«Το παγκάκι» η νέα ποιητική συλλογή της Ντίνας Κατσούρη

Και τα 39 ποιήματα της συλλογής περιστρέφονται γύρω από ένα παγκάκι, το οποίο είναι υπαρκτό και βρίσκεται πλησίον του εξοχικού της οικογένειας Κατσούρη στο Μενεού

Γράφει η Μαρία Παύλου / Κλασική Φιλόλογος, Ειδική Επιστήμονας στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κύπρου

Η προτελευταία ποιητική συλλογή της Ντίνας Παγιάση Κατσούρη με τον τίτλο «Τα ποδοσφαιρικά» πρωτοτύπησε «παίζοντας» εκτός έδρας σε ένα γήπεδο παραδοσιακά ανδροκρατούμενο. Το ποιητικό παιχνίδι συνεχίζεται και στην τελευταία της συλλογή, τιτλοφορούμενη «To παγκάκι», με τη διαφορά ότι εδώ η αναμέτρηση εκτυλίσσεται ανάμεσα στο ορισμένο και το γενικό, το περατό και το άπειρο, το χρονικό και το άχρονο, το εφήμερο και το αιώνιο. Σπέρμα για την κυοφόρηση της συλλογής υπήρξε η απώλεια του επί 43 χρόνια συνοδοιπόρου της ποιήτριας, Γιάννη Κατσούρη, ενός σπουδαίου πνευματικού ανθρώπου, που έφυγε στις 5 Ιουλίου του 2010 και στον οποίο είναι με περισσή αγάπη αφιερωμένο «To παγκάκι».

Και τα 39 ποιήματα της συλλογής περιστρέφονται γύρω από ένα παγκάκι, το οποίο είναι υπαρκτό και βρίσκεται πλησίον του εξοχικού της οικογένειας Κατσούρη στο Μενεού. Αυτό το παγκάκι με θέα στη θάλασσα υπήρξε αναπόσπαστο μέρος της ζωής του ανθρώπου, λογοτέχνη και στοχαστή Γιάννη Κατσούρη. Ένα σημείο ενδοσκόπησης και περισυλλογής, αλλά και ζωοδότρα μήτρα σωρείας πνευματικών πονημάτων, όπως εύγλωττα διαφαίνεται στο ποίημα «To τσουνάμι και το παγκάκι»: Kαθόταν όπως πάντα στο παγκάκι / και κοίταζε αφηρημένα τη θάλασσα. / Ξαφνικά ξέσπασε αναπάντεχα το μπουρίνι, / ξεσηκώθηκαν τεράστια κύματα / κάτι σαν τσουνάμι ένα πράμα / που προχωρούσε απειλητικά / προς την ακτή. / Εκείνος / σήκωσε αμυντικά τα χέρια του / προς την επερχόμενη απειλή. / Και τότε από τα δάκτυλά του / άρχισαν να εκτοξεύονται / χιλιάδες λέξεις και στοχασμοί /  χιλιάδες ανομολόγητα σχεδιαγράμματα. /  Kαταλάγιασε το τσουνάμι. / Ο γλωσσικός καταιγισμός / ακύρωνε τις προθέσεις του. / Δεν έκαμε καμιά άλλη προσπάθεια / απλά υποχώρησε. / Σε λίγο ο ήλιος ζέσταινε ξανά το παγκάκι / και Εκείνος / κοίταζε ανακουφισμένος / τη θάλασσα.  Για την ποιήτρια, λοιπόν, αυτό το παγκάκι είναι απόλυτα ταυτισμένο με τον Γιάννη Κατσούρη — ένας χώρος δικός του συναινέσει του ιδίου του σύμπαντος. Όπως διαπιστώνει στο ποίημα «Δεν μπορεί να είναι τυχαίο»: Δεν μπορεί να είναι τυχαίο. / Πάνω στο παγκάκι / βρέθηκαν εφτά βότσαλα / που σχημάτιζαν ένα όνομα. / Δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Είναι, κατά συνέπεια, εύλογο που το Μενεού και το παγκάκι κατέχουν ξεχωριστή θέση στην καρδιά της ποιήτριας και χαρακτηρίζονται ως ο ασπασμός των αγγέλων / προς τα άστρα («Τι είναι για μένα το Μενεού»).

«Το παγκάκι», όμως, δεν αφορά μόνο ένα συγκεκριμένο ξύλινο παγκάκι στο Μενεού, ούτε αποθησαυρίζει με νοσταλγία παρελθούσες όμορφες αναμνήσεις και στιγμές της οικογένειας Κατσούρη στο εκεί εξοχικό της. «Το παγκάκι» δεν γράφεται για να θρηνήσει μιαν απώλεια, αλλά πρωτίστως για να υμνήσει μια συνεχή και αδιάλειπτη παρουσία. Αυτό προοικονομείται στο πρώτο κιόλας ποίημα, που γράφεται σχεδόν έναν μήνα μετά την απώλεια του Γιάννη Κατσούρη και το οποίο, παρά την οδυνηρή διαπίστωση της ποιήτριας ότι «τίποτα πια δεν ήταν το ίδιο», κλείνει με αναφορά σε ένα αγαπημένο χέρι που μοιάζει πλέον να χαϊδεύει και να εναγκαλίζεται τα πάντα. Από την αρχή, επομένως, της συλλογής τίθεται, εμμέσως έστω, το ερώτημα: έφυγε οριστικά, ή μήπως συνεχίζει να «είναι» σε έναν άλλο χρόνο και μιαν άλλη διάσταση; Έφυγε για πάντα, ή μήπως εξακολουθεί να μας συντροφεύει αλλιώς;

Η απάντηση δίνεται ξεκάθαρα στα ποιήματα που ακολουθούν και τα οποία περιστρέφονται τεχνηέντως γύρω από δύο χρονικούς άξονες. Από τη μια είναι ο ευθύγραμμος ιστορικός χρόνος, που ρέει ακατάπαυστα, επιφέροντας αλλαγές, μετατροπές, εξελίξεις κι ανακατατάξεις, κι ο οποίος μορφοποιείται στις ημερομηνίες που αναγράφονται στο τέλος του κάθε ποιήματος. Από την 1η Αυγούστου του 2010, που γράφεται το πρώτο ποίημα, μέχρι τις 4 Ιουνίου του 2017, όταν μπαίνει η τελευταία τελεία, μεσολαβούν πολλά, σημαντικά και ασήμαντα, μικρά και μεγάλα στην οικογένεια των Κατσούρη, στο Μενού, στον κόσμο. Αφενός, η οικογένεια μεγαλώνει με τον ερχομό των διδύμων εγγονιών, του Γιάννη και της Θάλειας, που χρόνο με τον χρόνο μαθαίνουν να αφουγκράζονται τη θάλασσα, να παρατηρούν με προσοχή τα καράβια της και να συνομιλούν με τη Γοργόνα, την αδελφή του Μεγαλέξανδρου, συχνή θαμώνα στο εξοχικό των Κατσούρη («Ο Γιάννης και το παγκάκι», «Η Θάλεια και το παγκάκι», «Ο Γιάννης και η Θάλεια», «Οι ανησυχίες της Θάλειας»).  Επιπλέον, το εξοχικό της οικογένειας υπενοικιάζεται σε αλλοδαπούς πάσης εθνικότητος («Και πάλιν αναστάτωση»), ενώ 16 από τα 27 καράβια που κοσμούν τα ράφια του εξαφανίζονται για λίγο μυστηριωδώς, προκαλώντας γενική αναστάτωση, καθώς η απώλειά τους, όπως επισημαίνει επιστήθια φίλη της ποιήτριας, κάθε άλλο παρά παράπλευρη είναι («Οι παράπλευρες απώλειες»). Αφετέρου,  το Δημοτικό Συμβούλιο του Μενεού προσπαθεί να εξωραΐσει την περιοχή και να ξεφορτωθεί κακήν κακώς το παγκάκι, το οποίο, όμως, προβάλλει σθεναρή αντίσταση («To παγκάκι»), ενώ μελετάται και η κατεδάφιση του Yialos Village στην περιοχή, για να υψωθούν στη θέση του «πολυτελείς επαύλεις και μπάνγκαλοους» («Η κατεδάφιση»). Όσο για τη θάλασσα, εκτός από τα καράβια της γεμίζει πια με σαπιοκάραβα και πλαστικές βάρκες, ξεβράζοντας κάθε τόσο στις ακτές μικρούς και μεγάλους ανέστιους Αϊλάν με πρησμένα πνευμόνια («Οι ανησυχίες της θάλασσας»).

Κι όμως, μέσα σε αυτή την αδιάκοπη αλλαγή, τη ρευστότητα και τις συνεχείς ανατροπές, κάτι παραμένει σταθερό και άφθαρτο, άθικτο από το άγγιγμα του χρόνου, τη δίνη και τον παραλογισμό των γεγονότων. Κάποιος είναι πάντα εκεί, να αγναντεύει τη θάλασσα, να ενημερώνεται ανελλιπώς ότι όλα είναι στη θέση τους («To καράβι που ξέμεινε»), να αγκαλιάζει προστατευτικά τη Θάλεια και τον Γιάννη («Τα καράβια και τα γενέθλια»), να κατευνάζει τα πνεύματα με μίαν απόλυτη αταραξία («Το καινούργιο καράβι», «To παγκάκι»), να επιβεβαιώνει, να καθησυχάζει, να περιβάλλει με στοργή τους αγαπημένους του. Και όχι, αυτό δεν είναι απλώς μια ψευδαίσθηση ή παραίσθηση. Το ίδιο το παγκάκι έχει στείλει στην ποιήτρια το αλάθητο μήνυμά του: Kαι μου μήνυσε το παγκάκι: Mην ανησυχείς / εγώ θα βρίσκομαι εδώ και θα σε περιμένω («To μήνυμα»). Έτσι κι αυτή μπορεί με τη σειρά της να δηλώσει απερίφραστα και ευθαρσώς ότι: Tο παγκάκι θα είναι εκεί. Το παγκάκι θα είναι πάντα εκεί. Το παγκάκι θα είναι πάντα εκεί / και θα σε περιμένει / με τραγούδια, φιέστες / ουζομεζέδες και βεγγαλικά. («Θα είναι πάντα εκεί»).

Το παγκάκι στο Μενεού, λοιπόν, δεν είναι απλώς και μόνο ένα παγκάκι — είναι η ζεστή παρουσία ενός ανθρώπου, που ποτέ δεν έφυγε και που ποτέ δεν θα φύγει. Το παγκάκι, όμως, δεν είναι μόνο αυτό. Μέχρι το τέλος της συλλογής, το παγκάκι είναι ταυτόχρονα ορισμένο και αόριστο, στο Μενεού και παντού, υλικό και άυλο.  Απεκδύεται την ξύλινη, υλική του υπόσταση και περνά σε ένα επίπεδο μετα-χρονικό, σε μια διάσταση, όπου ο χρόνος είναι συμπαγής, άφθαρτος, ακίνητος και αναλλοίωτος. Η γνωστή Ελένη του τελευταίου ποιήματος έχει δίκαιο. Το παγκάκι είναι σύμβολο της αιωνιότητας. Αυτό, άλλωστε, φαίνεται να υπονοεί και η ίδια η ποιήτρια στο ποίημα «Kαι πάλι το παγκάκι»: Είσαι η πηγή / που προστρέχει ο ταξιδιώτης / για να ξεδιψάσει. / Eίσαι το μάννα εξ ουρανού / καταφύγιο για τους πεινασμένους οδοιπόρους. / Είσαι το χρυσάφι του Μίδα / που παραπέμπει / σε μια αιώνια παρουσία.

Αυτή η μετουσίωσή του, βεβαίως, πραγματώνεται χάρη στην ποίηση, η οποία έχει τη δύναμη να αρπάζει κι έτσι να διασώζει από τα γρανάζια του χρόνου ό,τι επιλέγει να καταγράψει στα κατάστιχά της. «Τι ήσυχα που γκρεμίζεται μέσα στην ποίηση ο χρόνος», είχε γράψει κάποτε ο Γιάννης Ρίτσος. Αυτό ακριβώς κάνει «Το παγκάκι». Μάλιστα το κάνει με τόση αγάπη και αφοσίωση, που κανείς πλέον στο Μενεού δεν μπορεί να περάσει από το παγκάκι και να μην αποτίσει ναυτικό χαιρετισμό στον σκεπτόμενο άνδρα που κάθεται εκεί και κοιτά με βλέμμα βαθύ, στοχαστικό κι ατάραχο τη θάλασσα. Όσο για τον Γιάννη Κατσούρη, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πια αγναντεύει τη θάλασσα με τα καράβια της έχοντας πάντα δίπλα του στο παγκάκι ένα αντίτυπο της τελευταίας συλλογής της αγαπημένης του ποιήτριας.

 

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Η επιστροφή

Φιλομήλα Λαπατά – Εκδόσεις Ψυχογιός «Η επιστροφή», το πρώτο βιβλίο μιας μυθιστορηματικής σειράς με ...

Δύο ιδανικοί αυτόχειρες

Και οι δύο γεννήθηκαν τον μήνα Οκτώβριο. Ο ένας στις 30 Οκτωβρίου (1896) και ...

Παρουσίαση βιβλίων του Γιώργου Μολέσκη στην Αθήνα

Την Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2019 παρουσιάστηκαν στο Σπίτι της Κύπρου τα βιβλία του Γιώργου ...

Στις 2 Ιουνίου το ετήσιο παζαράκι του βιβλιοπωλείου Κυριάκου

Στις 2 Ιουνίου πραγματοποιείται το παζαράκι βιβλίου που διοργανώνει ετήσια το K.P.Kyriakou Bookshop στη ...

Αλκυόνη Παπαδάκη: Ζωή από μελάνι

Συνέντευξη στο Δημήτρη Γεωργίου Μία σχέση «καθοριστική» στη ζωή του κάθε ανθρώπου, τη σχέση ...

«Ανθολογία Κυπριακής Ποίησης 1960-2018»

Με απαγγελίες από τους ίδιους τους ανθολογημένους ποιητές θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου, ...

X