Σύλληψη / σκηνοθεσία: Παναγιώτης Λάρκου
Σχεδιασμός φωτισμού: Σταύρος Ευλαμπίου
Μουσική: Χάρης Ιωάννου
Ερμηνεύουν: Βασιλική Κυπραίου, Γιώργος Κυριάκου, Παναγιώτης Μπρατάκος, Τζωρτζίνα Τάτση, Παναγιώτης Τοφή, Χάρης Ιωάννου
Αποθήκες ΘΟΚ

Οι πέντε μικροί ξένοι έκλεισαν την πόρτα του σαλονιού τους, που παρέμεινε ανοιχτό για έξι γεμάτους, δημιουργικούς μήνες. Με τις δράσεις στις Αποθήκες να έχουν ολοκληρωθεί, θα μπορούσε κανείς [διοργανωτές, επιμελητές, συμμετέχοντες, κοινό] να επιχειρήσει μια πιο σφαιρική, και όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική αξιολόγηση του όλου εγχειρήματος. Οι δύο επιμελητές, στους οποίους ανατέθηκαν οι δράσεις των δύο τριμήνων, έφεραν επί σκηνής [ακόμη και επί οθόνης, επί τοίχου, επί τάπητος] το δικό τους καλλιτεχνικό όραμα, τις δικές τους επιδράσεις, τα δικά τους είδωλα, τις δικές τους αισθητικές προτάσεις.

Ο Στέφανος Δρουσιώτης με το φεστιβαλικό του “Dubitanda” θέλησε να φέρει το κοινό σε επαφή με τους σημαντικότερους σταθμούς της ιστορίας του παγκόσμιου θεάτρου μέσα από τις εύστοχα επιλεγμένες προβολές κομβικών και ρηξικέλευθων παραστάσεων, έφερε επί σκηνής και σε διάλογο με το κοινό σημαντικούς σκηνοθέτες της Ελλάδας [Νίκος Καραθάνος, Μιχαήλ Μαρμαρινός, Δημήτρης Παπαϊωάννου], φιλοξένησε παραστάσεις από την Ελλάδα [“Relic”, “The Hero”], δημιούργησε δύο πλατφόρμες για νέους Κύπριους δημιουργούς και παρουσίασε τη δική του σκηνοθετική πρόταση μέσα από τις τρεις του “Εικόνες”. Ένα εσωστρεφές, ενίοτε αυτοαναφορικό και ελιτίστικο φεστιβάλ, αλλά με δράσεις συγκεκριμένες, μεθοδικές και στοχευμένες, η σημασία του οποίου έγκειται πρωτίστως -κατά τη γνώμη μου πάντοτε- στη δυνατότητα που δόθηκε στο κοινό να γνωρίσει, έστω και μέσα από προβολές, παραστάσεις, σκηνοθέτες και ομάδες που έθεσαν υπό αμφισβήτηση, διαμόρφωσαν ή επαναπροσδιόρισαν την πορεία της σύγχρονης παραστασιακής τέχνης [Richard Schechner, Klaus-Michael Gruber, Tandeusz Kantor, Bob Wilson, Romeo Castellucci, Pina Bausch, Wooster Group, Δημήτρης Παπαϊωάννου].

Με τον Παναγιώτη Λάρκου επιμελητή του δεύτερου τρίμηνου, οι Αποθήκες μεταμορφώθηκαν σε ένα καλοστημένο “σαλόνι των ξένων” και δόθηκαν στη διάθεση 30 και πλέον νέων καλλιτεχνών [σκηνοθετών, ηθοποιών, μουσικών, φωτιστών, εικαστικών, χορογράφων] για να γράψουν στίχους στους τοίχους, να ζωγραφίσουν με μπογιές στο χαλί, να αποδομήσουν τα καθεστώτα ευγενείας, να γεμίσουν το σαλόνι με τρολ, να παίξουν, να γιορτάσουν, να αυτοσχεδιάσουν, να δημιουργήσουν θέατρο χωρίς κείμενο, να συνεργαστούν, να πειραματιστούν σε νέες θεατρικές φόρμες, και αφήνοντας τη δική τους ηχώ [στο χάος;] να επικοινωνήσουν, ουσιαστικά, με το κοινό. Να το συγκινήσουν, να το κάνουν να γελάσει, να σκεφτεί, να προβληματιστεί: “το θέατρο είναι ένα δυνατό εργαλείο διαμόρφωσης κριτικής σκέψης. Και η κριτική σκέψη είναι το βέλος στη φαρέτρα του καθενός, με την πιο ακονισμένη αιχμή. Είναι αυτό που μας κάνει δυνητικά επικίνδυνους”, αναφέρει στο σημείωμά του ο Παναγιώτης Λάρκου. Εκφράζοντας την ανησυχία του για τη μετατροπή του εγχώριου θεάτρου σε “σαλόνι για λίγους και εκλεκτούς”, επιχειρεί μέσα από το δραστήριο, πολυποίκιλο και ανατρεπτικό πρόγραμμα το οποίο επιμελήθηκε, να ανοίξει το θεατρικό σαλόνι και να επικοινωνήσει με το κοινό μέσα από δράσεις που πρέπει, πάση θυσία, όπως αναφέρει ο ίδιος, να γίνουν κατανοητές. Έχω, ωστόσο, τις αμφιβολίες μου, εάν ο στόχος αυτός επετεύχθη.

Όταν το σαλόνι άνοιξε με το “Καθεστώς ευγενείας” του Λέανδρου Ταλιώτη και της Άννας Φωτιάδου, παρακολουθήσαμε μια πολλά υποσχόμενη παράσταση με τη μορφή του επινοημένου θεάτρου, το οποίο, ναι μεν άφησε ερωτηματικά και αναπάντητα ερωτήματα, ωστόσο η επινοητικότητά του είχε όρια, είχε στόχους, είχε ροή, είχε νόημα και κατόρθωσε να επικοινωνήσει με το κοινό. Στην πορεία του τριμήνου, ωστόσο, τα στοιχεία αυτά χάθηκαν μέσα στη μεγάλη ποικιλομορφία των δράσεων. Οι πέντε μικροί ξένοι που άνοιξαν το σαλόνι [Βασιλική Κυπραίου, Γιώργος Κυριάκου, Παναγιώτης Μπρατάκος, Τζωρτζίνα Τάτση, Παναγιώτης Τοφή], το έκλεισαν μετά από προσωπική πρόταση του Παναγιώτη Λάρκου, καθώς τα σημάδια κούρασης και επαναληπτικότητας ήταν έκδηλα. Μέσα από μια σουρεαλιστική συρραφή προσωπικών αφηγημάτων με έντονες εικαστικές παραπομπές στην “Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων” [κουνέλια, σπίτι-αμύγδαλο, τα ομιλούντα σερβίτσια], οι πέντε ηθοποιοί και ο “εισβολέας” πιανίστας [Χάρης Ιωάννου] μεταμορφώνονταν διαρκώς και δημιουργούσαν ένα “μπουνιουελικό” σύμπαν [για κάποιο λόγο κατά τη διάρκεια της παράστασης στριφογύριζε στο μυαλό μου ο “Ανδαλουσιανός σκύλος”], όπου μέσα από μια ιστορία δέκα κεφαλαίων κατέρρεαν οι συζυγικές / αδελφικές / γονεϊκές σχέσεις, ενώ θίγονταν θέματα ακραίας βίας, έλλειψης επικοινωνίας, κοινωνικής καταπίεσης, μοναξιάς και απομόνωσης. Η πορεία της παράστασης, ωστόσο, έδινε την αίσθηση ενός αποπροσανατολισμένου αφηγήματος χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, ανένταχτου σε οποιοδήποτε συγκείμενο, με φλύαρη επανάληψη των σκηνοθετικών ευρημάτων και το οποίο, εν τέλει, αδυνατούσε να επικοινωνήσει με το κοινό.

Με την τελική του πρόταση, το σαλόνι των ξένων έθεσε, σε μένα τουλάχιστον, ακόμη πιο έντονα το ερώτημα κατά πόσον το θέατρο απευθύνεται σε μια “ελίτ” θεατών. Και εάν το συγκεκριμένο πρόγραμμα προσπάθησε να αποδομήσει την “ελίτ” του “καθωσπρέπει” θεάτρου, δημιούργησε, τελικά, μια άλλη “ελίτ”, αυτήν του πειραματικού θεάτρου. Παρά το γεγονός ότι το εξωστρεφές δεύτερο τρίμηνο κατόρθωσε να εμπλέξει έναν μεγάλο αριθμό καλλιτεχνών -και όχι μόνο Ελληνοκυπρίων- και να τους “εξαναγκάσει” σε μια δημιουργική έκθεση και συνεργασία -και αυτό αναμφισβήτητα υπήρξε η μεγαλύτερη προσφορά του-, κράτησε, και πάλι, το σαλόνι “για τους λίγους και εκλεκτούς”.

Όποια κι αν είναι όμως τα πορίσματα της αξιολόγησης των δράσεων των Αποθηκών, είτε από πλευράς τελικού αποτελέσματος, είτε από πλευράς προσέλευσης ή ανταπόκρισης του κοινού [κάποια απογοητευτικά, άλλα δε απρόσμενα θετικά και, σίγουρα, όχι για όλους τα ίδια], εμμένω στην άποψη ότι η εκμετάλλευση της εναλλακτικής σκηνής των Αποθηκών προς αυτήν την κατεύθυνση αποτελεί ένα από τα πιο ελπιδοφόρα ανοίγματα που έκανε ο ΘΟΚ τα τελευταία χρόνια. Το να ανοίξει, δηλαδή, το “σαλόνι” του στις νέες, δοκιμασμένες και μη, δυνάμεις του εγχώριου θεάτρου, και όχι μόνο. Και το σαλόνι αυτό πρέπει να παραμείνει ανοιχτό.

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

Το Μιστέρο Μπουφό ταρακουνά το οικοδόμημα μέσα μας

Συνέντευξη στη Θεοδώρα Χρυσοστόμου Γνωστός στο κυπριακό κοινό από το έργο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα ...

COCK

Συγγραφέας: Μάικ Μπάρτλετ Μετάφραση: Κατερίνα Ευαγγελάτου Σκηνοθεσία: Κώστας Σιλβέστρος Παίζουν: Προκόπης Αγαθοκλέους, Ανδρέας Τσέλεπος, ...

«Τρωάδες» του Ευριπίδη: όλες οι παραστάσεις

Με την παραγωγή του Θεάτρου Ένα «Τρωάδες» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Αντρέα Χριστοδουλίδη ανοίγει ...

«Πέρσες»: Ακύρωση παράστασης στο Βεάκειο

Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου, συμμετέχοντας στο τριήμερο εθνικό πένθος και εκφράζοντας την αλληλεγγύη και ...

Η διαχρονική παρουσία του ΘΟΚ στην Επίδαυρο

«Η αρχή έγινε με τις Ικέτιδες του Νίκου Χαραλάμπους», θυμάται ο συνθέτης Μιχάλης Χριστοδουλίδης, σε ...

«Μιστέρο Μπούφο» με αγγλικούς και τουρκικούς υπέρτιτλους

Οι παραστάση για την καλοκαιρινή παραγωγή του ΘΟΚ «Μιστέρο Μπούφο» του βραβευμένου με Νόμπελ Ιταλού ...

X