Ο γιος της Αμαζόνας

Μετάφραση/διασκευή/σκηνοθεσία: Ανδρέας Αραούζος
Κίνηση/χορογραφία: Φώτης Νικολάου
Μουσική σύνθεση/μουσικός επί σκηνής: Σταύρος Μακρής
Σχεδιασμός φωτισμού: Κώστας Χαραλάμπους
Ερμηνεύουν: Στέλα Φυρογένη, Φώτης Αποστολίδης, Δημήτρης Χειμώνας, Φώτης Καράλης
Παραγωγή: Alpha Square

“Δεν γνωρίζω την πράξη του έρωτα, έχω μόνο ακούσει να μιλάνε γι’ αυτήν και την έχω δει σε εικόνες. Γιατί δεν είμαι πρόθυμος να δω αυτά τα πράγματα εφόσον έχω αγνή ψυχή”. Ο Ιππόλυτος, περιφρονώντας τη δύναμη του έρωτα και την αναγκαιότητά του, ορκίζεται παντοτινή αγνότητα και πίστη στην αγαπημένη του θεά Αρτέμιδα. Η ύβρις αυτή θα τιμωρηθεί αλύπητα από την Κύπριδα θεά του έρωτα, ενώ το μένος της θα συνυφάνει τις μοίρες τριών ανθρώπων συμπαρασύροντάς τους στην καταστροφή. Χτυπημένη από τον πόθο του έρωτα για τον προγονό της, τον γιο της Αμαζόνας Ιππολύτης, η Φαίδρα για να διασώσει την τιμή της αποφασίζει να βάλει τέρμα στη ζωή της, όταν ο πόθος αυτός αποκαλύπτεται από την Τροφό στον Ιππόλυτο. Η υποτιμητική, ωστόσο, αντίδραση του Ιππόλυτου απέναντι στη Φαίδρα και ο μισογυνικός μονόλογός του θα την παρακινήσει σε επιθανάτια εκδίκηση: σε γράμμα της ομολογεί ότι στην αυτοκτονία την οδήγησε η ατίμωσή της από τον Ιππόλυτο. Όταν ο Θησέας, βασιλιάς της Αθήνας και σύζυγος της Φαίδρας, διαβάζει το γράμμα, παρακαλεί τον Ποσειδώνα να καταστρέψει τον γιο του και εν συνεχεία τον εξορίζει από την πόλη. Ο Ποσειδώνας οδηγεί τον Ιππόλυτο στον θάνατο, ενώ η προστάτιδά του Άρτεμις αποκαλύπτει στον Θησέα την αλήθεια. Ο Ιππόλυτος πεθαίνει στην αγκαλιά του πατέρα του, αφήνοντάς τον να θρηνεί μόνος πάνω από το άψυχο σώμα του.

Μέσα σε 1.466 στίχους ο Ευριπίδης γράφει μια μοναδική τραγωδία για τον έρωτα, τον γυναικείο πόθο, την έπαρση, την εκδίκηση, την τιμωρία και τη συγχώρεση. “Σαν τι πράμα είναι αυτό που λέγεται έρωτας;” αναρωτιέται ο Ιππόλυτος. Ακόμη αναζητούμε την απάντηση στο ερώτημά του. Οι αριστοτεχνικοί μονόλογοι των ηρώων αποτελούν μια σπουδή, σχεδόν ψυχαναλυτική, σε θέματα και έννοιες που ακόμη απασχολούν το ανθρώπινο είδος. Από αυτή την πολυεπίπεδη, γλωσσικά και νοηματικά, τραγωδία, ο Ανδρέας Αραούζος απομόνωσε τους κομβικούς μονολόγους και διαλόγους ανάμεσα στα τρία κεντρικά πρόσωπα (Φαίδρα, Ιππόλυτος, Θησέας), όπως τις ρήσεις των θεών που κινούν τα νήματα: της Αφροδίτης, της Αρτέμιδος και του Ποσειδώνα.

Η διασκευή εμπλουτίστηκε με συνδετικά κείμενα τα οποία εκλογίκευαν και επεξηγούσαν αχρείαστα την όλη ιστορία, οδηγώντας τη μακριά από τον ποιητικό λόγο της τραγωδίας. Μακριά από την ποιητικότητα του Ευριπίδη ένιωσα ότι κινήθηκε και η μετάφραση του Ανδρέα Αραούζου, η οποία δεν ήταν σαφές αν έγινε από το πρωτότυπο αρχαίο κείμενο ή αν ήταν αποτέλεσμα επεξεργασίας μιας σύγχρονης μετάφρασης και ποιας.

Το κυριότερο στοιχείο που φάνηκε να απασχολεί τη σκηνοθεσία του Ανδρέα Αραούζου ήταν η διαμόρφωση του χώρου. Οι θεατές κλήθηκαν και πάλι στη Λεβέντειο Πινακοθήκη, αλλά αυτή τη φορά οδηγήθηκαν από φύλακες, και έχοντας οδηγίες ασφαλείας ανά χείρας, μέχρι τον 15ο όροφο του κτηρίου. Ομολογώ ότι η θέα του Πενταδακτύλου και της δύσης του ηλίου πάνω από τη Λευκωσία ήταν εντυπωσιακή, όπως επίσης και η αίσθηση ότι βρισκόμαστε κάπου ψηλά στον λόφο της Ακρόπολης, ιδιαίτερα όταν ο Θησέας κάνει επίκληση στην πόλη του, την Αθήνα. Ωστόσο, ο χώρος αυτός, πρακτικά δημιούργησε πολλαπλά προβλήματα. Η έκθεση των ηθοποιών σε έναν χώρο ανοιχτό χωρίς ιδιαίτερες “κρυψώνες” και η ανάγκη να παραμένουν στο οπτικό πεδίο του θεατή σε συγκεκριμένες πόζες, ακόμη και νεκροί (Φαίδρα), ερχόταν, κατά τη γνώμη μου, σε αντίθεση με την ουσία του έργου. Στην τραγωδία αυτή τίποτα δεν είναι φανερό και καθαρό, εκτός από τον ίδιο τον Ιππόλυτο. Όλα γίνονται κρυφά και μέσω τρίτων. Ο Ευριπίδης στήνει έναν κλοιό γύρω από τους τρεις ήρωες, ο οποίος κλείνει ασφυκτικά δημιουργώντας στον θεατή το αίσθημα του εγκλεισμού και του αναπόφευκτου. Ο ανοιχτός, καλογυαλισμένος, τακτοποιημένος στην εντέλεια, αισθητικά υπέροχος χώρος της ταράτσας της Πινακοθήκης, με τα όμορφα αναμμένα κεριά και την απαράμιλλη θέα, σίγουρα δεν δημιουργούσε κανένα αίσθημα εγκλεισμού.

Επιπλέον, παρά την πολύ ενδιαφέρουσα μουσική σύνθεση ζωντανά εκτελεσμένη από τον Σταύρο Μακρ, η οποία προοικονομούσε την καταστροφή των ηρώων, και παρά το ότι ο σύγχρονος ήχος της ηλεκτρικής του κιθάρας έδενε απόλυτα με τη θέα της πόλης, πολλές ήταν οι στιγμές που οι ήχοι της σύγχρονης πόλης (μηχανάκια, αυτοκίνητα, μουσικές κ.λπ.) επισκίαζαν όλους τους ήχους της παράστασης, τόσο τη μουσική όσο και τις φωνές των ηθοποιών.

Οι ηθοποιοί, ακολουθώντας την αισθητική της παράστασης, έδωσαν με τη σειρά τους πιο πολύ έμφαση στο φαίνεσθαι παρά στο είναι. Ντυμένοι με περίτεχνα ενδύματα και κοσμήματα που δυσχέραιναν τη φυσικότητα της κίνησης και δημιουργούσαν στατικές φιγούρες, προσπάθησαν να κινηθούν σε έναν χώρο που δεν κατόρθωσε να τους φέρει σε επικοινωνία και τους κράτησε απομονωμένους, τον καθένα στη δική του γωνία. Εκφέροντας ένα κείμενο απογυμνωμένο από τα χορικά και τις ρήσεις της Τροφού και του Αγγελιαφόρου, παρουσίασαν ήρωες οι οποίοι φαίνονταν λειψοί, μετέωροι και μη κατανοητοί.

Η πάντα εύστοχη και εσωτερική Στέλα Φυρογένη προσπάθησε να αποδώσει το δράμα της Φαίδρας, αλλά οι ελλείψεις του κειμένου δεν το επέτρεψαν. Δεν βλέπουμε την έκταση του πόθου και του πόνου της και δεν κατανοούμε την απόφασή της να αυτοκτονήσει και να συμπαρασύρει στην καταστροφή και τον Ιππόλυτο.

Ο Δημήτρης Χειμώνας έδωσε έναν εξωτερικά υπερκινητικό Ιππόλυτο, με πολύ περισσότερη ένταση στην κίνηση παρά στον λόγο και το συναίσθημα, χωρίς να κατορθώνει να πείσει τους θεατές ούτε για την αρχική του έπαρση απέναντι στον έρωτα και την άσπιλη αφοσίωσή του στην παρθενία, ούτε για το μένος του απέναντι στις γυναίκες, αλλά ούτε και για το πώς περνάει συναισθηματικά από την οργή στη συγχώρεση.

Ο Φώτης Αποστολίδης στον ρόλο του Θησέα κρατά σταθερά πολύ υψηλούς τόνους που τον οδηγούν σε αδιαφοροποίητη ερμηνεία, είτε θρηνεί τον χαμό της Φαίδρας, είτε οργίζεται με τον γιο του, είτε καταρρακώνεται με τον άδικο θάνατό του. Η απόφαση του σκηνοθέτη να δώσει τον ρόλο των δύο γυναικείων θεοτήτων σε άνδρα ηθοποιό, συγκεκριμένα στον Φώτη Καράλη, λειτούργησε μόνο εν μέρει.

Μπορώ να δω την αρρενωπή και δυναμική Αρτέμιδα με τη μορφή άνδρα. Μπορώ να δω και την Αφροδίτη, εάν την ερμηνεύσω ως ερμαφρόδιτη θεά του έρωτα που αφορά και τα δύο φύλα. Το γεγονός όμως ότι αποδόθηκε από άνδρα ηθοποιό ο οποίος, ωστόσο, καθοδηγήθηκε, με ποτό ανά χείρας, σε τόσο έντονα θηλυπρεπή, αυτάρεσκη και ηδυπαθή ερμηνεία θεωρώ ότι οδήγησε το εύρημα σε εσωτερική αντίφαση.

Μια εύσχημη παράσταση, η οποία επένδυσε και απέδωσε στην εντέλεια όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά -τον “μύθο”, την “όψη” και το “μέλος”, για να μιλήσουμε με τις έννοιες αρχαίας τραγωδίας-, αλλά απογύμνωσε το έργο από την ουσία του: τη “λέξη”, τη “διάνοια” και το “ήθος” των ηρώων.

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

Ψηλά από τη γέφυρα

Συγγραφέας: Arthur Miller Σκηνοθεσία: Στέλιος Καυκαρίδης Σκηνικά-Κοστούμια: Στέφανος Αθηαινίτης Φωτισμοί: Βικέντιος Χριστιανίδης Παραγωγή: Σατιρικό ...

To σαλόνι των ξένων: Πέντε μικροί ξένοι

Σύλληψη / σκηνοθεσία: Παναγιώτης Λάρκου Σχεδιασμός φωτισμού: Σταύρος Ευλαμπίου Μουσική: Χάρης Ιωάννου Ερμηνεύουν: Βασιλική ...

Άμλετ

Μετάφραση: Μιχάλης Κακογιάννης Σκηνοθεσία: Πάρις Ερωτοκρίτου Σκηνικά: Γιώργος Γιάννου Κοστούμια: Ρέα Ολυμπίου Σχεδιασμός Φωτισμού: ...

Και το όνομα αυτού… [Le Prenom]

Η γαλλική κωμωδία που ανέβηκε ως συμπαραγωγή του Θεάτρου Αντίλογος με τη Σόλο για ...

Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι

Συγγραφέας: Τενεσί Ουίλιαμς Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης Σκηνοθεσία: Άγις Παΐκος Σκηνικά-κοστούμια: Μαρίζα Παρτζίλη Ερμηνεύουν: Μήδεια ...

SAVED

Η σκηνοθεσία της Μαρίας Κυριάκου σε αυτό το έργο του Μποντ προσπάθησε να αντισταθμίσει ...

X