Η ανθρωπιά στο ζύγι

  • Της Κατερίνας Μικελλίδου (katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk)

    Κάθε φορά που έμπαινε στη συνεδριακή αίθουσα παραπλεύρως του ξωκλησιού του Αγίου Ηρακλειδίου, την έπιανε ένα απροσδιόριστο αίσθημα ναυτίας. Αυτός ο χώρος στα νότια του χωριού ήταν από τα λιγοστά εκείνα σημεία που είχαν παραμείνει αναλλοίωτα παρά τη ραγδαία ανάπτυξη των τελευταίων είκοσι χρόνων. Ήταν φορές που πίστευε πως κάτι μαγικό κρατούσε το σημείο άθικτο στον χρόνο, έτσι, για να της θυμίζει εκείνο το βράδυ που είχε μισήσει τον πατέρα της και είχε κλάψει από αγάπη για τον Δημητρό.

    Ήταν ένα βράδυ πριν από σαράντα τρία χρόνια. Φεβρουάριος του 1975. Καθόταν στο δωμάτιό της και μετρούσε με αγωνία τα δευτερόλεπτα. Μόλις πήγε πέντε, ανακοίνωσε στη μάνα της πως την περίμεναν τα παιδιά στην πλατεία για να παίξουν και, αφού τη διαβεβαίωσε πως είχε κάνει τα μαθήματά της, πήρε το κόκκινο σακάκι που κρεμόταν από έναν καλόγηρο στην είσοδο του σπιτιού και κατηφόρισε για τη συνεδριακή αίθουσα. Είχε ακούσει νωρίτερα τον πατέρα της να μιλάει με τον παπα-Θόδωρο και να του λέει πως η συνάντηση θα γινόταν στις έξι στο σύνηθες σημείο. Κι εκτός από τη συνεδριακή αίθουσα δεν μπορούσε να σκεφτεί άλλο μέρος μέσα στο χωριό των εκατό πενήντα κατοίκων που να προσφερόταν για την -κατά τον πατέρα της- “πιο κρίσιμη συνάντηση στη σύγχρονη ιστορία της κοινότητας”.

    Η αίθουσα ήταν ξεκλείδωτη – τεκμήριο μιας αθώας εποχής. Γλίστρησε αθόρυβα μέσα και εξέτασε προσεχτικά τον χώρο. Στο κέντρο ένα ξύλινο, επιβλητικό τραπέζι περιστοιχισμένο από καμιά δεκαριά καρέκλες. Στους τοίχους φωτογραφίες με άντρες που της θύμιζαν μορφές βγαλμένες από το σχολικό βιβλίο της Ιστορίας. Απέναντι ακριβώς από την είσοδο, μια μεγάλη ελληνική σημαία. Στη δεξιά γωνία, άλλο ένα τραπέζι με μπεζ κεντητό τραπεζομάντιλο και κάμποσες εικόνες αγίων. Όταν με τρεμάμενα χέρια ανασήκωσε το τραπεζομάντιλο, ανακάλυψε ένα μεγάλο μπαούλο γεμάτο παλιά περιοδικά και εκκλησιαστικές φυλλάδες. Χωρίς δεύτερη σκέψη, πέταξε κάποιο περιεχόμενο από το παράθυρο, ελευθέρωσε λίγο χώρο και χώθηκε ολόκληρη μέσα στο μπαούλο. Η συνεδρίαση άρχισε λίγη ώρα αργότερα. Το μοτίβο του κεντητού τραπεζομάντιλου ήταν τέτοιο που την άφηνε να διακρίνει διαμέσου μικρών ανοιγμάτων τους συμμετέχοντες. Θυμάται να τους μετρά. Πέντε. Όσα και τα μέλη του τότε κοινοτικού συμβουλίου. Στην κεφαλή του τραπεζιού ο πατέρας της – μουχτάρης Γυζίου. Εκ δεξιών του ο παπα-Θόδωρος, ο πνευματικός συμβουλάτορας όλων των χωριανών. Εξ αριστερών του, ο θείος Στράτος, ο μεγαλύτερος παραγωγός χαρουπιών στο νησί. Δίπλα του, ο κυρ Σωτήρης, ο Λεμεσιανός δάσκαλος του μονοθέσιου τότε σχολείου. Και απέναντί του, ο μπαρμπα-Γιάννης, από τους γηραιότερους και πιο ξακουστούς ψαράδες της περιοχής.

    Μέσα στο δωδεκάχρονο μυαλό της ελάχιστα από εκείνα που ειπώθηκαν έβγαζαν νόημα. Ωστόσο, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, κάποια λόγια εκείνης της βραδιάς δεν θα σβήνονταν ποτέ από τη μνήμη της. Θυμάται τον δάσκαλό της να μιλά και να χειρονομεί με ιδιαίτερα έντονο τρόπο. Ούτε ο μικρός Γιωργάκης δεν είχε καταφέρει ποτέ να τον εξοργίσει τόσο όσο οι τέσσερις συνομιλητές του. Κάποια στιγμή, ο κυρ Σωτήρης είχε σηκωθεί όρθιος και, κτυπώντας με δύναμη το χέρι στο ξύλινο τραπέζι, φώναξε έξαλλος: “Ντροπή! Μόνο ντροπή πρέπει να αισθάνεστε! Δεν έχετε ίχνος ανθρωπιάς; Ίχνος ευαισθησίας; Ακόμα κι εσείς, πατήρ Θόδωρε;”.

    Ο παπα-Θόδωρος έπιασε τα γένια του και έσκυψε το κεφάλι. Δεν χρειάστηκε να υπερασπιστεί τη θέση του. Τον πρόλαβε ο πατέρας της. Σηκώθηκε κι εκείνος όρθιος και άρχισε να φωνάζει στον δάσκαλο. Ότι αυτός ήταν ξένος, τι ήξερε για το χωριό μας και τις ανάγκες του. Εκεί στη Λεμεσό μια χαρά θα τους καθόταν το πράμα. Για εκείνους οι πρόσφυγες ήταν λύση, όχι πρόβλημα. Αλλά εδώ, στο Γύζι, ήταν πρόβλημα. Μεγάλο πρόβλημα. Λίγο πριν την εισβολή, με τη μαζική μετακίνηση των Τούρκων στα βόρεια του νησιού, το Γύζι είχε αρχίσει να βρίσκει επιτέλους την ισορροπία του. Τώρα όλοι οι χωριανοί είχαν δουλειές.

    Ο θείος Στράτος υπερθεμάτισε. Στις καλλιέργειές του εργοδοτούσε τους μισούς χωριανούς. Τι θα γινόταν εάν ενέδιδαν στις αξιώσεις της κυβέρνησης; Ένα από τα πιο παραγωγικά του χωράφια θα μετατρεπόταν σε προσφυγικό συνοικισμό. Ασφαλώς και ήταν κρατική γη. Αλλά δεν είχε κακοπάθει κανείς που τόσα χρόνια την καλλιεργούσε. Στο κάτω-κάτω, ολόκληρη η Κύπρος έτρωγε από τα χαρούπια του. Κι έπειτα, ποιος τους εγγυόταν πως αύριο μεθαύριο δεν θα τους έφερναν κανά φιρμάνι από την κυβέρνηση και τους ανάγκαζαν να εργοδοτήσουν μερίδα προσφύγων σε ντόπιες βιομηχανίες; Σε μια τέτοια περίπτωση, θα προέκυπταν θέματα προσφοράς και ζήτησης. Κι αυτό ίσως να οδηγούσε σε απολύσεις και μειώσεις μισθών και άλλα τραγικά.

    Μετά μίλησε κι ο μπαρμπα-Γιάννης. Οι πρόσφυγες που εδώ και μισό χρόνο έμεναν στον προσωρινό καταυλισμό δίπλα από το γήπεδο ήταν στην πλειονότητά τους ψαράδες. Μήπως ήξερε ο δάσκαλος τι σήμαινε η μόνιμη εγκατάστασή τους στην κοινότητα; Αργά ή γρήγορα θα ξανάπιαναν την τέχνη τους και θα τους έτρωγαν τη σοδειά. Κι αν το μισό χωριό ζούσε από τα χαρούπια, το άλλο μισό ζούσε από το ψάρεμα. Το χωριό τους δεν σήκωνε νέο πληθυσμό.

    Ο δάσκαλος είχε πιάσει το κεφάλι του. Έβαζαν, λοιπόν, την ανθρωπιά στο ζύγι. Τότε, ο πατέρας είπε κάτι που θα το καταλάβαινε πολλά χρόνια αργότερα. Πως πιο ιερό κι από τον άνθρωπο ήταν το στάτους κβο. Ο μπαρμπα-Γιάννης ο ψαράς συμφώνησε. Ναι, το στάτους κβο δεν έπρεπε να διαταραχθεί.

    Η ίδια είχε ζαλιστεί με τις συζητήσεις των μεγάλων. Πάσχιζε να βάλει σε μια σειρά τις άγνωστες λέξεις και τα ακατανόητα επιχειρήματα, μα υπήρχαν πράγματα που δεν συμφωνούσαν με το νόημα του δικού της κόσμου. Νά, για παράδειγμα, αυτό που είχε πει ο πατέρας για τη “μαζική μετακίνηση των Τούρκων” διόλου δεν ταίριαζε με τις ιστορίες που είχε ακούσει για τη χρυσοχέρα Εσίν και τον ψαρά τον Μουσταφά. Ήταν βέβαιη πως η γιαγιά της και η μάνα της πολύ είχαν στενοχωρηθεί σαν έφυγε η γειτόνισσά τους. Αλλιώς δεν θα φώναζαν σαν παραμιλητό το όνομά της κάθε Σαρακοστή σαν ζύμωναν φλαούνες και κουλούρια. Και πού είσαι Εσίν που ήξερες απ’ έξω τις συνταγές και τις δοσολογίες. Και πού πήγες και χάθηκες τώρα που θέλουμε να μετρήσεις το αλεύρι με το μάτι. Και πού είσαι να μουρμουρίσεις εκείνο το τούρκικο ξόρκι που φουσκώνει τα ζυμωτά. Κι ούτε θα τσακώνονταν για το ποια έφταιγε που δεν είχαν προλάβει να της επιστρέψουν τον πλάστη και το μπρίκι και κάτι λεκάνες για ζύμωμα και πλύσιμο. Μα κι ο παππούς συνήθιζε να της λέει ιστορίες για τον ψαρά τον Μουσταφά και πως μια μέρα μπήκαν στη βάρκα του και πήγαν ίσαμε την Αίγυπτο για να πουλήσουν σορκούς και λυθρίνια. Κι έπειτα, εκείνα τα ακαταλαβίστικα περί χαρουπιών και ψαριών, πολύ την παραξένευαν. Τι δηλαδή; Θα τους έτρωγαν τις δουλειές η μάνα και ο κύρης του Δημητρού; Ή σάμπως δεν έβλεπε πόσο απέραντες ήταν οι καλλιέργειες του θείου Στράτου και το πέλαγος του μπαρμπα-Γιάννη;

    Οι καρέκλες που έτριξαν την έβγαλαν από τις σκέψεις. Είχαν σηκωθεί και οι πέντε και ετοιμάζονταν να φύγουν. Θυμάται πως άκουγε την καρδιά της να κτυπά τόσο δυνατά που για μια στιγμή φοβήθηκε πως θα πρόδιδε την παρουσία της. Κανείς δεν είχε απαντήσει στο ερώτημα που την είχε φέρει μέχρι εδώ: θα έμενε τελικά ο Δημητρός στο Γύζι; Η απάντηση ήρθε στο τέλος. Ο πατέρα της, καθώς μάζευε κάτι χαρτιά που είχε απλώσει στο ξύλινο τραπέζι, ανακοίνωσε με ιδιαίτερη επισημότητα την τελική απόφαση. Θα ενημέρωναν την κυβέρνηση πως δεν θα δέχονταν την ανέγερση οποιουδήποτε προσφυγικού συνοικισμού στην κοινότητα Γυζίου και θα αντιπρότειναν άλλες τοποθεσίες, καταλληλότερες για τον σκοπό αυτό. Στόχος ήταν η μετακίνηση του προσωρινού καταυλισμού σε μόνιμη βάση εκτός των συνόρων της κοινότητας μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες. Εκείνο ήταν το βράδυ που είχε μισήσει τον πατέρα της και είχε κλάψει από αγάπη για τον Δημητρό.

    Και τώρα, σαράντα τρία χρόνια μετά, καθώς έμπαινε στη συνεδριακή αίθουσα παραπλεύρως του ξωκλησιού του Αγίου Ηρακλειδίου, πάλευε να διώξει τις θύμησες και την αλμύρα των παιδικών εκείνων δακρύων. Ως κοινοτάρχης Γυζίου, έπρεπε να παραμείνει συγκεντρωμένη στο καθήκον. Και να κλείσει τα αφτιά στις βαριές κατηγόριες του κυρ Σωτήρη περί ανθρωπιάς και ζυγίσματος, γιατί άδικα αναστάτωναν τον ύπνο της τον τελευταίο καιρό. Και το δωδεκάχρονο κοριτσάκι που τη μάλωνε μέσα της καλά έκανε να σωπάσει και να πάψει να συγκρίνει ανόμοιες καταστάσεις. Η αποψινή συνάντηση καθόλου δεν έμοιαζε με εκείνη του ’75. Τι κι αν λέγονταν “πρόσφυγες”; Τώρα μιλούσαμε για μουσουλμάνους και αλλοεθνείς. Μα προπάντων, ήταν το στάτους κβο. Αυτό δεν έπρεπε επ’ ουδενί να διαταραχθεί. Για κανένα Κέντρο Φιλοξενίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων.

    Εικόνα: “Γύρω από το ψάρι”, Πάουλ Κλεέ 1926, Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Νέας Υόρκης (MoMA)

    • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

      Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

    You May Also Like

    Ο θάνατος ενός υπαλλήλου

    Της Κατερίνας Μικελλίδου Εκείνο το πρωινό έμπαινε με αδιαθεσία στο γραφείο του. Μισούσε τις ...

    Ο πατήρ ενός (υ)ιού

    Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου | katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk Ο άνθρωπός μας, κύριος Θεοφύλαχτος Διγενίδης, διέθετε όλα ...

    Οι πένθιμες μέρες

    Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου Κάθε είκοσι Ιουλίου, ο δάσκαλος ξυπνούσε από τις τέσσερις το ...

    Η μάνα του δόκτορος

    Η μάνα του πάσχιζε ακόμα να το χωνέψει – ο γιος της δεν ήταν ...

    Ο ψηφοφόρος

    Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου /katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk Το βάπτισμα του πυρός ως ψηφοφόρος το είχε λάβει ...

    Λίγο πριν από το τέλος της οδού Αθηνών

    Της Κατερίνας Μικελλίδου / katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk Απ’ όλα τα μέρη του κόσμου που είχε δει ...

    X