Πισωγύρισμα η ανταμοιβή

Για τον επαναπατρισμό του ψηφιδωτού του Απ. Ανδρέα
  • Η νομική θα έπρεπε να είναι η μόνη οδός για τον επαναπατρισμό του ψηφιδωτού του Αποστόλου Ανδρέα και όχι η καταβολή χρημάτων στον συλλέκτη που το κατείχε

    Σε μια αίθουσα με χρυσά καθίσματα και τεράστιους λαμπερούς πολυέλαιους πραγματοποιήθηκε την περασμένη Δευτέρα 23 Απριλίου η τελετή παράδοσης του σπαράγματος ψηφιδωτού που εικονίζει τον Απόστολο Ανδρέα. Μια αίθουσα του μεγάρου της Αρχιεπισκοπής, στην οποία για να φτάσει κανείς περνά από παρόμοιας αισθητικής χολ και διαδρόμους. Όλα, σε πλήρη αντίθεση με τον τόπο προέλευσης του ψηφιδωτού του Αποστόλου Ανδρέα, τον ναό της Παναγίας Κανακαριάς στην κατεχόμενη σήμερα Λυθράγκωμη.

    Το μετάλλιο που απεικονίζει τον Απόστολο Ανδρέα αποτελεί μέρος μιας παράστασης στην κεντρική αψίδα του ναού, που χρονολογείται στη Μέση Βυζαντινή Περίοδο, και η οποία ήταν διακοσμημένη με ψηφιδωτά από τον 6ο αιώνα μ.Χ. Αυτά τα ψηφιδωτά θεωρούνται από τα λιγοστά εναπομείναντα πρωτοχριστιανικά ψηφιδωτά παγκοσμίως.

    Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, ο ναός της Παναγίας Κανακαριάς λεηλατήθηκε βάρβαρα από τον αρχαιοκάπηλο Αϊντίν Ντικμέν, ο οποίος με τους συνεργάτες του αφαίρεσαν ψηφιδωτά και τοιχογραφίες από τον ναό με σκοπό να τα πουλήσουν παράνομα στο εξωτερικό. Και ενώ τις δεκαετίες ’80 και ’90 επαναπατρίστηκαν κλεμμένα μετάλλια [το ’83 των Αποστόλων Λουκά και Βαρθολομαίου, το ’88 των Ματθαίου και Ιακώβου], απέμεναν μέχρι πρόσφατα να εντοπιστούν τα μετάλλια των Αποστόλων Μάρκου και Ανδρέα, με το δεύτερο να θεωρείται το σημαντικότερο.

    Φωτογραφία αρχείου που απεικονίζει τον αρχαιοκάπηλο Αϊντίν Ντικμέν με το ψηφιδωτό του Αποστόλου Ανδρέα. Ο ίδιος το είχε ήδη πουλήσει στα τέλη της δεκαετίας ’80-αρχές ’90.

    Η είδηση εντοπισμού

    Την Παρασκευή 20 Απριλίου, διάφοροι φορείς και ΜΜΕ παρέλαβαν στο ηλεκτρονικό τους ταχυδρομείο ένα δελτίο Τύπου όπου αναφερόταν πως το μετάλλιο του Αποστόλου Ανδρέα εντοπίστηκε και επαναπατρίζεται. Το Τμήμα Αρχαιοτήτων δεν είχε ιδέα. Η Αστυνομία της Κύπρου [και ο υποστελεχωμένος αλλά υπαρκτός Κλάδος Πολιτιστικής Κληρονομιάς] δεν είχε ιδέα. Ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός Walk of Truth της Τασούλας Χατζητοφή -της γυναίκας που συνεργάστηκε με την Ιντερπόλ το 1997 και οδήγησε τη Γερμανική Αστυνομία στο διαμέρισμα του Ντικμέν όπου βρέθηκαν πίσω από κτισμένους τοίχους 350 κυπριακές αρχαιότητες και εκκλησιαστικά έργα- δεν είχε ιδέα.

    Το ψηφιδωτό εντόπισε το 2014 η ιστορικός τέχνης Μαρία Παφίτη, σε συλλογή «Ευρωπαίου συλλέκτη», όπως ανέφερε η ίδια κατά την τελετή παράδοσης της Δευτέρας. Το ψηφιδωτό ήταν μέρος μεγάλης συλλογής με εκκλησιαστικά και άλλα έργα τέχνης, τα οποία ο ίδιος αγόρασε ήδη το 2010 από άλλη συλλέκτρια. Η Μαρία Παφίτη επεσήμανε ότι το εν λόγω ψηφιδωτό είναι προϊόν αρχαιοκαπηλίας και πως θα πρέπει να επιστραφεί στον νόμιμο κάτοχό του, την Εκκλησία της Κύπρου. Η ίδια ειδοποίησε, παράλληλα, τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Β’ για τον εντοπισμό του ψηφιδωτού, αλλά όχι την Αστυνομία της Κύπρου, ούτε το Τμήμα Αρχαιοτήτων, ούτε την Εθνική Επιτροπή για την Πάταξη της Σύλησης και της Παράνομης Διακίνησης της Πολιτιστικής Κληρονομιάς που συστάθηκε το 2015.

    Ο Αρχιεπίσκοπος είχε την ιδέα να μην ειδοποιηθεί καμία επίσημη υπηρεσία του κράτους για τα θέματα επαναπατρισμού, αλλά να γίνει διαπραγμάτευση με τον συλλέκτη και μάλιστα το ψηφιδωτό να επιστραφεί δι’ αμοιβής. Έτσι, η Μαρία Παφίτη ήρθε σε επαφή πριν από δύο χρόνια με δύο χρηματοδότες: τον δρα Ανδρέα Πίττα και τον Ρόη Πογιατζή, οι οποίοι κατέβαλαν ποσό ύψους 50 χιλιάδων ευρώ στον συλλέκτη -ο οποίος εξέφρασε την επιθυμία να μην εμπλακεί σε δικαστικές διαμάχες- για τον επαναπατρισμό του ψηφιδωτού.

    Το βράδυ της περασμένης Δευτέρας, Εκκλησία και κράτος [διά του ίδιου του Προέδρου της Δημοκρατίας αλλά και της υπουργού Μεταφορών, στο υπουργείο της οποίας υπάγεται το Τμήμα Αρχαιοτήτων] χαιρέτισαν τον επαναπατρισμό και εξήραν τη συμβολή των Παφίτη, Πίττα και Πογιατζή, που τιμήθηκαν μάλιστα με την ανώτατη διάκριση της Εκκλησίας. Ωστόσο, κάποιοι έλειπαν από την τελετή: αφενός το Τμήμα Αρχαιοτήτων, που είναι ιδιαίτερα ενοχλημένο για την κίνηση της Εκκλησίας να πληρώσει για τον επαναπατρισμό του ψηφιδωτού. Αφετέρου τα μέλη της Εθνικής Επιτροπής για την Πάταξη της Παράνομης Διακίνησης της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, στην οποία μάλιστα περιλαμβάνονται και μέλη του Κλάδου Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Αστυνομίας Κύπρου και ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Κύπρου ο επίσκοπος Νεαπόλεως Πορφύριος, οι οποίοι επίσης δεν γνώριζαν τίποτα για τη συναλλαγή.

    Ενοχλημένοι όλοι

    Από την πρώτη μέρα της ανακοίνωσης, γράφαμε -σχολιάζοντας την επιλογή του Αρχιεπισκόπου να κρατήσει στο σκοτάδι την Αστυνομία της Κύπρου για το εν λόγω θέμα και να λειτουργήσει αυτόβουλα πληρώνοντας για την επιστροφή του ψηφιδωτού- ότι μάλλον δεν ενδείκνυται να παρακάμπτονται οι δέουσες διαδικασίες σε ένα θέμα ύψιστης σημασίας για την Κύπρο και τον επαναπατρισμό αρχαιοτήτων και θρησκευτικών έργων τέχνης.

    Τις επόμενες μέρες, αποδείχθηκε ότι αυτός ο τρόπος αποτελεί μια εξαιρετικά δυσάρεστη εξέλιξη στην προσπάθεια επαναπατρισμού αρχαιοτήτων και εκκλησιαστικών αντικειμένων.

    Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, το Τμήμα Αρχαιοτήτων είναι ιδιαίτερα ενοχλημένο για τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησε η Εκκλησία. Εξίσου ενοχλημένα είναι τα μέλη της Εθνικής Επιτροπής, ενώ σε ανακοίνωσή του την Παρασκευή ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός Walk of Truth [WoT] αναφέρει με σαφήνεια ότι «όποιος έχει στην κατοχή του ψηφιδωτό της Κανακαριάς δεν μπορεί να απαιτεί χρήματα για την επιστροφή του – ακόμη και συμβολικό ποσό».

    Η κίνηση της Εκκλησίας εγείρει ερωτηματικά και για έναν άλλο λόγο: παλαιότερα, το δίκτυο εθελοντών εμπειρογνωμόνων του WoT, στο οποίο περιλαμβάνονται και αστυνομικοί από τον διεθνή χώρο, εντόπισε ψηφιδωτά της συγκεκριμένης εκκλησίας [περιλαμβανομένου και αυτού του Απ. Ανδρέα], αλλά τόσο η Εκκλησία όσο και η κυβέρνηση ήταν αντίθετοι στο να πληρώσουν χρήματα για τον επαναπατρισμό τους, «κάτι με το οποίο συμφωνεί πλήρως το ίδρυμά μας, ειδικά όσον αφορά κλεμμένους θησαυρούς των οποίων η προέλευση είναι πιστοποιημένη πέραν πάσης αμφιβολίας όπως τα ψηφιδωτά της Κανακαριάς», σημειώνεται στην ανακοίνωση του WoT. Τι άλλαξε και αποφάσισε ξαφνικά η Εκκλησία να καταβάλει χρηματικό ποσό τώρα;

    Εύκολη η τεκμηρίωση

     Η προσπάθεια επαναπατρισμού αρχαιοτήτων δεν είναι ούτε νέα ούτε αποκλειστικά κυπριακή υπόθεση. Θα φανταζόμασταν ποτέ τη Συρία να διεκδικεί την πολιτιστική κληρονομιά της αγοράζοντάς την από τους εμπόρους ή από συλλέκτες που δεν φρόντισαν να μάθουν από πού προέρχονται τα αντικείμενα που αγοράζουν; Μάλλον όχι.

    Στην περίπτωση του ψηφιδωτού του Αποστόλου Ανδρέα, ο επαναπατρισμός μέσω της ενδεδειγμένης οδού θα ήταν μια εύκολη υπόθεση, καθώς είναι πλήρως τεκμηριωμένη η κυπριακή προέλευσή του [συνήθως στα δικαστήρια το πιο δύσκολο κομμάτι της διαδικασίας είναι η απόδειξη της προέλευσης των αντικειμένων].

    Όπως πληροφορούμαστε, η Εθνική Επιτροπή για την Πάταξη της Σύλησης και Παράνομης Διακίνησης της Πολιτιστικής Κληρονομιάς θεωρεί ότι η κίνηση της Εκκλησίας να καταβάλει χρηματικό ποσό για την ανάκτηση του ψηφιδωτού, η προέλευση του οποίου είναι πλήρως πιστοποιημένη, δημιουργεί πολύ κακό προηγούμενο, καθώς δημιουργείται η εντύπωση ότι η Κύπρος αγοράζει από αρχαιοκάπηλους.

    Καλή πρακτική;

    Σε συνέντευξή του το 2012, ο δικηγόρος Τόμας Κλάιν, ο οποίος το 1989 εκπροσώπησε την Εκκλησία της Κύπρου στη δίκη για την επιστροφή των ψηφιδωτών της Κανακαριάς που είχε στην κατοχή της η Πεγκ Γκόλντμπεργκ, κλήθηκε να σχολιάσει κατά πόσο η αγορά αντικειμένων είναι μια καλή πρακτική: «Είναι πολύ δύσκολο το ερώτημα. Εκπροσωπώ πολλά μουσεία που έχουν επίσης πολλές απώλειες όπως η Εκκλησία της Κύπρου και προσπαθούν να αγοράζουν κάποια από τα αντικείμενα που τους ανήκουν, σε πολύ χαμηλότερες από τις ισχύουσες τιμές της αγοράς. Εξαρτάται πάντα από την υπόθεση. Είναι ατυχές να πρέπει να αγοράζεις, και βεβαίως δεν μπορείς να αγοράσεις κάποιες χιλιάδες αντικείμενα. Είναι πολλά. Εκείνο που χρειάζεται θεωρώ πως είναι μια διαρκής σταθερή προσπάθεια αναζήτησης των απωλειών, έτσι ώστε ο κόσμος της τέχνης και των μουσείων αλλά και οι λαθρέμποροι να καταλάβουν ότι δεν υπάρχει παραίτηση». Σημείωσε ακόμη ότι η δίκη για τη διεκδίκηση των ψηφιδωτών της Κανακαριάς τότε «ήταν μια στροφή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τα αντικείμενα που εντοπίζονται. Η Κύπρος πάντα συνεργαζόταν με τις διάφορες χώρες για τον επαναπατρισμό των αρχαιοτήτων της. Ήταν η πρώτη που σύναψε μνημόνιο συναντίληψης στη Μεσόγειο. Είχε και χαρισματικούς ανθρώπους να κυνηγούν την κληρονομιά της χώρας τους με αυταπάρνηση». Σήμερα, η δίκη για την επιστροφή των πρώτων ψηφιδωτών της Κανακαριάς που εντοπίστηκαν στην Αμερική θεωρείται case study στον τομέα της νομικής.

     

    Εξάλλου, η απόφαση του δικαστή τότε θα έπρεπε να αποτελεί φάρο στη διεκδίκηση των αρχαιοτήτων και εκκλησιαστικών αντικειμένων της Κύπρου: «Τα ψηφιδωτά είναι μοναδικά. Η πρωταρχική σημασία της ύπαρξής τους είναι μέρος της θρησκευτικής, καλλιτεχνικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της Εκκλησίας της Κύπρου και του κυπριακού κράτους και μέρος της εθνικής ενότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επομένως, το δικαστήριο διατάζει τα ψηφιδωτά να δοθούν στην Αυτοκέφαλη Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου».

    Η κίνηση της Εκκλησίας ανατρέπει, εξάλλου, όλες τις δράσεις που έχουν γίνει μέχρι σήμερα για την ανάκτηση αντικειμένων που λεηλατήθηκαν μετά το 1974 στην κατεχόμενη Κύπρο. Παρά την ισχνή γνώση του κοινού για τα θέματα επαναπατρισμού, το Τμήμα Αρχαιοτήτων και δη η Εθνική Επιτροπή παρακολουθούν τις δημοπρασίες, ζητούν πληροφορίες για αντικείμενα που προκαλούν υποψίες και συμμετέχουν σε διεθνείς επιτροπές στην UNESCO σχετικά με τους τρόπους επαναπατρισμού σε παγκόσμιο επίπεδο.

    Νομικά εμπόδια

    Παρά τη διεθνή ευαισθητοποίηση -ιδιαίτερα εξαιτίας των φαινομένων αρχαιοκαπηλίας στις εμπόλεμες ζώνες του Ιράκ, του Ιράν, του Αφγανιστάν και τώρα της Συρίας- εξακολουθούν να υπάρχουν νομικά εμπόδια στους επαναπατρισμούς, λόγω του ότι κάθε κράτος έχει τη δική του νομοθεσία για αυτό το θέμα. Είναι ένα ζήτημα στο οποίο συμφωνούν όλοι οι φορείς -ιδιωτικοί και κρατικοί- που ασχολούνται με τα θέματα επαναπατρισμού και το οποίο είχε επισημάνει, επίσης, η Τασούλα Χατζητοφή σε συνέντευξή της στο «Π» το 2015: «Το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο νομικό πλαίσιο για όλες τις χώρες στον αγώνα διεκδίκησης κλεμμένων έργων τέχνης». Εξάλλου, η Σύμβαση της Χάγης του 1954 για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών σε περιόδους πολεμικών συρράξεων δεν έχει υπογραφεί από όλες τις χώρες.

    Ο Αρχιεπίσκοπος αποφάσισε να αγοράσει, ουσιαστικά, το ψηφιδωτό του Αποστόλου Ανδρέα παρακάμπτοντας το ίδιο το κράτος, την Εθνική Επιτροπή που συστάθηκε με σκοπό, μεταξύ άλλων, τον επαναπατρισμό της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, την Αστυνομία, την Ιντερπόλ, τη διεθνή προσπάθεια κατά της αρχαιοκαπηλίας

     

    Πισωγύρισμα

    Παρά τη θετική έκβαση της διαπραγμάτευσης για το ψηφιδωτό του Αποστόλου Ανδρέα, ο τρόπος με τον οποίο έγινε αποτελεί πισωγύρισμα στην τεράστια προσπάθεια της Κυπριακής Δημοκρατίας για επαναπατρισμό της πολιτιστικής της κληρονομιάς. Μια προσπάθεια, ωστόσο, η οποία θα μπορούσε να είναι διπλά και τριπλά μεγαλύτερη, αν οι εκάστοτε κυβερνήσεις αντιλαμβάνονταν τη σοβαρότητα του ζητήματος. Αυτή τη στιγμή, ο Κλάδος Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Αστυνομίας Κύπρου στελεχώνεται από δύο (!) άτομα, αριθμός αστείος σε σύγκριση με την αντίστοιχη μονάδα των Καραμπινιέρι της Ιταλίας που έχουν μόνο για αυτό τον σκοπό -της πάταξης της αρχαιοκαπηλίας- 12 υποτμήματα σε όλη την Ιταλία και ένα επιπλέον στη Σικελία.

    Το βράδυ της Δευτέρας, ο ΠτΔ ήταν παρών στην τελετή παράδοσης του ψηφιδωτού του Αποστόλου Ανδρέα και επιβράβευσε τη μονομερή δράση του Αρχιεπισκόπου η οποία επί της ουσίας παρέκαμπτε το ίδιο το κράτος και τους νόμιμους τρόπους ανάκτησης του ψηφιδωτού. Στην άγνοια του ΠτΔ αντικατοπτρίζεται και η αδιαφορία της κρατικής μηχανής, με αποτέλεσμα μια από τις πλουσιότερες ιστορικά χώρες στον κόσμο όπως η δική μας να εξαρτάται από την «αυταπάρνηση», όπως τη χαρακτήρισε ο Τόμας Κλάιν, μονάδων που μέσω ιδιωτικών ή κρατικών φορέων μάχονται για τον επαναπατρισμό των κυπριακών θησαυρών. Αλλά ακόμη κι αυτές οι μονάδες δεν συνεργάζονται επαρκώς μεταξύ τους.

    Στην φωτογραφία: Το σπάραγμα ψηφιδωτού του Αποστόλου Ανδρέα, σύμβολο στον αγώνα επαναπατρισμού αρχαιοτήτων και εκκλησιαστικών αντικειμένων.

     

    • Μερόπη Μωυσέως

      Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καλύπτει το πολιτιστικό ρεπορτάζ στο Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης από το 2005. Ζει στη Λευκωσία | meropi.m@politis-news.com

    You May Also Like

    Επαναπατρίζεται το ψηφιδωτό του Αποστόλου Ανδρέα

    Πραγματοποιείται τη Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018, και ώρα 18.00 στο Μεγάλο Συνοδικό της Ιεράς ...

    Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας και Ίδρυμα Λεβέντη, σώζουν πλούτο 100 χειρογράφων

    Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας με την εμβληματική Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (Biblioteca Alexandrina), από κοινού με ...

    Πικάσσο στη Λευκωσία

    Τη σημαντικότητα της παρουσίας έργων του Πάμπλο Πικάσσο στο Κυπριακό Μουσείο τόνισε χθες βράδυ ...

    Κτίριο του 4ου μ.Χ. έφεραν στο φως ανασκαφές στο Κούριο

    Τα ερείπια ενός μεγάλου κτιρίου, που οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι είχε ανεγερθεί πριν το ...

    Πλούσια ευρήματα από το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης ζωολογικού κήπου Πάφου

    Πλούσια εκθέματα φιλοξενεί το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης του Ζωολογικού Κήπου Πάφου στην Πέγεια, αφού ...

    Ένα αρχαίο χρυσό ενώτιο, σε ανασκαφή στην Ιερουσαλήμ, απόδειξη της ελληνιστικής επιρροής

    Ένα χρυσό ενώτιο, που πιστεύεται ότι χρονολογείται πριν από περισσότερα από 2.200 χρόνια και ...

    X