Οι πένθιμες μέρες

Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου

Κάθε είκοσι Ιουλίου, ο δάσκαλος ξυπνούσε από τις τέσσερις το πρωί. Έβγαινε στη βεράντα της διώροφης έπαυλης όπου γερνούσε την τελευταία εικοσαετία της ζωής του, καθόταν στην ψάθινη πολυθρόνα και τέντωνε τ’ αφτιά του εν αναμονή του “συνθήματος”. Σε λίγο, ο διαπεραστικός ήχος τρυπούσε τους πόρους του κορμιού του, κάθε χρόνο και πιο κατηγορηματικός. Αν και είχαν περάσει πια σχεδόν τριάντα χρόνια, ζούσε ξανά την κάθε στιγμή, από τότε που έπεσε διαταγή για γενική στρατολόγηση ως το σημείο που αισθάνθηκε -ω τι ψευδαίσθηση- πως είχε τελειώσει το μαρτύριο.

Η σύζυγος, δασκάλα κι αυτή, μπροστά στο πανδαιμόνιο της πρωινής οχλαγωγίας που χαλούσε τον ύπνο της, ξεσήκωνε τον υπόνομο της ελληνικής γλώσσας, επιστράτευε και λίγα τουρκικά του τύπου “άι σιχτίρ” (ασορτί με την περίσταση) και έκλεινε τα αφτιά με μαξιλάρια. Ο δάσκαλος, όμως, παρέμενε ατάραχος να κάθεται στην ψάθινη πολυθρόνα και να αφουγκράζεται το “σύνθημα”. Κι έμενε στη στάση αυτή μέχρι τις 14 Αυγούστου, με ελάχιστα διαλείμματα για ύπνο, βρώση και ανάγκη του. “Κι αρχίζουν πάλι οι πένθιμες μέρες…”, ακουγόταν σαν διαμαρτυρία η διαπίστωση της δασκάλας.

Έπρεπε, όμως, να το παραδεχτεί. Ενδόμυχα ήταν πολύ περήφανη γι’ αυτό το σκοτεινό διάστημα μες την καρδιά του καλοκαιριού. Μόνο η επίσκεψη της πεθεράς την ενοχλούσε. Αυτή η γυναίκα ήταν λες και ζούσε και ανέπνεε για εκείνη την ημέρα. Σηκωνόταν με τους ήχους της σειρήνας, φόραγε τα καλά της και πήγαινε κουνιστή και λυγιστή στο σπίτι του γιου της. Για να τηλεφωνήσει ούτε λόγος – μια ηρωομάνα ήταν πάντοτε ευπρόσδεκτη στα ξένα σπίτια. Και το σκηνικό κάθε φορά το ίδιο. Θα πέταγε μια βιαστική καλημέρα και θα κατευθυνόταν πάραυτα προς τη βεράντα. Αφού βεβαιωνόταν πως όντως είχαν ξεκινήσει οι πένθιμες μέρες, θα αναστέναζε -μάλλον από ανακούφιση παρά από μελαγχολία- και θα διέταζε καφέ με διπλό καϊμάκι. Κι απάνω στον καφέ, η συζήτηση θα γυρνούσε εντελώς τυχαία κι απροσδόκητα στο ιστορικό της αποφράδας εκείνης ημέρας. Ξαφνικά, η πεθερά χαμήλωνε τον τόνο της φωνής της (μην ταράξει το πένθος του γιου), έπαιρνε συνωμοτικό ύφος και άρχιζε να απαγγέλλει το ποιηματάκι, που εμπλουτιζόταν κάθε χρόνο με νέες λεπτομέρειες.

Ο γιόκας της ήταν μόλις είκοσι χρονών εκείνη τη μέρα. Είχε τελειώσει τη στρατιωτική του θητεία και σπούδαζε στις Αθήνες. Ήταν, όμως, καλοκαίρι και είχε πάει για διακοπές στο πατρικό του, δύο μίλια έξω από την Κερύνεια προς την πρωτεύουσα. Με το που έπεσε το σύνθημα, ανέβηκε αμέσως στο πατάρι και βρήκε όλο τον εξοπλισμό του – στολή, όπλο, μπότες, κράνος, φυσίγγια (κι ένα σωρό άλλα ακαταλαβίστικα, δήθεν στρατιωτικά). Μάνα, αν δεν γυρίσω, μην με κλάψεις! Περήφανη να ανάβεις τον τάφο μου και να με προσκυνάς, της είχε πει, λίγο πριν της δώσει το αποχαιρετιστήριο φιλί. Και πολλή περηφάνια ένιωσα, Λενιώ μου – φούσκωνε η πεθερά και ρουφούσε δυνατά λίγο καφέ πριν συνεχίσει.

Έφυγε, που λέτε, ο γιόκας της για το μέτωπο δίχως κλάματα και μεμψιμοιρίες. Θα στοιχημάτιζε ακόμα πως είπε και κάτι πολύ σπουδαίο, κάτι αρχαίο απ’ αυτά που μάθαινε στο πανεπιστήμιο, εκεί στη μητέρα πατρίδα. Εκείνη την ώρα, μέσα στη φουρτούνα της ψυχής της, δεν πολυκατάλαβε τα λόγια του (“ήταν ή έπειτα” ή κάτι τέτοιο θα της είχε πει). Ύστερα έμαθε πως το ‘λεγαν οι Σπαρτιάτες στις μητέρες τους πριν φύγουν για τον πόλεμο. Σπαρτιάτη γέννησα και Σπαρτιάτη σου ‘δωσα, Λενιώ μου, φούσκωνε το καυσόξυλο το εκ Λακεδαίμονος ορμώμενον.

Και μετά, ό,τι ακολούθησε, δεν το ‘ξερε από πρώτο χέρι η πεθερά, αλλά φρόντισε να τα μάθει από έναν, για να δεις πώς τον έλεγαν… Ήταν πάντως ένας ανώτερος αξιωματούχος του στρατού, σίγουρα βαθμοφόρος, όχι απλός στρατιώτης, με κάμποσα παράσημα στο μανίκι. Να ‘στε περήφανη για τον γιο σας, κυρία μου. Ναι, αυτό ακριβώς της είπε. Αλλά όχι μόνο αυτό. Της έδωσε κι εντυπωσιακές λεπτομέρειες για τα κατορθώματα του ακριβού της – πώς ξεμονάχιαζε τους Τούρκους πάνω στις πλαγιές του Πενταδακτύλου, πώς τους σκότωνε κι ύστερα τους σκύλευε τα όπλα, πώς εμψύχωνε τους συμπατριώτες του που δείλιαζαν μπρος στα τανκς με το μισοφέγγαρο, πώς πρότασσε γενναία το στήθος του μπροστά από τις αβοήθητες μισόγυμνες κοπελιές που πάλευαν μες στα χέρια του Αττίλα…

Έμαθε, λοιπόν, η δασκάλα να ζει μ’ αυτές τις πένθιμες μέρες. Κι αν ύβριζε και αϊσιχτίριζε αυτούς που την ξυπνούσαν πρωινιάτικα με τις σειρήνες, κι αν βαριόταν θανάσιμα το ποιηματάκι της πεθεράς και τις δυνατές ρουφηξιές του καφέ με το διπλό καϊμάκι, η ουσία δεν άλλαζε. Είχε παντρευτεί έναν ήρωα. Η πεθερά, όμως, έβλεπε που το ποιηματάκι της δεν έκανε πλέον την ίδια εντύπωση και πολύ στεναχωριόταν. Όχι πως ο γιος της θα γινόταν ποτέ λιγότερο ήρωας, αλλά, να, η δικιά της αίγλη ως ηρωομάνας κινδύνευε να ξεθωριάσει, έτσι που τη μοιραζόταν με έναν αδιάφορο πλέον ακροατή. Τη λύση έδωσαν εν αγνοία τους τα δίδυμα αγόρια του δασκάλου. Το καλοκαίρι του 2003, τα αδέλφια κατάφεραν επιτέλους να διακρίνουν αμυδρά, πίσω απ’ το τζάμι της εφηβικής τους αναισθησίας, πως κάτι απασχολούσε τον πατέρα μες το κατακαλόκαιρο.

Τι έχεις, ρε πατέρα, Ιούλιο μήνα; Αυτό ακριβώς περίμενε η πεθερά. Είκοσι πέντε χρόνια μετά από εκείνη τη μέρα που πρωτομύησε τη νύφη της στην ιστορία, το καυσόξυλο, πιο καμένο από ποτέ, αλλά ακόμα ζωντανό, ήταν πανέτοιμο να κληροδοτήσει το ποιηματάκι στην επόμενη γενιά. Δεν διέταξε ούτε καν τον καθιερωμένο καφέ. Δεν πρόλαβε. Έπρεπε να πει αμέσως το ποιηματάκι, μην πιάσουν άλλες κουβέντες τα παιδιά ή τους απαντήσει με αοριστίες η νύφη της. Με βιαστικές κινήσεις τα έβαλε να καθίσουν στο τραπέζι της κουζίνας και άρχισε με βαθιά συγκίνηση. Ο πατέρας σας θλίβεται, χρυσά μου, γιατί είναι ήρωας. Κι ύστερα, το γνωστό ευαγγέλιο για τις σειρήνες και τη στρατολόγηση και τις ετοιμασίες και το “μην κλάψεις, μάνα” και το φιλί και το “ήταν ή έπειτα” και τις περιγραφές του βαθμοφόρου.

Το ποιηματάκι τελείωσε, αλλά είχε μπει ο νέος αιώνας. Τα παιδιά κοίταξαν με απάθεια μια τη γιαγιά τους, μια τη μάνα τους, μια τον πατέρα που καθόταν στη βεράντα. Ύστερα, αποχώρησαν για να πάνε να παλαβώσουν μπροστά σε κάποια οθόνη.
Η πεθερά έμεινε άφωνη. Η δασκάλα, από την άλλη, κούνησε το κεφάλι. Μόνο ο πατέρας, που για λίγες στιγμές άφησε κατά μέρος τις σκέψεις και έστρεψε την προσοχή προς τη συζήτηση, ένιωσε για πρώτη φορά, μέρα που ήτανε, καλά. Πήγε και βρήκε τα παιδιά. Τους είπε τα πάντα. Τον κοίταξαν με την ίδια απάθεια και συνέχισαν την ασχολία τους.

Η δασκάλα δεν άκουσε τίποτα. Δεν έμαθε τίποτα. Συνέχισε να ζει με την εντύπωση πως είχε παντρευτεί έναν ήρωα. Ούτε η πεθερά άκουσε κάτι. Έμεινε κι αυτή να τρέφει και να θωπεύει ένα παραμύθι που τελικά πίστεψε για αληθινό. Και συνέχισε να ζει για εκείνη τη μέρα, την εικοστή Ιουλίου, που θα έβαζε τα καλά της και θα πήγαινε απρόσκλητη στη νύφη της για να απαγγείλει το ποιηματάκι της. Όσο για τον δάσκαλο, δεν έπαψε να τηρεί τις πένθιμες μέρες. Από συνήθεια ή ίσως κι από εσωτερική ανάγκη, συνέχισε να κάθεται στην ψάθινη πολυθρόνα και να θυμάται. Όχι όπλα και Τούρκους και πολεμοφόδια. Μα κάτι υγρούς, υπόγειους τοίχους ενός σπιτιού στη Λεμεσό, όπου τον είχε στείλει άρον-άρον η μάνα του για να γλυτώσει τη στρατολόγηση.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Ζωή στη σύνταξη

Της Κατερίνας Μικελλίδου Ποτέ δεν είχε φανταστεί πως τώρα στα εβδομήντα της αυτή, που ...

Η ανθρωπιά στο ζύγι

Της Κατερίνας Μικελλίδου (katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk) Κάθε φορά που έμπαινε στη συνεδριακή αίθουσα παραπλεύρως του ξωκλησιού ...

Ο ψηφοφόρος

Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου /katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk Το βάπτισμα του πυρός ως ψηφοφόρος το είχε λάβει ...

Firin makarnasi και μακαρόνια του φούρνου

Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου Αν περνούσες εκείνη τη μέρα από το στενό, λίγο πιο ...

Λίγο πριν από το τέλος της οδού Αθηνών

Της Κατερίνας Μικελλίδου / katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk Απ’ όλα τα μέρη του κόσμου που είχε δει ...

Ο θάνατος ενός υπαλλήλου

Της Κατερίνας Μικελλίδου Εκείνο το πρωινό έμπαινε με αδιαθεσία στο γραφείο του. Μισούσε τις ...

X