιλήψεις.»

Πότε θα θεωρήσεις ότι θα είναι επιτυχημένη η ταινία σου;

«Πολύς κόσμος πιστεύει ότι μια ταινία είναι επιτυχημένη ήδη από τη σύλληψη της ιδέας της. Όταν μετά αποφασίσεις να γράψεις το στόρι, είναι μεγάλη επιτυχία. Μετά πείθεις φίλους και συγγενείς ότι δεν λες βλακείες, άλλη επιτυχία. Ύστερα γράφεις το πρώτο σενάριο που μπορεί να είναι χάλια αλλά το ολοκλήρωσες οπότε είναι κι αυτή μια επιτυχία… Όλα είναι επιτυχία. Το να πείσεις τους χρηματοδότες είναι τεράστια επιτυχία, το να πείσεις ηθοποιούς να παίξουν στην ταινία σου επίσης. Ο ηθοποιός είναι γνωστό ότι παίρνει το μεγαλύτερο ρίσκο έκθεσης ίσως μαζί με τον σκηνοθέτη γιατί ο ηθοποιός είναι αυτός που φαίνεται. Παίρνει τεράστιο ρίσκο.

Μετά από μια σειρά από επιτυχίες, λοιπόν, τελειώνει η ταινία. Ακόμη και ο Αμπέλ Φεράρα [σ.σ. ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής στο φετινό φεστιβάλ που θα βρίσκεται στην Κύπρο] λέει ότι και μόνο το να γίνει μια ταινία πρέπει να θεωρείται επιτυχία. Βεβαίως υπάρχουν και τα πιστοποιητικά επιτυχίας μιας ταινίας: τα φεστιβάλ, τα βραβεία, τα εισιτήρια στο ταμείο, η εκτίμηση του κοινού. Ο καθένας πρέπει να βρει για τον εαυτό του τι θα πει επιτυχία. Εγώ νιώθω βέβαιος ότι γνωρίζω τι θα πει επιτυχία για μένα και είναι κάτι πολύ προσωπικό. Σε πέντε χρόνια μπορεί να κοιτάξω πίσω και να πω ότι τελικά δεν ήταν αυτή η επιτυχία μου.»

 Το τελικό προϊόν, στο κοινό

 «Το κοινό είναι το νούμερο ένα. Κοινό όμως είναι και οι ηθοποιοί σου που πρέπει να τους πείσεις να παίξουν στην ταινία σου, όπως και οι χρηματοδότες σου, που πρέπει να τους πείσεις να σε στηρίξουν οικονομικά. Όλοι είναι κοινό. Και πρώτος θεατής, είμαι εγώ.

Επιπλέον, το κοινό δεν είναι χαζό. Είναι σκεπτόμενο και φιλοσοφημένο. Προσπαθώ να θυμίζω στον εαυτό μου ότι δεν έχω κάτι να πω που δεν το ξέρει ήδη το κοινό. Δεν πρέπει να το υποτιμούμε. Εξάλλου, οι θεατές είναι αυτοί στους οποίους στοιχίζει να πάνε σινεμά. Καταβάλλουν προσπάθεια για να βρεθούν στην κινηματογραφική αίθουσα. Τουλάχιστον αυτό που θα δουν πρέπει να αξίζει τα 8 ευρώ που θα δώσουν.

Το λέει ο Χίτσκοκ: ‘επιτυχία είναι να κάνεις μια ταινία που θα αξίζει 8 ευρώ ή 16 αν θα πάνε δύο, θα αξίζει τα ποτά πριν την ταινία και το δείπνο μετά. Αν αξίζει το κόστος της βραδιάς, είναι επιτυχία’. Αντιγράφοντας τον Χίτσκοκ, θα έλεγα ότι επιτυχία είναι, επίσης, στο δείπνο να έχεις δυο λόγια να πεις για την ταινία, να μην κοιτάς το κινητό.»

+ Η ταινία Κιμμέρια θα ανοίξει το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες – Κύπρος στις 19 Απριλίου, στο Θέατρο Ριάλτο στις 21:00. Θα προηγηθεί η τελετή έναρξης με Live Cinema Performance από τους Zoomwooz στις 20:00. Στη Λευκωσία, η ταινία θα προβληθεί στον κινηματογράφο Ζήνα τη Δευτέρα 23 Απριλίου στις 20:00. Εισιτήρια ημέρας 6 ευρώ. Κάρτα φεστιβάλ για όλες τις προβολές 25 ευρώ.

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου

 

 

  • Μερόπη Μωυσέως

    Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καλύπτει το πολιτιστικό ρεπορτάζ στο Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης από το 2005. Ζει στη Λευκωσία | meropi.m@politis-news.com

You May Also Like

«Άρια» | Κυπριακή ταινία στη Μόστρα

Στο διαγωνιστικό μέρος του τμήματος «Ορίζοντες» του 74ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας θα ...

Λευτέρης Τάπας: “Ένας περίπατος στον κήπο του μυαλού”

Γράφει η Χριστίνα Λάμπρου Με συνέπεια, ακρίβεια και πεποίθηση, ο Λευτέρης Τάπας, εξερευνά εδώ ...

«Happy End» στο Σινέ Στούντιο

«Το σινεμά δεν πρέπει να δείχνει ευχάριστες, αλλά απαραίτητες εικόνες», είχε δηλώσει σε συνέντευξή ...

Bill Viola: Για τη μυστήρια μπλε λάμψη

[nggallery id=12]   Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου, 12.6.2011 Ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες στον ...

Socially Engaged Design Conference 2014 : Είμαστε κοινωνικά ενεργοί;

Γράφει η Μερόπη Μωυσέως Ένα συνέδριο το οποίο πραγματοποιείται τον Μάιο στη Λευκωσία τοποθετεί ...

Παναγιώτης Μιχαήλ: Scenic Affairs

16.10.2011 Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου Παίζοντας με τα όρια ενός έργου τέχνης και με ...

X