Λύση και Παναγία Μεσαορίας

Ένα χωριό που χάθηκε και ένα που υφίσταται υπό κατοχή
  • Με μύθους, θρύλους και παραδόσεις συνδέονται τα χωριά της Κύπρου: έτσι και το χωριό Λύση και τα γειτονικά του, που με την πάροδο των αιώνων εγκαταλείφθηκαν. Ανάμεσά τους η Παναγία, που φαίνεται να ερημώθηκε το 1572

    Η ιστορία της Λύσης, αλλά και του χωριού Παναγία, το οποίο δεν υφίσταται πλέον και υπήρξε μάλλον πρόδρομος οικισμός της Λύσης, όπως και κάθε χωριού της Κύπρου, συνδέονται με μύθους, θρύλους και παραδόσεις. Μία σχετική παράδοση, για παράδειγμα, αιτιολογεί το όνομα του χωριού Λύση. Σε βουνώδη υψώματα πολύ κοντά στο τοπωνύμιo Ασπρόχωμα, νοτιοδυτικά του χωριού και βορειοδυτικά του Περγάμου, με την ονομασία Άλασσος, υπήρχε, όπως μαρτυρούν τα ερείπια, το πάλαι ποτέ χωριό Ελισσώ, από το οποίο πήρε το όνομά της η Λύση. Το χωριό Λύση συγκροτήθηκε από κατοίκους άλλων χωριών τα οποία είχαν καταστραφεί, είτε από επιδημίες είτε από επιδρομές. Ας σημειωθεί εδώ ότι, σύμφωνα με τους βενετικούς καταλόγους με τα χωριά της Κύπρου, οι οποίοι ανάγονται στον 16ο αιώνα, τέτοιο χωριό με το όνομα Ελισσώ δεν υφίστατο, γεγονός που μαρτυρεί ότι το χωριό αυτό ίσως να υπήρξε κατά τους αρχαίους χρόνους. Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση, η Λύση έλαβε αυτή την ονομασία επειδή από τον γειτονικό λόφο Χαρκόβουνο εξήγετο χαλκός, τον οποίο έλιωναν. Οι οικογένειες, οι οποίες αναφέρονται από την προφορική παράδοση ότι είχαν εγκατασταθεί στη Λύση από τα γύρω χωριά, ήταν οι Χατζηλάρκηες από τη Σίντα, οι Μούσηες από το Πέργαμος, οι Κοκότηδες από την Αγκαστίνα, οι Κουλούτηδες από το Άρσος, οι Τιτσήριδες από την Παναγιά ή τις Παναγιές.
    Παρεμπιπτόντως ας αναφερθεί ότι, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνά μας, από την οικογένεια των Μούσηδων καταγόταν και ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Αθανάσιος. Η είδηση αυτή μας έγινε γνωστή όταν, έκπτωτος πλέον, ο Αρχιεπίσκοπος Αθανάσιος έφθασε το 1607 στη Βενετία όπου είχε δηλώσει τα στοιχεία του. Καταγόταν από την Αμμόχωστο, ήταν πενήντα ετών και ήταν γιος του Ιωάννη Μούση (Mussi). Ας αναφερθεί εδώ ότι η οικογένεια Μούση (Μούσιη) μαρτυρείται στην Κύπρο από τον 14ο αιώνα και είναι γενουατικής καταγωγής.

    Το χωριό Παναγία ήταν κάποτε οικοδομημένο βορειοδυτικά της Λύσης και μετά την ερήμωσή του πολλοί κάτοικοι του ίδιου χωριού εγκαταστάθηκαν στη Λύση. Τη σχέση αυτή των δύο χωριών μαρτυρεί και η προφορική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ως πρώτος φέρεται να κατοίκησε στη Λύση κάποιος Ξενής, καταγόμενος από τους Τιτσίρηδες, ο οποίος οικοδόμησε κατοικία στις Παναγιές, εκεί όπου αργότερα οι κάτοικοι ανέφεραν ότι υπήρχε “η ελιά η ζαβή”, στον κήπο του ναού της Λύσης. Δεν αποκλείεται κάτοικοι της Παναγίας που εγκαταστάθηκαν στη Λύση να συνέτειναν ώστε η νέα εκκλησία που είχε οικοδομηθεί στο χωριό να αφιερωθεί στην Παναγία. Η παράδοση, ωστόσο, αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια οικοδομικών εργασιών στην εκκλησία της μονής του προφήτη Ηλία βρέθηκε εικόνα της Παναγίας και έτσι αποφάσισαν να αφιερώσουν τον καινούργιο ναό στην Παναγία. Όλα τα πιο πάνω αναφέρονται βέβαια από την προφορική παράδοση, γιατί ασφαλώς -όπως μαρτυρούν οι πηγές και η αρχειακή έρευνα- η Λύση υφίστατο ως οικισμός από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας, αλλά και της βενετικής κυριαρχίας, όπως ακριβώς και το χωριό Παναγία. Αν και δεν διαθέτουμε πηγές, τα δύο χωριά Λύση και Παναγία πρέπει ωστόσο να είναι προφραγκικά και μάλιστα αρχαία, σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα.

    Ας ακολουθήσουμε, όμως, τις βενετικές πηγές για να δούμε τι μας γνωστοποιούν για τα χωριά Λύση και Παναγία της Μεσαορίας. Ένα χωριό, δηλαδή η Λύση, που υφίσταται και ένα χωριό, η Παναγία, που εξέλιπε. Η Λύση επί Βενετοκρατίας αποτελούσε ξεχωριστό σύμπλεγμα χωριών, βαϊλάτο ή εμπαλείο, όπως αναφέρεται από τη βενετική λέξη baliazzo, και στο οποίο υπαγόταν και το χωριό Παναγία. Το βαϊλάτο της Λύσης περιλάμβανε συνολικά πέντε χωριά, τα ακόλουθα: Λύση, Μακράσυκα, Λαξιές, Παναγία και Άγιος Θεόδωρος. Τα στοιχεία αυτά αντλούνται από βενετική έκθεση των αρχών του 16ου αιώνα. Οι Λαξιές και ο Άγιος Θεόδωρος καθώς και το χωριό Παναγία, όπως προαναφέρθηκε, στη συνέχεια έσβησαν ως οικισμοί με την πάροδο των χρόνων.

    Η Λύση φαίνεται ότι άρχισε να επεκτείνεται και ο πληθυσμός της να αυξάνεται, μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς, δηλαδή μετά το 1570-1571, αλλά και τη βαθμιαία εγκατάλειψη κάποιων γειτονικών χωριών και βέβαια και του χωριού Παναγία. Αυτή η μετακίνηση πληθυσμού προήλθε ένεκα της πανούκλας ή, σύμφωνα με άλλες πηγές, ένεκα των πιέσεων που είχαν δεχθεί οι κάτοικοι από τους Τούρκους. Κάποια χωριά τα οποία γειτνιάζουν με τη Λύση με την πάροδο των αιώνων εγκαταλείφθηκαν. Μεταξύ αυτών των χωριών, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ήταν η Παναγία, η οποία αναφέρεται από το 1521 έως το 1565 και φαίνεται να ερημώθηκε το 1572. Η Παναγία ήδη το 1565 είχε μόνο δεκαέξι κατοίκους αρσενικού γένους ελεύθερους καλλιεργητές, ενώ στην ίδια απογραφή που είχαν διενεργήσει οι Βενετοί η Λύση είχε μόνον τρεις ελεύθερους καλλιεργητές, τους αποκαλούμενους φραγκομάτους. Οι Λαξιές το 1565 είχαν δέκα κατοίκους αρσενικού γένους ελεύθερους καλλιεργητές και ως οικισμός εγκαταλείφθηκε γύρω στα 1825. Ο Άγιος Θεόδωρος το 1565 είχε σαράντα ένα κατοίκους και η ερήμωσή του επήλθε επίσης γύρω στα 1825. Κοντά στη Λύση υπήρχαν ωστόσο και άλλα χωριά που χάθηκαν, όπως το χωριό Σιλίτζιν που ερημώθηκε κατά το 1881 και από το οποίο ένας αριθμός κατοίκων μετοίκησε στη Λύση. Επίσης, θα μπορούσαμε να σημειώσουμε και το χωριό Άγιος Ευφημιανός, όπου σώζεται ομώνυμη εκκλησία με εξαίσιες τοιχογραφίες του 13ου αιώνα. Για τον εν λόγω οικισμό γίνεται μνεία μία και μοναδική φορά το 1572. Ο πληθυσμός της Λύσης ενισχύθηκε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται, και από κατοίκους από τα χωριά Πιστάκι και Αγλάσυκα, που επίσης εξέλιπαν. Η Αγλάσυκα, κατά τη χρονική περίοδο 1464-1468, είχε παραχωρηθεί από τον βασιλιά Ιάκωβο Β’ Lusignan στον συγγενή του Ούγο Lusignan, γιο του Φοίβου. Το Πιστάκι υπήρξε φέουδο του γραμματέα του βασιλιά Θωμά Φικάρδου.

    Η Λύση και η Παναγία αναφέρονται και σε έγγραφο σχετικό με το λεγόμενο “πρακτικό”, στο οποίο γινόταν λεπτομερής καταγραφή όλων όσων περιελάμβανε ένα χωριό, ώστε η βενετική διοίκηση και γενικά η Δημοκρατία της Βενετίας να γνωρίζουν την πραγματική αξία του πριν εκμισθωθεί ή πωληθεί. Το πρακτικό αφορούσε τα χωριά που αποτελούσαν κρατική ιδιοκτησία. Το έγγραφο φέρει χρονολογία 1562 και στο ίδιο καταγράφονται όλα τα χωριά τα οποία ανήκαν τότε στο Δημόσιο και μεταξύ αυτών ήταν και τα χωριά Λύση και Παναγία. Όπως σημειώνεται επίσης στο ίδιο έγγραφο, από το έτος 1530 είχε να διενεργηθεί πρακτικό στη Λύση και στην Παναγία.

    Οι φεουδάρχες Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Φλώριος Βουστρώνιος στην ιστορία του, η Λύση και η Παναγία μαζί με τον Άγιο Θεόδωρο είχαν παραχωρηθεί σε ευνοούμενους του βασιλιά Ιακώβου Β? Lusignan, κατά την περίοδο 1464-1468. Αυτοί ήταν ο Αλφόνσο Ribera και ο γαμπρός του Arigo d’Alvet.

    Η Λύση αλλά και το χωριό Παναγία κοντά στη Λύση, που χάθηκε ήδη από τον 1572, συνδέθηκαν με μία σημαντική οικογένεια Κυπρίων φεουδαρχών. Πρόκειται για την οικογένεια των Μουσκόρνων, η οποία κατατάσσεται από τον ίδιο τον Στέφανο Lusignan στην τάξη των ευγενών. Ήδη από τα μέσα του 15ου αιώνα συναντούμε σε ένα έγγραφο, στο οποίο αναφέρεται μια εντολή του τελευταίου Φράγκου βασιλιά Ιακώβου B’ Lusignan, του έτους 1468, κάποιον Janot Muscorno. Ο ίδιος αναφέρεται ότι εκμίσθωνε την Επισκοπή των Κορνάρων, τη Βάσα Κοιλανίου και την Αυδήμου. Ένας Ιάκωβος Μουσκόρνος εκμίσθωνε το χωριό Μαραθάσα με τον Bernardo Σγουρόπουλο. Ο Lusignan επίσης αναφέρεται στον γάμο της θυγατέρας του Ιωάννη Μουσκόρνου, Μανταλένας, με τον Ματθαίο Συγκλητικό, γιο του Ιάκωβου Συγκλητικού, κόμη Rochas. Κατά την πτώση της Κύπρου στους Οθωμανούς, 1570-1571, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ονόματα δύο σκλάβων της οικογένειας Μουσκόρνου, των Πέτρου και Φαβρίκιου. Ο Φαβρίκιος μετά την απελευθέρωσή του κατέφυγε στη Βενετία. Ήταν γιος της Λαβίνιας Λασσέ και του Σίμωνος ή Σιμωνάκη Μουσκόρνο. Αξιοσημείωτο είναι ότι και η μητέρα του εθνικού ευεργέτη Βερνάρδου Άκρη ανήκε στην οικογένεια των Μουσκόρνων. Ήταν αδελφή του Βιντζέντζου Μουσκόρνο.

    Το 1530, τα μικρά χωριά Λύση και Παναγία είχαν πωληθεί, μετά από σχετικό αίτημα, για δεκαπέντε χρόνια στον σεβάσμιο ιερέα Αννίβα Μουσκόρνο αντί χιλίων επτακοσίων δουκάτων. Σύμφωνα με το αρχειακό υλικό που έχουμε στη διάθεσή μας, φαίνεται ότι ο εν λόγω φεουδάρχης, ο ιερέας Μουσκόρνος, δεν ήταν άλλος παρά ο παππούς του ευεργέτη Βερνάρδου Άκρη, συνεχιστή του έργου του Θωμά Φλαγγίνη. Τα ίχνη των χωριών μας, τα οποία ανακαλύπτουμε σε αρχειακές πηγές και μαρτυρίες, και ιδιαίτερα αυτών που χάθηκαν πριν από αιώνες αλλά και αυτών που βρίσκονται υπό κατοχή εδώ και σαράντα τέσσερα σχεδόν χρόνια, όπως η Λύση, φαίνεται να αποτελούν μια ισχυρότατη ελπίδα…

    You May Also Like

    Σελίδες από την υπηρεσία ενός προνοητή

    Γράφει η Νάσα Παταπίου Η παρουσία του Βενετού γενικού προνοητή Κύπρου Σεβαστιανού Venier στη ...

    Έργα και ημέρες του Αλέξανδρου Ποδοκάθαρου

    Γράφει η Νάσα Παταπίου Από την Κύπρο στη Βενετία και στην Κρήτη, ο Αλέξανδρος ...

    Ιστορικές ειδήσεις για την Αγία Νάπα

    Γράφει η Νάσα Παταπίου Τα τελευταία χρόνια η ευρύτερη περιοχή της Αγίας Νάπας έχει ...

    Ο υπάλληλος του Νικόλαου Querini, Λουκάς Furlan

    Ο διορισμός του Βενετού τοποτηρητή Νικόλαου Querini στην Κύπρο έφερε στη μεγαλόνησο τον πορθμέα ...

    Βιογραφικά στοιχεία της Μαρίας Ντάβιλα Memmo

    Γράφει η Νάσα Παταπίου Η Μαρία Ντάβιλα Memmo ήταν γόνος της οικογένειας Ντάβιλα (Davila), ...

    Ιστορικές ειδήσεις για την Κατωκοπιά

    Σύμφωνα με τις βενετικές πηγές, το όνομα του χωριού πολύ πιθανόν αρχικά να ήταν ...

    X