[The interview in english below]

Mια ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Greg Saunier, ντράμερ των Deerhoof, στο μουσικό Δημήτρη Χατζηζήση, με την ευκαιρία της εμφάνισής τους στο Φεστιβάλ Φέγγαρος

‘Νομίζω ότι η μουσική μας ακούγεται αισιόδοξη γιατί αυτό που ακούς είναι ο  ήχος της νίκης.’ 

Πριν από 4 χρόνια άκουσα για πρώτη φορά τη μουσική των Deerhoof και από τότε περιφέρομαι αμετανόητα ενθουσιασμένος ενοχλώντας παραβιαστικά τους κοντινούς μου ανθρώπους μέχρι να ακούσουν “την καλύτερη μπάντα στονκόσμο”. Είναι αδιαμφισβήτητα από τους πιο σημαντικούς μουσικούς της γενιάς τους, συνθετικά και οργανοπαιχτικά, με μια τεράστια δισκογραφία, και αμέτρητες συμμετοχές. Η χαρά μου ήταν μεγάλη όταν έμαθα ότι θα εμφανιστούν τοκαλοκαίρι στο Φέγγαρο αλλά τριπλασιάστηκε όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω στον Greg Saunier των Deerhoof με αφορμή την εμφάνισή τους στο φεστιβάλ. Ακολουθεί η σύντομη κουβέντα μας:

Τι κάνεις; Πώς πάνε οι συναυλίες του 2018 μέχρι στιγμής;

Greg Saunier: Μου άρεσαν οι συναυλίες που κάναμε το 2017 αλλά οι συναυλίες της φετινής χρονιάς έχουν πάει σε άλλο επίπεδο. Όσο πιο πολύ χρόνο περνάμε μαζί με τη μπάντα τόσο καλύτερα τα πηγαίνουμε και καταλήγουμε να παίζουμε όλο και πιο ελεύθερα.

Θα εμφανιστείτε στην Κύπρο για πρώτη φορά, στα πλαίσια του Φέγγαρου που είναι  το μεγαλύτερο μουσικό φεστιβάλ στο νησί, και είναι πολύ πιθανό μεγάλη μερίδα του κόσμου να ακούσει τη μουσική σας για πρώτη φορά εκεί. Επηρεάζει το πλαίσιο της εμφάνισης τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσετε τη συναυλία, σε σύγκριση με ένα λάιβ σας εκτός φεστιβάλ, όπου όλος ο κόσμος θα έρθει  αποκλειστικά για να ακούσει εσάς γνωρίζοντάς σας; Επηρεάζεστε από το vibe του κόσμου ή  απλά παίζετε προσπαθώντας να προσελκύσετε το νέο κοινό;

G.S.: Είναι δύο εντελώς διαφορετικά σενάρια: στις δικές μας συναυλίες ο κόσμος που έρχεται ξέρει τα  κομμάτια, έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις αλλά περιμένει και διάφορες εκπλήξεις, είτε στα κομμάτια που θα διαλέξουμε να παίξουμεκάθε φορά είτε στο πώς θα τα παίξουμε. Σε μια συναυλία που είναι μέρος  ενός μεγάλου φεστιβάλ συνήθως κανείς δεν έχει ακούσει τη μουσική μας, πρέπει η εμφάνιση να είναι απλή και ξεκάθαρη, και συνήθως παίζουμε τα πάντα λίγο πιο αργά σε ταχύτητα. Κι εγώ πρέπει να κουνάω τα χέρια μου πέρα δώθε πιο έντονα όταν παίζω μπροστά  από πολύ κόσμο.

Έχετε περιοδεύσει με κάποια μεγάλα ονόματα στο παρελθόν (Radiohead, Flaming Lips, Red Hot Chili Peppers) με αποτέλεσμα η μουσική σας να ανοιχτεί στα μεγάλα κοινά που συναντά κανείς σε συναυλίες τέτοιου τύπου. Ωστόσο,παρόλο που έχετε γράψει και κυκλοφορήσει εξαιρετικά εμπνευσμένη μουσική  που έχει επεκταθεί ως επιρροή σε πιο διαδεδομένα μουσικά στρώματα από αυτά στα οποία κινείστε  συνήθως, φαίνεται να διατηρείτε μια underground αισθητική μέσα από τα λάιβ σας, τα οποία συνήθως πραγματοποιούνται σε μικρούς  κλειστούς χώρους και είναι γεμάτα ενέργεια. Ποια είναι λοιπόν τα κριτήριά σας, πέραν του οικονομικού, υπό τα οποίααποφασίζετε ενίοτε να κάνετε μια συναυλία μεγάλου μεγέθους –  όπως το να κάνετε headline την πρώτη μέρα του Φέγγαρου τον Αύγουστο; Προσπαθείτε να μεταφέρετε την ενέργεια των μικρών live στη μεγάλη σκηνή ή τοαντιμετωπίζετε ως κάτι ξέχωρο;

G.S.: Δεν θα λεγα ότι προσπαθούμε να είμαστε underground ή… overground. Απλά λέμε ναι σε όποια πρόταση μας ακούγεται ενδιαφέρουσα. Οπότε σίγουρα ελπίζουμε ότι η Κύπρος θα είναι ενδιαφέρουσα.

Έχετε περιγράψει τις συναυλίες σας ως “Deerhoof Tribute Band”, εξηγώντας ότι το στήσιμό σας, τόσο σε αριθμό μελών όσο και σε διαθέσιμο εξοπλισμό δεν είναι αρκετό για να καλύψετε όλο το εύρος της δισκογραφίας σας, ειδικά τα πιο “πολυάσχολα” και layered κομμάτια. Ωστόσο έχετε επανεπεξεργαστεί αρκετά από τα κομμάτια σας που μπορεί να είχαν ως βάση τα πλήκτρα (μου ‘ρχεται το “Almost Everyone, Almost Always” στομυαλό), ή τα samples (“The Trouble with Candyhands”) ή απλά να είχαν περισσότερα ηχογραφημένα μέρη από αυτά που μπορεί να  παίξει ένα ροκ κουαρτέτο στη σκηνή (“Con Sordino”). Έχετε κάποια συγκεκριμένη μέθοδο για να επιλέξετε τα κομμάτια που θα είναι μέρος του live ρεπερτορίου σας;  Δοκιμάζετε να τα παίξετε όλα και μετά απλά διαλέγετε αυτά που ακούγονται καλύτερα;

G.S.: Μου κάνει φοβερή εντύπωση το επίπεδο των γνώσεών σου. Νομίζω κάποιοι από μας στην μπάνταδεν θυμόμαστε καν να παίζουμε αυτά τα κομμάτια. Η ανάλυση σου είναι αρκετά εύστοχη και είναι  εντελώς αλήθεια. Αλλά επίσης ένας σημαντικός παράγοντας για εμάς είναι η ένταση. Σε κάποια κομμάτια η Satomi (Matsuzaki, μπάσσο, φωνή) τραγουδάει πολύ σιγά στην ηχογράφηση, αλλά τα υπόλοιπα όργανα  παίζουν δυνατά, σε βαθμό κώφωσης, κάτι που είναι πολύ δύσκολο να λειτουργήσει στο live. Tο μικρόφωνο της φωνής ‘αρπάζει’ τα υπόλοιπα όργανα σε σημείο που καταλήγουν να ακούγονται μέσααπό αυτό δυνατότερα από την ίδια τη φωνή της Satomi. Συνήθως μπορούμε να βρούμε αρκετά κομμάτια από όλη μας τη δισκογραφία που να μπορούν να λειτουργήσουν στη σκηνή με τον τρόπο που θέλουμε, οπότε παίζουμε και αρκετά παλιά μας κομμάτια σε εναλλαγή με τα καινούργια για να δείξουμε ότι δεν έχουμε αλλάξει ιδιαίτερα το στυλ μας από το 1994 που ξεκινήσαμε. Το στυλ μας είναι εντελώς grunge.

Τι σας αρέσει να τρώτε όταν περιοδεύετε; Έχετε κάποια διατροφική συμβουλή για περιοδεύοντες μουσικούς;

G.S.: Δεν θα εκπλαγείς με το ότι το φαγητό είναι η κύρια αιτία τσακωμού σε όλες τις μπάντες που περιοδεύουν. Τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας τελευταία φαίνεται να θέλουν να τρώνε μόνο Ταϊλανδέζικο, πρωί – μεσημέρι – βράδυ. Έχουμε vegans, έχουμε vegetarians, και έναν που τρώει κρέας –δεν θα πω ποιος είναι ποιος. Αλλά για μένα που παίζω ντραμς είναι αδύνατον να τρώω συνέχεια  noodles βουτηγμένα σε λάδια και λίπη και μετά να πρέπει να βγάλω μια ροκ συναυλία. Μου αρέσουν οι σαλάτες. Όταν επιστρέφω στο σπίτι μου μου αρέσει να τρώω παγωτό σοκολάτα.

Πώς λειτουργείτε στην περιοδεία αναφορικά με τα μέρη που επισκέπτεστε; Εξερευνείτε τις πόλεις στις οποίες παίζετε ή είστε εκεί μόνο για τη συναυλία;

G.S.: Το πρόγραμμά μας δεν μας δίνει ποτέ την επιλογή για το πρώτο. Φτάνουμε για soundcheck στο  club, και μάλιστα συνήθως αργούμε και 15 λεπτά γιατί θα κολλήσουμε στην κίνηση σε ώρες αιχμής,  τρώμε… Ταϊλανδέζικο, παίζουμε τη συναυλία, πάμε ΑΜΕΣΩΣ για ύπνο και ξυπνάμε το επόμενο πρωί για να οδηγήσουμε μέχρι την επόμενη πόλη. Αν  δεν είχαμε συντρόφους ή σκυλιά να μας περιμένουν να γυρίσουμε από τις περιοδείες ίσως να είχαμε πιοαραιό πρόγραμμα στα μέρη που πηγαίνουμε.

Ας μιλήσουμε για το τελευταίο σας άλμπουμ “Mountain Moves” (Joyful Noise, 2017) που κυκλοφόρησε το Σεπτέμβρη που μας πέρασε. Είναι ίσως το πιο φιλόδοξο άλμπουμ σας  από άποψη αριθμού συνεργατών, και το μουσικό εύρος που έφεραν αυτοί οι συνεργάτες, γεφυρώνοντας μουσικούς κόσμους που δεν επικοινωνούν απαραίτητα μεταξύ τους. Παράλληλα με το να είστε Resident Artists της δισκογραφικής σας το 2017 κυκλοφορήσατε μαζί με τον δίσκο και μία σειρά από  άλλα side projects σας. Ήταν λοιπόν μια εξαιρετικά παραγωγική χρονιά για τους Deerhoof. Πώς θα  συνόψιζες την εμπειρία του να φτιάξετε αυτό το δίσκο (και ναοργανώσετε παράλληλα και τις επιπλέονν κυκλοφορίες) και τι αποκομίσατε από αυτήν;

G.S.: Το να έχουμε όλους αυτούς τους νέους συνεργάτες ήταν απίστευτα διασκεδαστικό. Νομίζω ότι  έκανε την όλη εμπειρία πολύ πιο εύκολη, ενώ θα περίμενε κανείς το αντίθετο. Έπρεπε να ολοκληρώσουμε το δίσκο σε πολύ μικρό χρονικόδιάστημα και εξεπλήξαμε και τους εαυτούς μας καταφέρνοντάς το.  Συνήθως είμαστε ΠΟΛΥ αργοί με αυτά τα πράγματα. Τα κάνουμε όλα μόνοι μας και αφιερώνουμε όσο  χρόνο θέλουμε γιατί δεν έχουμε ούτε παραγωγό να πληρώσουμεούτε στούντιο να νοικιάσουμε. Αλλά  τώρα αποδείξαμε στους εαυτούς μας ότι μπορούμε να φτιάξουμε ένα άλμπουμ μέσα σε τρεις μόνο μήνες που ήταν αρκετά cool.

Μου δίνετε πάντως την εντύπωση ότι δουλεύετε σχετικά γρήγορα με την επεξεργασία νέου  μουσικου υλικού που προορίζεται για δίσκο, και στο διάστημα των τελευταίων κυκλοφοριών σας έχετε ο καθένας μετακομίσει σε διαφορετικά σημεία της Αμερικής. Έχουν αλλάξει καθόλου οι ταχύτητές σας στο γράψιμο και την ενορχήστρωση και οι δυναμικές σας ως μπάντα με το να δουλεύετε εξ αποστάσεως στέλνοντας αρχεία μέσω email; Τι αλλάζει όταν καταφέρνετε να βρεθείτε και οι τέσσερις στον ίδιο χώρο για να ηχογραφήσετε παρέα;

G.S.: Δεν θα λεγα ότι είμαστε μεθοδικοί, μάλλον τείνουμε στο να κάνουμε ό,τι τύχει. Δεν ηχογραφούμεπάντα ως τετραμελής μπάντα. Μόνο ένα μικρό μέρος του Mountain Moves ηχογραφήθηκε με αυτό τον τρόπο. Κάποιες φορές η Satomi μπορεί να παίζει ντραμς, ο John (Dieterich, κιθάρα) να παίζει πλήκτρα, ο Ed (Rodriguez, κιθάρα) να παίζει μπάσσο και εγώ κιθάρα, και ο καθένας να γράφει αυτά τα μέρη στο δικό του χώρο και να τα στέλνει στους υπόλοιπους με email.Αλλά το να ηχογραφούμε παρέα είναι μάλλον το πιο διασκεδαστικό, απλά έχει πολύ τρέξιμο (και πολλά μικρόφωνα).

Η μουσική των Deerhoof είναι αναζωογονητική, γεμάτη αδρεναλίνη και ενθουσιασμό, και με μία γενικά αισιόδοξη ματιά ως προς τη δημιουργική διαδικασία (και ίσως και τη ζωή την ίδια). Υπάρχουν στιγμές που εσύ (αλλάκαι η μπάντα) καταλήγεις να βρίσκεσαι στην ακριβώς αντίθετη θέση; Να σκέφτεσαι να τα παρατήσεις, να μην έχεις καθόλου έμπνευση, να βιώνεις επικοινωνιακά τέλματα, να αισθάνεσαι γενικά ότι χάνεις τη μάχη σε μιαεποχή που η ψυχική υγεία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η ανάγκη για προσωπική και συλλογική έκφραση υποτιμούνται συνεχώς; Τι σε βοηθάει στο να διατηρείς τη σχέση σου με τη μουσική σε δύσκολες περιόδους; Έχεις κάποια φιλοσοφημένη απάντηση, είναι κάτι που ενεργοποιείται ενστικτωδώς, ή και τα δύο;

G.S.: Νομίζω ότι η μουσική μας ακούγεται αισιόδοξη γιατί αυτό που ακούς είναι ο  ήχος της νίκης. Όπως όλοι έτσι κι εμείς συνέχεια φτάνουμε στο όριο του να τα παρατήσουμε, και έχουμε συνεχή έλλειψη έμπνευσης. Όταν καταφέρνουμενα φτιάξουμε ένα τραγούδι που δουλεύει για εμάς, να το παίξουμε, να το ηχογραφήσουμε, να το μιξάρουμε, είναι κάτι πολύ σπάνιο και πολύτιμο. Δεν θα λεγα ότι είναι δύσκολο να διατηρώ τη σχέση μου με τη μουσική, γιατί υπάρχει τόσοσπουδαία μουσική στον κόσμο και λατρεύω το να ακούω μουσική. Με εμπνέει και μου δίνει ενέργεια και δύναμη. Το δύσκολο κομμάτι πάντα είναι το να κάνεις τη δική σου μουσική, εκεί είναι που πολλές φορές θα αποτύχεις. Πολλέςαπόπειρες συχνά θα καταλήγουν στα σκουπίδια.

Παρόλο που η μουσική σας είναι αρκετά ωμή και γεμάτη ενέργεια, παράλληλα καταφέρνετε να την προσεγγίσετε με ακρίβεια και πολλή λεπτομέρεια. Πώς τεστάρετε τα όρια αυτής της μουσικής στα live σας, με το νααυτοσχεδιάζετε και να μη φοβάστε να κάνετε λάθη; Επεκτείνετε το μουσικό σας λεξιλόγιο εξερευνώντας το concept του λάθους, στις συναυλίες και στο στούντιο;

G.S.: Κινούμαστε σε διάφορες κατευθύνσεις, προσπαθούμε γενικά να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στο να είμαστε τακτικοί και ακριβείς, και στο να είμαστε ξέφρενοι και ελεύθεροι. Σαν τον Απόλλωνα και τον Διόνυσο ένα πράγμα. Αυτόισχύει και στην ηχογράφηση, αλλά και στις συναυλίες. Η ένταση που δημιουργείται από αυτό είναι ο βασικότερος λόγος για τον οποίο δουλεύει ο ήχος των Deerhoof.

Υπάρχει κάποιο νέο πλάνο για τους Deerhoof μετά το τέλος της περιοδείας σας;

G.S.: Υπάρχει, αλλά είναι μυστικό.

Έχεις κάποια ταινία/άλμπουμ/τραγούδι/βιβλίο/φαγητό/ποίημα που σε ενθουσίασε πρόσφατα και θα ήθελες να μοιραστείς;

G.S.: Η σύντροφός μου μου έδωσε το πρώτο μυθιστόρημα της Clarice Lispector και το λατρεύω. Θα έλεγα ότι μοιάζει περισσότερο με ένα μακροσκελές ποίημα, ή με ημερολόγιο. Καμιά φορά τα fiction μιθυστορήματα μπορούν να σουδιδάξουν περισσότερα για την πραγματικότητα απ’ ό,τι τα nonfiction.

Έχουν ευτράπελα οι περιοδείες σας; Έχεις κάποια ενδιαφέρουσα ιστορία για το κλείσιμο;

G.S.: Χρόνο με το χρόνο οι περιοδείες μας ξεφεύγουν όλο και πιο πολύ γιατί κι εμείς γινόμαστε όλο και λιγότερο ντροπαλοί με τον καιρό. Πρόσφατα ήμασταν guest-curators σε ένα μουσικό φεστιβάλ στο Calgary του Καναδά, το Sled Island. Και οι Deerhoof, μαζί με μερικούς φίλους που έπαιζαν και αυτοί στο φεστιβάλ βρεθήκαμε σε ένα μπαρ που έδειχαν  στην τηλεόραση τον αγώνα της Κροατίας με την Αργεντινή για το Μουντιάλ, και παίξαμε μουσική αυτοσχεδιαστικά πάνω από τον αγώνα. Για παράδειγμα όλες οι κιθάρες έπαιζαν όταν η Κροατία είχε τη μπάλα και όλα τα samplers έπαιζαν όταν τη μπάλα είχε η Αργεντινή, κι εγώ χτυπούσα τα ντραμς όταν κάποιος κλωτσούσετη μπάλα ή έκανε τρίπλα. Καιτο κοινό έβλεπε τις πλάτες μας γιατί όλοι μας ήμασταν στραμμένοι προς την τηλεόραση. Ήταν φοβερά!

 

 

An interview with Greg Saunier, drummer of the band Deerhoof by musician Dimitris Chatzizisis, on the occasion of the band visiting Cyprus to perform at Fengaros Festival.

‘I think our music sounds optimistic because you’re hearing the sound of victory.’

Four years ago I was introduced to Deerhoof’s music. Since then I’ve been wandering  and continuously and unapologetically urging my friends to listen to “the best band in the world”. They are some of the most important musicians of their generation, both creatively and skill-wise, with a massive discography under their belt and countless features. I was really excited to learn that they would visit Fengaros this year, but my joy was tripled when I was given the opportunity to interview Greg Saunier, the drummer of Deerhoof as part of an interview series for the festival. Here’s what we talked about:

How have you been? How have your 2018 gigs been going so far?

I liked the 2017 gigs, but the 2018 gigs have been a whole new level of magnificent. The longer we stay together the better we get along and the looser we play.

For your first visit in Cyprus you’ll be headlining Fengaros Music Festival, the biggest music festival on the island, which will probably be an introduction to Deerhoof for many of the people attending. Does that setting influence your mindset, compared to a standalone venue gig where people are coming just to see you? Does the crowd’s “vibe” consciously influence you, or do you just perform and try to draw them in?

Oh yeah it’s totally different. Standalone show everyone knows your songs and has high expectations and wants to be surprised by weird details and unexpected song choices. Festival show no one’s ever heard of you and it has to be simple and clear and we have to play everything a little slower. I have to swing my arms more when i play.

You have toured alongside some big names in the past (Radiohead, Flaming Lips, Red Hot Chili Peppers), and had your music played in front of big audiences, but even though you have produced extremely influential music, you seem to preserve your underground qualities and focus more on smaller, intimate shows full of energy. So what are the criteria, besides the financial aspect, by which you choose to do the occasional big show (as in headlining this festival in August)? Are you trying to bring that intimacy to the festival stage or do you treat it as its own beast?

We aren’t trying to make our music underground or overground. We just say yes to an invitation if it sounds fun. In other words Cyprus had better be fun.

You have described your live shows as a “Deerhoof Tribute Band”, explaining that your setup, both in number of people and equipment isn’t enough to cover some of your more intricate and “busy” material. Yet you have reworked many songs that could be eg. keyboard based (“Almost Everyone, Almost Always” comes to mind) or sample based (“The Trouble with Candyhands”) or just have a couple more overdubs that the band could physically play live (“Con Sordino”). Is there any particular way you decide which songs make the cut for your live show? Do you try them all out and pick the ones that sound the best?

I am pretty impressed with your level of inside knowledge. I think some of us in the band don’t even remember playing some of those songs. Your analysis is really insightful and it is all true. But for us the biggest thing is volume. Some songs Satomi sings really quiet on the record but the instruments play super deafeningly loud, which is impossible on a stage because the instruments come out louder in Satomi’s microphone than her own voice. We can usually find a few songs from each of our albums that work on stage so we play old ones next to new ones to demonstrate that we haven’t actually changed our style at all since 1994. Our style is grunge.

What do you like to eat while on tour? Any nutritional advice for touring musicians?

It will not surprise you that food is like the main thing bands fight about on tour. My bandmates seem to want Thai food breakfast lunch and dinner. We have strict vegans and we have vegetarians and we have a carnivore. I won’t say which is which. But the drummer, me, cannot eat all that fried noodles swimming in grease and expect to play a rock concert. I like salad. When I get home from I eat some chocolate ice cream.

Does your touring mentality involve going around and checking out the cities that you play, or are you more concentrated in doing the show?

Our schedule almost never gives us a choice. We arrive for soundcheck at the club, usually 15 minutes late because of a traffic jam downtown at rush hour, eat Thai food, play the show, go to sleep ASAP and wake up and start driving to the next city. If we didn’t have partners or dogs back home we might take more days off.

Let’s talk about your new album that was released by Joyful Noise last September. “Mountain Moves” is possibly your most ambitious record to date in terms of number of collaborations, bringing so many different musical worlds together. In addition to your Joyful Noise Residency that allowed you to release all these extra projects, this last year has been extremely prolific for Deerhoof. Now that some time has passed, what is your takeaway from making that record (plus organizing the additional releases), should there even be one?

Having all the collaborators with us was so fun. I think it maybe made it easier rather than harder. We had to make it on a quick deadline and we surprised ourselves when we succeeded. Usually we are SO slow. We do everything ourselves and take our own sweet time because there’s no producer to pay or recording studio to rent. But this time we proved to ourselves that we can make an LP in like three months which was pretty cool.

You tend to work relatively quickly but very methodically with new material purposed for a new record (at least this is the impression I get), and for the last couple of records you’ve all been living in different cities across the US. Has working via email for these past few years changed the speeds of your writing/arranging process and subsequently the dynamics in the band? How does it change when you finally manage to get together for recording as a four piece/adding finishing touches/mixing?

It’s not methodical at all. It is super random. We don’t always get together to record as a four piece. Very little of Mountain Moves was recorded as a four piece. Sometimes Satomi plays drums, John plays keyboards, Ed plays bass and I play guitar, and everybody does their parts at their own house and emails the files. Recording all together is probably the most fun though, it’s just a lot logistics and microphones.

Deerhoof’s music is filled with exhilarating moments, thrill chasing, excitement, and a generally energetic and optimistic attitude towards the creative process (and life itself?). Do you, personally and as a band, sometimes find yourself/ves in the exact opposite position? Contemplating on giving up, fighting writer’s block, experiencing possible communication breakdowns, fearing of losing the battle in an age where mental health, human rights, and the general need for personal as well as collective expression are being constantly undervalued? What helps you preserve your relationship to music in between hardships? Have you rationalized an answer, is it something that’s more instinct-based, or a bit of both?

I think it sounds optimistic because you’re hearing the sound of victory. Like everyone else we always almost give up and we have always writer’s block. When a song starts to actually work and we can play it and record it and mix it is feels tremendous and rare and special. Preserving a relationship to music isn’t hard because there is so much great music in this world and I love listening to music. It inspires me and gives me energy and strength. The hard part is making your own music, which usually falls short. A lot ends up on the cutting room floor.

For a band whose music, while raw in many aspects, is also very precise and detailed, how do you go about exploring its boundaries on your live show by improvising and also not being afraid of making mistakes? Does making mistakes help you generate entirely new music and expand your vocabulary around that, both live and in the studio?

We always go back and forth between trying to be orderly and precise, and trying to being wild and free. Apollo and Dionysus. That’s true when we record and when we play live. The tension is a big part of what makes Deerhoof work.

Are there any specific plans for Deerhoof after your tour is over? What other things are you working on at this current period?

Yes, but it’s all secret.

Any movie/album/song/book/food/poem that excited you recently and you’d like to share?

Ooh my partner gave me Clarice Lispector’s debut novel and I love it. It is really more like a long poem. Or a diary. Sometimes fiction teaches you more about reality than nonfiction.

Are Deerhoof tours eventful? Any recent odd story to close this off?

They are becoming more eventful every year, because we are less shy. We just guest-curated a music festival in Calgary, Canada called Sled Island. And Deerhoof plus a few other friends who were also playing Sled Island got together at a bar where they were showing the world cup game that was happening that morning on TV, and played free improvisation along with the game. Like, all the guitar players played when Croatia had the ball and the samplers played when Argentina had the ball, and I hit the drums whenever someone kicked or dribbled. We all had our backs to the audience because we were watching the TV screen. It was great.

 

 

 

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

«To Buffer Fringe είναι επανάσταση»

Ξεκίνησε με χαρακτήρα δικοινοτικό κι ας μην ήταν αυτή η πρόθεσή του. Συνήθως δικοινοτικές ...

Ρεαλισμός και φαντασία σε κινούμενα σχέδια

Μιλήσαμε με την Ελένη Χανδριώτου, μια από τους Κύπριους animators που λαμβάνουν μέρος στο ...

Λευτέρης Τάπας: “Ένας περίπατος στον κήπο του μυαλού”

Γράφει η Χριστίνα Λάμπρου Με συνέπεια, ακρίβεια και πεποίθηση, ο Λευτέρης Τάπας, εξερευνά εδώ ...

ΜΠΙΕΝΑΛΕ ΒΕΝΕΤΙΑΣ: ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ Παλάτι Εγκυκλοπαιδικό ή μαγικό;

Γράφει η δρ Σοφία Χατζήπαπα-Gee* Είναι πλέον αδύνατο να αντικρίσουμε την τέχνη ως κυρίαρχοι ...

Ανδρέας Χρυσοχός: Ισορροπώντας τα αντίθετα

Συνέντευξη στην Χριστίνα Λάμπρου “Μέσα σε αυτή την κατάσταση η τέχνη μπορεί να προσφέρει ...

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ: Αυτό που ζούμε είναι «πόλεμος με άλλα μέσα»

Ο λογοτέχνης της σύγχρονης ελληνικής διανόησης, Νάνος Βαλαωρίτης, επιστρέφει συχνά στην επικαιρότητα με τις ...

X