Αναγέλαστα: Λογιών-λογιών γεναίτζες

Η παράσταση Παραπλεύρως Παραγωγές εντάσσεται στη μακρά, πλέον, λίστα των θεατρικών παραγωγών που εξερευνούν τη σύγχρονη κυπριακή ταυτότητα μέσα από την επιστροφή στο παρελθόν και τη χρήση του τοπικού ιδιώματος 

Σύλληψη – σκηνοθεσία – δραµατουργία: Μαρία Κυριάκου
Ποίηση: Στέλλα Βοσκαρίδου Οικονόμου
Σκηνική εγκατάσταση: Έλενα Κοτασβήλι
Κοστούμια: Έλενα Κοτασβήλι, Λόρνα Λαδόμματου
Σχεδιασμός ήχου: Πάνος Μπάρτζης
Σχεδιασμός φωτισμού: Alexander Jotovic
Ερμηνεύουν: Άντρια Ζένιου, Έλενα Καλλινίκου, Μαρία Καυκαρίδου, Μαρίνα Μακρή, Παντελίτσα Μαυρογιάννη, Λουκία Πιερίδη, Πολυξένη Σάββα

Την τελευταία πενταετία το κυπριακό θεατρικό έργο διανύει μια πρωτόγνωρη περίοδο άνθησης. Μια νέα γενιά συγγραφέων [όχι απαραίτητα ηλικιακά] δείχνει να ψάχνει εναγωνίως τη σύγχρονη ταυτότητά της, την οποία φαίνεται να εντοπίζει μέσα στην ίδια την ιστορία, την παράδοση και το παρελθόν του τόπου. Αυτό που αρχικά εκδηλώθηκε ως μια νέα τάση για “επιστροφή στις ρίζες”, είτε μέσα από μια εξιδανίκευση του παρελθόντος, είτε μέσα από την κριτική επανεξέτασή του, δείχνει να λαμβάνει διαστάσεις φαινομένου που εξελίσσεται και ωριμάζει. Αυτή η αναζήτηση δεν εκδηλώθηκε μόνο θεματολογικά μέσα από ιστορίες που αποκαλύφθηκαν ή επινοήθηκαν, αλλά και μορφολογικά και γλωσσικά. Οι ιστορίες του παρελθόντος, ιστορικού ή ηθογραφικού, εντάσσονται συνειδητά μέσα σε αποσπασματικές φόρμες, πιο σύγχρονες και συχνά πιο πειραματικές, ενώ τα πρόσωπα που ζωντανεύουν επί σκηνής καλούνται να τις διηγηθούν στη δική τους, οικεία γλώσσα: την κυπριακή διάλεκτο. Τα έργα αυτά [αναφέρω ενδεικτικά τα “Λα Μπελότ” και “Ένα Άλμπουμ Ιστορίες” του Αντώνη Γεωργίου, το “Νυχταλούδα” του ταγμένου στην κυπριακή διάλεκτο Ευριπίδη Δίκαιου, τις “Αφηγήσεις Γυναικών” της Νίκης Μαραγκού, το “Αντρόνικος ή ο Ζωγκράφος” της Ευρυδίκης Περικλέους Παπαδοπούλου, την “Τζεμαλιγιέ” και το “Η Αϊσέ πάει διακοπές” της Κωνσταντίας Σωτηρίου], αλλά και τα ουκ ολίγα εγχειρήματα σκηνοθετών [Ευριπίδης Δίκαιος, Πάρις Ερωτοκρίτου, Εβίτα Ιωάννου] να μεταφράσουν και να διασκευάσουν έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου στην κυπριακή, κατόρθωσαν να επαναπροσδιορίσουν τη χρήση της διαλέκτου στη σκηνή, αποκόπτοντάς την επιτέλους από την ηθογραφία, τη σάτιρα και το σκετς.

Στη μακρά, πλέον, λίστα των θεατρικών παραγωγών που εξερευνούν τη σύγχρονη κυπριακή ταυτότητα μέσα από την επιστροφή στο παρελθόν και τη χρήση του τοπικού ιδιώματος εντάσσεται και η παράσταση Παραπλεύρως Παραγωγές “Αναγέλαστα: Λογιών-λογιών γεναίτζες”, όπου η σκηνοθέτις Μαρία Κυριάκου επιχειρεί τη σκηνική μεταφορά των ποιημάτων της Στέλλας Βοσκαρίδου Οικονόμου από την ποιητική συλλογή “Αναγέλαστα: των γεναικών τζ’αι των σκαλαπούνταρων” [Τεχνοδρόμιον, 2013]. Στον πρώτο ποιητικό κύκλο της συλλογής, η ποιήτρια εξερευνά και σκιαγραφεί, μέσα από 15 αυτοτελή ποιήματα, γυναικείες φιγούρες του παρελθόντος που φιλοδοξούν όμως να αναγνωριστούν ως οικείες και στο παρόν. Η γνώριμη, ηχητικά, γλώσσα πειραματίζεται με σύγχρονες φόρμες που παραπέμπουν στην αφαίρεση και την αποδόμηση της υπερρεαλιστικής γραφής, δημιουργώντας Κύπριες γυναίκες μέσα από χαρακτηρισμούς που, αν σήμερα ενέχουν το στοιχείο της σάτιρας ή της καρικατούρας, κρύβουν κοινωνικά κατάλοιπα του παρελθόντος που κράτησαν τη γυναίκα εγκλωβισμένη: η “καρτάνα”, η “φάουσα”, η “πολλοπάητη”, η “προκομμένη”, η “πουρέκκα”, η “λυσσιαρού”, η “αππωμένη”, η “δύσπυρη”. Λέξεις που ακούσαμε από γιαγιάδες και μαμάδες [περίεργο ή παράδοξο ή και ανησυχητικό ότι οι χαρακτηρισμοί αυτοί προέρχονται ως επί το πλείστον από γυναίκα προς γυναίκα], λέξεις που χρησιμοποιούμε κι εμείς σήμερα, έστω κι αν η φιγούρα που κρύβεται πίσω από τη λέξη είναι πια διαφορετική.

Γεναίτζες αποπλαισιωμένες: Μπόρεσα να τις δω και να τις ακούσω, αλλά δεν μπόρεσα να τις αισθανθώ, ούτε και να τις αναγνωρίσω. Δεν μπόρεσα να τις φέρω στο δικό μου παρόν

Η Μαρία Κυριάκου “είδε” τις γυναίκες αυτές στη σκηνή. Το σκηνοθετικό της ένστικτο, σε συνδυασμό με τη διεισδυτική εικαστική ματιά της Έλενας Κοτασβίλι, ζωντάνεψε τις επτά γυναίκες μέσα σε ένα στατικό σκηνικό, το οποίο τόνισε τον εγκλεισμό τους σε αυτά τα καλούπια και την αδυναμία τους να έρθουν πραγματικά κοντά η μια στην άλλη. Οι επτά ηθοποιοί [Άντρια Ζένιου, Έλενα Καλλινίκου, Μαρία Καυκαρίδου, Μαρίνα Μακρή, Παντελίτσα Μαυρογιάννη, Λουκία Πιερίδη, Πολυξένη Σάββα], τοποθετημένες σε κουτιά-βάθρα τα οποία αποκάλυπταν μόνο το κεφάλι και τους ώμους τους, κατόρθωσαν με τη συνδρομή των μινιμαλιστικών φωτισμών [Alexander Jotovic] να δώσουν την αίσθηση κινούμενων προτομών. Παρά τη σκηνική στασιμότητα, η οποία παρέπεμπε, όπως αναφέρεται και στο πρόγραμμα, στους έγκλειστους χαρακτήρες του Σάμουελ Μπέκετ, η ρυθμική και η επαναληπτική κίνηση των ώμων και του κεφαλιού, οι χαρακτηριστικοί μορφασμοί των προσώπων, αλλά και οι αναγνωρίσιμοι ήχοι από τα επιφωνήματα που προλόγιζαν, συνόδευαν και συνέδεαν τον λόγο, δημιούργησαν φιγούρες οι οποίες, εικαστικά και μουσικά, έχουν αναμφισβήτητα εξαιρετικό ενδιαφέρον. Οι ηθοποιοί, συντονισμένες με απίστευτη ακρίβεια τόσο στην κίνηση όσο και στον λόγο, κατορθώνουν μέσα από τον αποσπασματικό λόγο να δημιουργήσουν και να μοιραστούν, πότε εν χορώ και πότε η κάθε μια ξεχωριστά, ψήγματα της “φάουσας”, της “πολλοπάητης”, της “καρτάνας”, κ.ο.κ. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι και οι επτά υπηρέτησαν με απόλυτη συνέπεια τις γυναικείες αυτές φιγούρες, αισθάνθηκα ακριβώς αυτό: ότι παρέμειναν ψήγματα και άυλες φιγούρες. Ο ήδη αποδομημένος και αφαιρετικός λόγος της Στέλλας Βοσκαρίδου Οικονόμου αποδομήθηκε ακόμη περισσότερο από τη Μαρία Κυριάκου, η οποία τον “έσπασε” σε λέξεις, συλλαβές και φθόγγους που σκορπίστηκαν άτακτα σε όλες τις ηθοποιούς.

Το αποτέλεσμα ήταν τα χαρακτηριστικά της μιας να μπερδεύονται με τους ήχους της άλλης και ο θεατής να αδυνατεί να δημιουργήσει ένα πιο χειροπιαστό αφήγημα για την κάθε γυναίκα ξεχωριστά, να τους δώσει υπόσταση, σάρκα και οστά. Η έμφαση που δόθηκε στο εικαστικό κομμάτι, αλλά και στην ανάδειξη της μουσικότητας και του ρυθμού της διαλέκτου μέσα από τη διαρκή επανάληψη και τον υπερτονισμό των λέξεων και των συλλαβών λειτούργησε, πιστεύω, εις βάρος της ουσιαστικής υπόστασης αυτών των γυναικών, οι οποίες παρέμειναν αποπλαισιωμένες και ανέντακτες σε οποιοδήποτε συγκείμενο. Μπόρεσα να τις δω και μπόρεσα να τις ακούσω. Αλλά δεν μπόρεσα να τις αισθανθώ, ούτε και να τις αναγνωρίσω. Δεν μπόρεσα να τις φέρω στο δικό μου παρόν. Παρέμειναν εκθέματα μουσειακά, σαρκαστικές και αυτοσαρκαζόμενες, σε ένα αμετάκλητο παρελθόν.

 

 

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια

Η σκηνοθετική προσέγγιση του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη παραμένει εμμονικά προσκολλημένη στην προσπάθεια αποσύνδεσης της παράστασης ...

Μαρία Πολυδούρη – Frida Kahlo: Γυναικεία επαναστατικότητα επί σκηνής

Δεν περίμενα ποτέ ότι θα μπορούσα να ανακαλύψω γέφυρες επικοινωνίας ανάμεσα στη Μαρία Πολυδούρη ...

Άμλετ

Μετάφραση: Μιχάλης Κακογιάννης Σκηνοθεσία: Πάρις Ερωτοκρίτου Σκηνικά: Γιώργος Γιάννου Κοστούμια: Ρέα Ολυμπίου Σχεδιασμός Φωτισμού: ...

Ο γιος της Αμαζόνας

Μετάφραση/διασκευή/σκηνοθεσία: Ανδρέας Αραούζος Κίνηση/χορογραφία: Φώτης Νικολάου Μουσική σύνθεση/μουσικός επί σκηνής: Σταύρος Μακρής Σχεδιασμός φωτισμού: ...

“Πίντερ Χ8” και “Καθεστώς ευγενείας”

Η Μαρία Μανναρίδου – Καρσερά ανέλαβε το τολμηρό εγχείρημα να μας μυήσει στο πιντερικό ...

Ένας Picasso

Το “A Picasso” ανήκει στην κατηγορία των έργων στα οποία ολόκληρη η δράση δημιουργείται ...

X