Firin makarnasi και μακαρόνια του φούρνου

Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου

Αν περνούσες εκείνη τη μέρα από το στενό, λίγο πιο κάτω από το κάστρο της πρωτεύουσας, θα έβλεπες μια ψηλή μελαχρινή φιγούρα να προχωρά με βήμα ανυπόμονο, κρατώντας με περίσσια προσοχή ένα στρογγυλό ταψί σκεπασμένο με μια στρώση αλουμινόχαρτο. Απάνω του ανοιχτό ένα σχεδόν κουρελιασμένο χαρτάκι που έγραφε κάτι με έντονους μαύρους αγγλικούς χαρακτήρες.

Με το ίδιο ανυπόμονο βήμα, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’90, αυτή η ψηλή μελαχρινή φιγούρα είχε μπει στην αίθουσα όπου θα περνούσε τα φοιτητικά της χρόνια. Μπρίστολ, δυτική Αγγλία. Μια άγνωστη ανάμεσα σε αγνώστους, η Ελπίδα έψαχνε για γνώριμες φυσιογνωμίες που θύμιζαν κάτι από Μεσόγειο. Σαν από ένστικτο είχε εστιάσει την προσοχή της σε ένα μελαχρινό κορίτσι με αμυγδαλωτά μάτια και χαμόγελο που θα το αποκαλούσε σχεδόν ελληνικό. Χωρίς δεύτερη σκέψη, μάλλον βιαστικά, κατευθύνθηκε προς το μέρος της. Εκείνη της έγνεψε καταφατικά, παραχωρώντας τη διπλανή καρέκλα.

Αμέσως μετά η καθηγήτρια, μις Τέιλορ την έλεγαν, μπήκε στην αίθουσα. Η μις Τέιλορ καλωσόρισε τους φοιτητές στο πρώτο μάθημα Κοινωνιολογίας και τους ζήτησε να συστηθούν. Σαν ήρθε η σειρά της διπλανής της, η Ελπίδα τέντωσε τα αφτιά της με περιέργεια. “I’m from Cyprus”, άρχισε το κορίτσι. Ήταν η πρώτη φορά που η Ελπίδα παρατηρούσε πόσο όμορφα ηχούσε το όνομα της πατρίδας της. Γύρισε αυθόρμητα προς το μέρος της και αναφώνησε “κι εγώ!”. Μετά, θυμήθηκε πού βρισκόταν, αγχώθηκε, κοκκίνισε και ξαναπήρε την προηγούμενη συνεσταλμένη στάση. Η καρδιά της όμως πήγαινε να σπάσει. Ήθελε να τελειώσει τώρα αμέσως αυτή η διάλεξη, να αρχίσει να μιλάει επιτέλους ελληνικά, να τη ρωτήσει σε ποια εστία μένει, να πάνε για καφέ ή και για μπίρα – δεν την πείραζε. Η συμπατριώτισσά της συνέχισε να συστήνεται. Έμενε στην πρωτεύουσα, τη Λευκωσία. Την έλεγαν… Η Ελπίδα δεν καλοάκουσε το όνομα. Πήγε να της φανεί λιγάκι αλλόκοτο, αλλά μάλλον δεν είχε ακούσει καλά. Όταν συστήθηκαν όλοι, η μις Τέιλορ τούς έδωσε την πρώτη εργασία: “Η ψυχογραφία των λαών”. Ελπίδα και διπλανή ορίστηκαν ομάδα. Είχαν μια βδομάδα διορία να προετοιμάσουν την παρουσίαση. Με το που τελείωσε το μάθημα, η Ελπίδα γύρισε προς τη συμπατριώτισσά της. Έσκασε ένα χαμόγελο, τέντωσε το χέρι και συστήθηκε επίσημα: “Ελπίδα”. “Ελβάν”, είπε αυτή. “Από πού βγαίνει;”, απόρησε η Ελπίδα. Η Ελβάν δεν καταλάβαινε. Η Ελπίδα την κοίταξε με απορία. Το γύρισε κι αυτή στα αγγλικά. Δεν είχε μόλις πει πως είναι από την Κύπρο; Ναι, αλλά δεν μιλούσε ελληνικά. Μιλούσε τουρκικά. Κατ’ ακρίβεια, όπως εξήγησε, μιλούσε την κυπριακή τουρκική διάλεκτο. Η Ελπίδα πάγωσε. Ήθελε να τρέξει, να προλάβει τη μις Τέιλορ στον διάδρομο, να της πει πως κάποιο λάθος είχε γίνει, πως δεν μπορούσε να κάνει την εργασία με αυτήν… Για ποια εθνογραφικά χαρακτηριστικά θα μιλούσαν; Για ποια ψυχογραφία των λαών; Για ποιο λαό; Εμφανώς ταραγμένη αποτράβηξε το χέρι και άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της. Με το ζόρι δέχτηκε να ανταλλάξουν διευθύνσεις για να συναντηθούν. Κάπου ουδέτερα. Σε μια καφετερία κάτω από την εστία της Ελβάν την επομένη στις έξι το απόγευμα.

Έξι ακριβώς ήταν εκεί. Ούτε καφέ δεν θέλησε να παραγγείλει. Βιαζόταν να ξεκινήσουν την εργασία. Ας άρχιζαν με την ιστορία του νησιού. Η Ελπίδα ήταν ξεφτέρι στην Ιστορία. Έξι χρόνια στο γυμνάσιο, όλο εικοσάρια έπαιρνε. Έβγαλε το σημειωματάριό της και σχεδίασε μια μακριά οριζόντια γραμμή. Έπειτα, άρχισε να σημειώνει χρονολογίες και ιστορικές περιόδους, ώσπου έφτασε αισίως στα νεότερα.

Τουρκοκρατία, Αγγλοκρατία, ανεξαρτησία, τουρκική εισβολή. Η Ελβάν άφησε τον καφέ. Όχι “εισβολή”. “Πόλεμος”. Διόρθωσε και ξανάπιασε το φλιτζάνι. Η Ελπίδα δεν άντεξε. Όλο εκείνο το κύμα θυμού που την κατέκλυζε από χθες μετουσιώθηκε σε έναν χείμαρρο λέξεων που ούτε και η ίδια δεν ήξερε πώς τα βρήκε και τις μετέφρασε στην αγγλική. Η Ελβάν την κοίταζε σιωπηλή. Ύστερα πήρε το στυλό, σχεδίασε εμβόλιμα κάποια τοξάκια ανάμεσα στο 1960 και το 1974, και σημείωσε κάτι περίεργες χρονολογίες. Τίποτα δεν έλεγαν στην Ελπίδα όλα αυτά. Ανακάλεσε στη μνήμη της το μπλε σχολικό βιβλίο. Στη μια σελίδα ο αγώνας της ΕΟΚΑ και κάτω-κάτω μια κατακλείδα για την αρμονική συμβίωση των κατοίκων μετά το ’60. Στην επόμενη σελίδα, το παιδί με τα λυπημένα μάτια και τη φωτογραφία στο χέρι. Ήθελε πραγματικά να τελειώσει η συνάντηση αυτή. Δεν θα κολλούσαν στις λέξεις. Θα μιλούσαν μόνο για την κατάσταση. Η μισή Κύπρος υπό κατοχή και να τελειώνουμε. Ναι, αλλά κι εκείνοι είχαν πρόσφυγες. Και αγνοουμένους. Η Ελπίδα την κοίταξε σαν να ήταν από άλλο πλανήτη. Μιλούσαν όντως για την ίδια πατρίδα; Πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν ήθελε να δώσει συνέχεια. Ήταν τόσο το άγχος της να τα πάει καλά σ’ αυτήν την πρώτη εργασία και τόση η έγνοια της να τελειώσει με την ατυχή συνεργασία, που πρότεινε να αφήσουν τα περί σύγχρονης ιστορίας για το τέλος. Ας επικεντρώνονταν κάπου αλλού. Κάπου που θα συμφωνούσαν τελοσπάντων. Στις οκτώ έκλεινε η καφετερία κι εκείνες δεν είχαν σημειώσει τίποτα απολύτως πέρα από εκείνο το διαστρεβλωμένο χρονοδιάγραμμα. Ας συνέχιζαν την εργασία στο δωμάτιό της, πρότεινε η Ελβάν. Η Ελπίδα όμως με πρόσχημα πως πεινούσε αντιπρότεινε να μεταφερθούν στη διπλανή pub. Παρήγγειλε μια μπίρα και ένα άνοστο μπέργκερ. Μα ούτε κι έτσι δεν γέμισε το σημειωματάριό της. Η μια μιλούσε για εκκλησίες, Πάσχα και Χριστούγεννα, κι η άλλη για τεκέδες, Ιντ αλ-φιτρ και διακοπές του Φλεβάρη. Κατά τις έντεκα και μισή ακούστηκε το κουδουνάκι – κάλεσμα για την τελευταία μπίρα. Κοίταξε το ρολόι της και χλόμιασε. Η εστία της βρισκόταν κάπου στα είκοσι λεπτά μακριά. Πώς θα κυκλοφορούσε στους σκοτεινούς δρόμους του Μπρίστολ τέτοια ώρα; Τελικά έγινε αυτό που φοβόταν. Η Ελβάν θα τη φιλοξενούσε στο δωμάτιό της. Θα περνούσε εκεί το βράδυ. Ήταν λύση ανάγκης, που όμως έκανε ακόμα πιο ανυπόφορο εκείνο τον κόμπο που την έπνιγε από το απόγευμα. Πέρασαν ολόκληρο το επόμενο πρωινό σκυμμένες πάνω από ένα σχεδόν άδειο σημειωματάριο. Δεν θα γλύτωνε το απροβίβαστο, το ένιωθε η Ελπίδα. Η Ελβάν πρότεινε να φάνε κάτι, μπας και κατάφερναν να σκεφτούν καλύτερα. Πήγε στην κοινόχρηστη κουζίνα και έβαλε ένα ταψί στον φούρνο. Το είχε ετοιμάσει η μαμά της και το είχε φέρει μέσα σε μια παγωνιέρα μαζί με άλλα καλούδια από την πατρίδα. Και της Ελπίδας η μαμά το ίδιο είχε κάνει. Καρφίτσα δεν έπεφτε μέσα στη βαλίτσα που είχε κουβαλήσει από την Κύπρο. Ακόμα και αλλαντικά της είχε βάλει – τι ξέρουν οι Άγγλοι από αλλαντικά. Η Ελβάν γέλασε και η Ελπίδα έκανε μια γκριμάτσα που έμοιαζε με χαμόγελο. “Έτοιμο το φαγητό. Δεν ξέρω αν θα σ’ αρέσει. Νομίζω πως είναι κυπριακό, αλλά ίσως να ‘ναι τουρκικό τελικά. Λέγεται firin makarnasi. Είναι χοντρά μακαρόνια…”.

“Χοντρά μακαρόνια με κιμά και κρέμα!”, συμπλήρωσε η Ελπίδα. “Firin makarnasi εσείς, μακαρόνια του φούρνου εμείς”. Τα δύο κορίτσια κοιτάχτηκαν με χαμόγελο. Τελικά ήταν όντως κυπριακό το φαγητό. Και η ονομασία του ελληνική. Η Ελπίδα έπιασε το πιρούνι και δοκίμασε. Δεν είχε φάει ποτέ της πιο νόστιμα μακαρόνια του φούρνου. Ούτε της γιαγιάς, ούτε της θείας Μαρίας δεν ήταν τόσο μυρωδάτα. Και τότε, πάνω από τη μεθυστική μυρωδιά του δυόσμου, συμφώνησαν για πρώτη φορά. Στην εργασία θα μιλούσαν για το κυπριακό φαγητό, για το χαλούμι, το λάδι, τα γλυκά του κουταλιού και τα εσπεριδοειδή. Θα πρόσφεραν μάλιστα στο ακροατήριο μικρά δείγματα απ’ όσα κυπριακά εδέσματα είχαν φέρει μαζί τους. Κι όσο για τα υπόλοιπα ζητήματα, ας παρουσίαζε η καθεμιά τη δική της εκδοχή. Στο κάτω-κάτω, το ίδιο μονόπλευρη θα ήταν. Η Ελπίδα δεν θυμόταν τι βαθμό τούς είχε βάλει τελικά η μις Τέιλορ. Έτσι κι αλλιώς, είχε αποκτήσει μια φιλία τόσο ξεχωριστή που όλοι οι βαθμοί του κόσμου φάνταζαν ελάχιστοι για να την προσμετρήσουν. Τα τρία χρόνια που ακολούθησαν, έμαθαν να αποφεύγουν τα ευαίσθητα ιστορικά θέματα και να επικεντρώνονται στα άλλα, τα πανανθρώπινα – τον έρωτα, τις σχέσεις, τις σπουδές, το μέλλον, τα όνειρά τους. Με το τέλος των σπουδών τους αντάλλαξαν χαρτάκια με τις διευθύνσεις τους. “Tanzimat sokagi”, της είχε γράψει με έντονους μαύρους αγγλικούς χαρακτήρες. Αν ποτέ ενωνόταν το νησί, αν ποτέ άνοιγαν τα οδοφράγματα…

Στις 23 Απριλίου του 2003 τα οδοφράγματα άνοιξαν. Αν περνούσες εκείνη τη μέρα από το στενό, λίγο πιο κάτω από το κάστρο της πρωτεύουσας, θα έβλεπες μια ψηλή μελαχρινή φιγούρα να προχωρά με βήμα ανυπόμονο, κρατώντας με περίσσια προσοχή ένα στρογγυλό ταψί μακαρόνια του φούρνου σκεπασμένο με μια στρώση αλουμινόχαρτο. Απάνω του ανοιχτό ένα σχεδόν κουρελιασμένο χαρτάκι: “Tanzimat sokagi”. Η Ελπίδα διάβασε την ταμπέλα. Βρισκόταν στο σωστό μέρος. Κι ας μην είχε ενωθεί ακόμα το νησί.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Οι πένθιμες μέρες

Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου Κάθε είκοσι Ιουλίου, ο δάσκαλος ξυπνούσε από τις τέσσερις το ...

Ο πατήρ ενός (υ)ιού

Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου | katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk Ο άνθρωπός μας, κύριος Θεοφύλαχτος Διγενίδης, διέθετε όλα ...

Λίγο πριν από το τέλος της οδού Αθηνών

Της Κατερίνας Μικελλίδου / katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk Απ’ όλα τα μέρη του κόσμου που είχε δει ...

Ο θάνατος ενός υπαλλήλου

Της Κατερίνας Μικελλίδου Εκείνο το πρωινό έμπαινε με αδιαθεσία στο γραφείο του. Μισούσε τις ...

Ο ψηφοφόρος

Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου /katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk Το βάπτισμα του πυρός ως ψηφοφόρος το είχε λάβει ...

Η μάνα του δόκτορος

Η μάνα του πάσχιζε ακόμα να το χωνέψει – ο γιος της δεν ήταν ...

X