Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα

Ένα τέλεια συντονισμένο σύνολο ήχου, εικόνας και κίνησης, το οποίο, υπό την καθοδήγηση της Λέας Μαλένη, δημιουργεί ένα υψηλής ευκρίνειας ψηφιδωτό, βοηθώντας τον θεατή να δει και να ακούσει τον κόσμο έτσι όπως τον βλέπει και τον ακούει ο Κρίστοφερ

Συγγραφέας: Μαρκ Χάντον
Διασκευή: Σάιμον Στίβενς
Μετάφραση-σκηνοθεσία: Λέα Μαλένη
Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Γιάννου
Μουσική-ηχητικό υπόστρωμα: Χριστίνα Γεωργίου
Κίνηση: Φρόσω Κορρού
Εικονικό περιβάλλον-3D projection mapping: Στάθης Μήτσιος
Σχεδιασμός φωτισμών: Γεώργιος Κουκουμάς
Ερμηνεύουν: Έλενα Δημητρίου, Λουκάς Ζήκος, Θανάσης Ιωάννου, Φώτης Καράλης, Αντρέας Κουτσόφτας, Μαρία Μιχαήλ, Ελένη Σμυρνιού, Γιώργος Τζωρτζής, Στέλα Φυρογένη, Μυρσίνη Χριστοδούλου

Ο Κρίστοφερ είναι διαφορετικός. Είναι ένα παιδί με “συμπεριφορικά προβλήματα”, γράφει ο συγγραφέας του μυθιστορήματος “The Curious Incident of the Dog in the Night-time”, Μαρκ Χάντον, προσπαθώντας να απαλλάξει τον δεκαπεντάχρονο ήρωά του από την ετικέτα του πάσχοντος από “Σύνδρομο Άσπεργκερ” ή -πιο απλά- του αυτιστικού παιδιού: δεν του αρέσει να τον αγγίζουν, ουρλιάζει όταν είναι θυμωμένος ή μπερδεμένος, χτυπάει, βογκάει, δεν του αρέσει το κίτρινο, δεν χαμογελάει, δεν μπορεί να κατανοήσει τον μεταφορικό λόγο, δεν μπορεί να πει ψέματα, δεν του αρέσουν οι δυνατοί θόρυβοι, δεν μιλάει σε αγνώστους, δεν τρώει το φαγητό του αν το ένα είδος τροφής ακουμπάει το άλλο, δεν του αρέσει το θέατρο γιατί οι ηθοποιοί υποδύονται κάτι που δεν είναι. Έχει φωτογραφική μνήμη, λατρεύει τα μαθηματικά, τα ζώα, το Διάστημα, τα αστυνομικά μυθιστορήματα και τον Σέρλοκ Χολμς. Ο κόσμος του είναι κυριολεκτικός, λογικός και ταξινομημένος σε μικρά κουτιά για να μπορούν να έχουν νόημα και συνοχή. Οτιδήποτε διαταράζει την τάξη [όπως η αλλαγή στη θέση των επίπλων ή μια φράση όπως “τα βρήκα σκούρα”] τον μπερδεύει, τον αποσυντονίζει.

Η βασική ιστορία του έργου είναι απλή, σχεδόν παιδική, με αρκετά, μάλιστα, κλισέ: με αφορμή τη δολοφονία του σκύλου της γειτόνισσας, ο Κρίστοφερ ξεκινά για ένα μακρύ ταξίδι με στόχο τη διαλεύκανση του φόνου. Το ταξίδι αυτό θα είναι περιπετειώδες, θα γίνει η αφορμή να αποκαλυφθούν οικογενειακά μυστικά, θα φέρει ανθρώπους προ των ευθυνών τους και θα αναγκάσει τον Κρίστοφερ να ξεπεράσει τους φόβους και τις ανασφάλειές του, αφήνοντάς τον [μας] με το αισιόδοξο, αλλά αναπάντητο, ερώτημα: “Μήπως μπορώ να κάνω τα πάντα;”. Η ιδιαιτερότητα του έργου έγκειται στο ότι η ιστορία αυτή παρουσιάζεται μέσα από τα μάτια και το μυαλό του Κρίστοφερ και όχι ως μια αντικειμενική συνθήκη από έναν παντογνώστη αφηγητή, συγγραφέα ή σκηνοθέτη. Η υποκειμενική οπτική του Κρίστοφερ γίνεται αντιληπτή στο τέλος της πρώτης πράξης, όταν ο θεατής κατανοεί ότι αυτή παρουσιάζεται μέσα από το βιβλίο στο οποίο ο πρωταγωνιστής κατέγραψε το βίωμά του, ενώ στο δεύτερο μισό το βιβλίο μεταμορφώνεται σε σχολική θεατρική παράσταση. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που τα περιστατικά και οι χαρακτήρες του έργου παρουσιάζονται πότε με ανεπιτήδευτη αφέλεια και αθωότητα και πότε με παιδική σκληρότητα και αυθόρμητο συναισθηματισμό.

Πώς μεταφέρεις, λοιπόν, αυτόν τον τόσο περίπλοκα δομημένο κόσμο στη σκηνή; Το best seller μυθιστόρημα του Χάντον συναντά την εξαιρετική διασκευή του θεατρικού συγγραφέα Σάιμον Στίβενς, ενώ ολοκληρώνεται σκηνικά το 2012 μέσα από την ευφάνταστη σκηνοθεσία της πολυβραβευμένης Marianne Elliot για το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας. Η σκηνοθεσία της Elliot θεωρήθηκε μια σπουδή στο θέατρο υψηλής τεχνολογίας και, παρά τις αμφιβολίες μιας μερίδας της κριτικής για το κατά πόσο αυτό το animated υπερθέαμα αποκλίνει από την ουσία της τέχνης του θεάτρου, γεγονός παραμένει ότι καθόρισε [και συνεχίζει ακόμη] και απογείωσε την πορεία του έργου εντός και εκτός αγγλικών συνόρων.

Το ότι η σκηνοθεσία της Λέας Μαλένη “πατά” πάνω σε αυτήν της Elliot, χρησιμοποιεί κοινούς κώδικες επικοινωνίας με τον ήρωα και το κοινό και σε αρκετά σημεία χρησιμοποιεί κοινά ευρήματα, δεν μειώνει ούτε στο ελάχιστο το κατόρθωμά της. Γιατί αυτό που παρακολουθούμε στη σκηνή του ΘΟΚ, η οποία αποκαλύπτει για πρώτη φορά αυτού του είδους τις δυνατότητες, είναι κατόρθωμα. Η Λέα Μαλένη μπήκε, εισέβαλε θα έλεγα, στο μυαλό και τον κόσμο, όχι μόνο του Μαρκ Χάντον και του Σάιμον Στίβενς, αλλά και του ίδιου του Κρίστοφερ. Και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στο ότι η Λέα Μαλένη υπογράφει και τη μετάφραση του έργου, αποδεικνύοντας πόσο σημαντική είναι η επαφή του σκηνοθέτη με το έργο στην πρωτότυπη μορφή του.

Είναι δύσκολο να αποκωδικοποιήσει κανείς όλο αυτόν τον καταιγισμό σκηνοθετικών ευρημάτων, τα οποία υλοποιούνται σκηνικά μέσα από την επίμοχθη εργασία και τον ακριβή συντονισμό πολλών συντελεστών. Το εξαίρετο και πολυδαίδαλο εικονικό περιβάλλον που δημιουργεί ο Στάθης Μήτσιου στους τοίχους και το πάτωμα, μαζί με τους περίπλοκους φωτισμούς του Γεώργιου Κουκουμά δίνουν, με μια αίσθηση διαρκούς κίνησης, τρισδιάστατη υπόσταση σε κάθε σκέψη και φαντασίωση του Κρίστοφερ, του κόσμου μέσα του και του κόσμου έξω από αυτόν: μαθηματικές πράξεις, πλανήτες και Διάστημα, σπίτια, γειτονιές, δρόμοι στο κέντρο του Λονδίνου, υπόγειος σιδηρόδρομος. Το εικονικό αυτό περιβάλλον αλληλεπιδρά με εκπληκτικό συντονισμό με τον σκηνικό χώρο [Γιώργος Γιάννου], τον οποίο δημιουργούν με αστείρευτη ενέργεια οι ίδιοι οι ηθοποιοί, οι οποίοι καλούνται όχι μόνο να ενσαρκώσουν πολλαπλούς ρόλους και να αλλάξουν -αχρείαστα κατά τη γνώμη μου- αμέτρητες φορές κοστούμια, αλλά και να δημιουργήσουν ή να γίνουν οι ίδιοι κομμάτι του σκηνικού. Μέσα σε ένα “κουτί” με τρεις τοίχους, κύβοι στήνονται και ξεστήνονται, καταπακτές ανοίγουν και κλείνουν αποκαλύπτοντας μικρά σκηνικά ευρήματα [ακόμη και μακέτες οι οποίες με τη χρήση κάμερας δημιουργούν μέσα από την προβολή την ψευδαίσθηση ενός σκηνικού σε κανονικές διαστάσεις], κορνίζες φωτίζονται για να δημιουργήσουν το περίγραμμα μιας πόρτας ή ενός τρένου, ήχοι δημιουργούνται ζωντανά από τους ίδιους τους ηθοποιούς φτιάχνοντας ένα ασταμάτητο ηχητικό υπόστρωμα [Χριστίνα Γεωργίου]. Ένα τέλεια συντονισμένο σύνολο ήχου, εικόνας και κίνησης, το οποίο, υπό την καθοδήγηση της Λέας Μαλένη, δημιουργεί ένα υψηλής ευκρίνειας ψηφιδωτό, βοηθώντας τον θεατή να δει και να ακούσει τον κόσμο έτσι όπως τον βλέπει και τον ακούει ο Κρίστοφερ.

Το έργο των ηθοποιών που καλούνται να δημιουργήσουν όλο αυτό το σκηνικό αποτέλεσμα απαιτούσε εξαντλητικούς ρυθμούς, ασταμάτητη κίνηση, σωματική και νοητική εγρήγορση, ούτως ώστε τα πάντα να λειτουργούν με χειρουργική ακρίβεια και συντονισμό. Και το πέτυχαν όλοι ανεξαιρέτως. Απολαυστική η Ελένη Σμυρνιού στον ρόλο της κ. Αλεξάντερ, δίνοντάς του μια σχεδόν καρτουνίστικη υπόσταση. Ο Αλέξανδρος Παρίσης δίνει με την ερμηνεία του όλο το εύρος των ψυχικών και συναισθηματικών συγκρούσεων του πατέρα που εγκαταλείπεται, κάνει λάθη, αγαπά, ξεσπά, χάνει την υπομονή του, μετανοεί και ζητά συγχώρεση. Η Έλενα Δημητρίου ισορροπεί με σταθερότητα και μακριά από μελοδραματισμούς, κάνοντας απτό και κατανοητό το δίλημμα της μητέρας ανάμεσα στην ανάγκη της να δραπετεύσει από μια σχεδόν αφόρητη καθημερινότητα και την αγάπη της για το “ιδιαίτερο” παιδί της. Η Στέλα Φυρογένη ερμηνεύει με ευαισθησία, χιούμορ και χωρίς περιττούς συναισθηματισμούς τον σημαντικότερο, ίσως, άνθρωπο για τον Κρίστοφερ, φέρνοντας εις πέρας τον τριπλό της ρόλο: της δασκάλας που τον συνδέει με τον έξω κόσμο, του αφηγητή της ιστορίας και, κάποιες στιγμές, της φωνής ή της συνείδησης του ίδιου του Κρίστοφερ. Εξαιρετικός ο Αντρέας Κουτσόφτας στον δύσκολο και εξαντλητικό ρόλο του Κρίστοφερ. Με όση δόση εξωστρέφειας και υπερκινητικότητας ήταν απαραίτητη, με ευαισθησία και προσοχή, έδωσε μέσα από τη λεπτοδουλεμένη ερμηνεία του όλο το φάσμα και τις διακυμάνσεις στη συμπεριφορά, το ύφος και την κίνηση ενός τόσο ιδιαίτερου παιδιού.

Θα μπορούσα να γκρινιάξω για τη μεγάλη διάρκεια της παράστασης, για την “κοιλιά” που κάνει το δεύτερο μέρος, το κάπως “εύκολο” τέλος, την κούραση του θεατή όταν περάσει ο πρώτος εντυπωσιασμός και αγωνίζεται να απορροφήσει την ταυτόχρονη δράση σε όλη την έκταση της σκηνής ή για το ότι στο τελικό αποτέλεσμα σε κερδίζει περισσότερο ίσως η εικόνα, παρά η ουσία. Ωστόσο, σε κερδίζει. Σε παρασύρει σε μια εικονική περιπέτεια και σε προκαλεί να ακολουθήσεις, να παίξεις, να λύσεις γρίφους και μαθηματικές πράξεις. Και όταν ο τρισδιάστατος κόσμος σβήσει, μένει μόνη η εικόνα του Κρίστοφερ, του παιδιού που καλείται να υπάρξει σε έναν κόσμο που τον φοβίζει και τον μπερδεύει. Όπως, δηλαδή, και οι περισσότεροι από εμάς.

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

Ακροάσεις στον ΘΟΚ για το «Μιστέρο Μπούφο»

Το γνωστό έργο του Ντάριο Φο «Μιστέρο Μπούφο» θα αποτελέσει την καλοκαιρινή παραγωγή του ...

Παγκόσμια Ημέρα Θέατρου: οι εκδηλώσεις

Μία εβδομάδα όλο θέατρο έρχεται ξεκινώντας από αύριο, ένεκα της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου, όπως ...

Το “Αψίνθιον=Δηλητήριον” έρχεται στη Λευκωσία

Το Θέατρο Σκάλα θα ολοκληρώσει τον κύκλο των παραστάσεων του με το συγκλονιστικό έργο ...

«Ο επισκέπτης» ανεβαίνει σε παγκύπρια πρώτη από την Alpha Square

Σε μια ξεχωριστή αίθουσα με άρωμα εποχής, στο Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου στην ...

Εργαστήριο της Τρίτης «Έστω ότι…» στο Θεατρικό Μουσείο Κύπρου

Μια σειρά εργαστηρίων που πραγματοποιήθηκαν στο Θεατρικό Καταφύγιο ΘΟΚ ως “Εργαστήρια της Τετάρτης” κατά ...

Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας: πρεμιέρα τον Απρίλιο του 2019

Γράφει η Γιώτα Χατζηκώστα  Εκτός απροόπτου, το για χρόνια ερειπωμένο μετά την πτώση της ...

X