Η Μαυρομαρία, το Αππήδημαν της Ρκας (Γριάς)

  • Ποια ήταν η Μαυρομαρία και τι ήταν το Αππήδημαν της Ρκας που απαντούν τόσο στα έγγραφα του Βατικανού όσο και σε αυτά του Κρατικού Αρχείου Βενετίας; Και όμως ήταν χωριά της Κύπρου, συνδέθηκαν με φεουδάρχες, απαντούν σε επίσημα βασιλικά έγγραφα με τις υπογραφές αξιωματούχων του βασιλείου, αλλά και αυτού του ίδιου του βασιλιά. Οι θέσεις των χωριών αυτών δεν είναι ακριβείς, αφού χάθηκαν τα ίχνη τους, ωστόσο οι κάτοικοι γειτονικών χωριών που υφίστανται γνωρίζουν ίσως ότι στις συγκεκριμένες περιοχές υπήρξαν κάποτε χωριά, που χάθηκαν με την πάροδο των αιώνων και διασώζονται απλώς ως τοπωνύμια. Κάποιες ειδήσεις για τα χωριά αυτά διέσωσε και η προφορική παράδοση για τα αίτια της καταστροφής και εξαφάνισής τους. Έχει δημιουργηθεί επίσης πληθώρα “γοητευτικών” θρύλων για τα χωριά που χάθηκαν, όπως μας έχουν διηγηθεί κατά καιρούς κάτοικοι γειτονικών χωριών.

    Ας αναφερθούμε σε κάποια χωριά της περιοχής της Λευκωσίας, τα οποία πριν από επτά με οκτώ αιώνες αποτελούσαν ιδιοκτησία του Τάγματος των Ναϊτών Ιπποτών και να εξετάσουμε ποια και πόσα από αυτά τα χωριά χάθηκαν και πόσα εξακολουθούν να υπάρχουν. Μετά τη διάλυση του Τάγματος των Ναϊτών, τα χωριά αυτά και γενικά όλες οι ιδιοκτησίες και κάθε περιουσιακό τους στοιχείο πέρασαν το 1313 στο Τάγμα των Ιωαννιτών ιπποτών. Ο Φλώριος Βουστρώνιος, ιστορικός της περιόδου της Βενετοκρατίας, στον οποίο οφείλουμε ανεκτίμητες ειδήσεις και πληροφορίες για την Ιστορία της Κύπρου, τους νόμους και τους θεσμούς, αλλά και στοιχεία αγροτικής οικονομίας, μας γνωστοποιεί μεταξύ άλλων τον κατάλογο αυτών των χωριών. Πρόκειται για τα χωριά: Αχερά, Μιτσερό, Μαυρόβουνος, Κατω Μονή, Αγροκηπιά, Παλαιχώρι, Μαρούλλαινα, Καμπί, Σαν Ρόη, Ψημολόφου, Κάτω Δευτερά και Τρυπί. Από τα δώδεκα αυτά χωριά χάθηκαν με την πάροδο των αιώνων πέντε, σχεδόν δηλαδή τα μισά από τον συνολικό αριθμό των εν λόγω χωριών. Δεν υφίστανται πλέον τα χωριά: Αχερά, Μαυρόβουνος, Μαρούλλαινα, Σαν Ρόη και Τρυπί.

    Έπειτα από την εξαφάνιση κάποιων χωριών σε μερικές περιπτώσεις δημιουργήθηκαν άλλα αργότερα σε γειτονική περιοχή ή οι κάτοικοί τους εγκαταστάθηκαν σε γειτονικά χωριά. Τέτοια περίπτωση αποτελεί το χωριό Σαν Ρόη (San Roy) των πηγών της Λατινοκρατίας. Όσον αφορά το όνομα του χωριού San Roy, όπως παραδίδεται στις δυτικές πηγές, δεν είναι παρά εσφαλμένα σημειωμένο το όνομα Άγιος Ρηγίνος, αφού στην περιοχή υπάρχει εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ρηγίνο. Τα στοιχεία αυτά μαρτυρούν ότι το χωριό αυτό υπήρξε οπωσδήποτε προφραγκικός οικισμός, αφού ήταν αφιερωμένο σε έναν άγιο που έζησε τον 4ο μ.Χ. αιώνα και τιμάται από τους ορθοδόξους. Στη θέση του χωριού αυτού όταν ερημώθηκε δημιουργήθηκε το χωριό Κάτω Απλίκι. Το χωριό San Roy / Άγιος Ρηγίνος αναφέρεται από το 1307 έως το 1385. Σύμφωνα με μια νεότερη πηγή, ο οικισμός αυτός χάθηκε το 1759 εξαιτίας της ελονοσίας που είχε πλήξει το χωριό. Τα ίδια στοιχεία αναφέρονται και από την προφορική παράδοση, ότι δηλαδή η ελονοσία είχε αποδεκατίσει τον πληθυσμό του χωριού. Κατά τον 18ο αιώνα δημιουργήθηκε στην ίδια περιοχή το χωριό Απλίκι.

    H Μαρούλλαινα, ένα άλλο χωριό στην περιοχή της Λευκωσίας, ήταν κάποτε οικοδομημένη προς τα ανατολικά του Παλαιχωρίου. Μνημονεύεται στις μεσαιωνικές πηγές ως ιδιοκτησία αρχικά των Ναϊτών και αργότερα των Ιωαννιτών Ιπποτών, χάθηκε με την πάροδο των ετών, όμως διασώζεται στην προφορική παράδοση αλλά και ως τοπωνύμιο. Στον βυζαντινό αυτό οικισμό -γιατί είναι βέβαιο ότι πρόκειται για προφραγκικό οικισμό- σώζεται ναός αφιερωμένος στους Αγίους Αναργύρους, Κοσμά και Δαμιανό. Επίσης στους βενετικούς καταλόγους με τα χωριά της Κύπρου αναφέρεται το χωριό Μαυρόβουνος που ήταν γειτονικό με το χωριό Μιτσερό. Το 1565, στην απογραφή των φραγκομάτων του χωριού, δηλαδή των ελεύθερων καλλιεργητών, δεν σημειώνεται ούτε ένα πρόσωπο που να ανήκει στην κοινωνική αυτή τάξη και το γεγονός αυτό μαρτυρεί ότι όλοι οι κάτοικοί του ήταν πάροικοι. Σήμερα στη θέση του πάλαι ποτέ χωριού υπάρχουν ερείπια εκκλησίας αφιερωμένης στον Άγιο Γεώργιο.

    Το χωριό Τρυπί, ένα χωριό που υφίστατο μέχρι τα νεότερα χρόνια αλλά έσβησε, μαζί με τα χωριά Δευτερά και Ψημολόφου ανήκαν κάποτε στον Πατριάρχη της Αντιοχείας μαζί με το Πεντάκωμο της Λεμεσού. Κατά τη Βενετοκρατία τα χωριά αυτά εκμισθώνονταν και αργότερα πέρασαν στην ιδιοκτησία της μεγάλης φεουδαρχικής οικογένειας της Κύπρου Lasse, της οποίας κάποια μέλη μετά την πτώση της μεγαλονήσου στους Οθωμανούς εγκαταστάθηκαν στη Βενετία. Μία κατοικία της βασίλισσας Αικατερίνης Κορνάρο που είχε στη Λευκωσία, κοντά στον Άγιο Λουκά, είχε περάσει το 1570 με αγορά στην ιδιοκτησία του φεουδάρχη Lasse. Η αριστοκρατική αυτή οικογένεια της Κύπρου, φραγκικής καταγωγής, απέκτησε οικονομική ευρωστία με την εκμετάλλευση χωριών που κατείχε ως φέουδα και με το εμπόριο. Ο φεουδάρχης Πέτρος Lasse, που έπεσε στην άμυνα της Λευκωσίας το 1570 και μέλη της οικογένειάς του αιχμαλωτίστηκαν, είχε ιδιόκτητο μέγαρο στην περιοχή όπου οικοδομήθηκε το 1567 ο προμαχώνας Φλάτρο.

    Αναζητήσαμε κάποτε κοντά στο Τσέρι τη θέση στην οποία βρισκόταν το χωριό Τρυπί, το οποίο μνημονεύεται σε πληθώρα πηγών. Η θέση αυτή δεν ήταν παρά ένα οροπέδιο αλλά με αρκετές πέτρες, ίσως κάποια ίχνη από τον μεσαιωνικό αυτό οικισμό. Οι πηγές ωστόσο διασώζουν την ιστορία του. Από τους Να?τες πέρασε στην ιδιοκτησία των Ιωαννιτών Ιπποτών και αργότερα στον Πατριάρχη Αντιοχείας. To 1468 το χωριό Τρυπί είχε παραχωρηθεί από τον βασιλιά στον Gomes Davila, μέλος του τάγματος των ιπποτών του Αγίου Ιωάννη και συγγενή μάλλον του κοντόσταυλου του βασιλείου Πέτρου Davila. Κατά τη Φραγκοκρατία, επίσης, είχε παραχωρηθεί μαζί με την Ψημολόφου στην Έλενα Ζappe. Το Τρυπί απαντά στην προφορική παράδοση και σε πολλά βενετικά έγγραφα. Κατά τη Βενετοκρατία αποτελούσε φέουδο, όπως προαναφέρθηκε, της οικογένειας Lasse.

    Τέλος, το χωριό Αχερά, το οποίο εξέλιπε, εάν κρίνουμε από τον αριθμό των ελεύθερων καλλιεργητών του, που ανέρχονταν το 1565 στους εκατόν ενενήντα πέντε τον αριθμό, ήταν για την εποχή εκείνη ένα μεγάλο χωριό με αρκετό πληθυσμό. Το όνομα του χωριού διασώζεται από την παρακείμενη μονή του Αγίου Παντελεήμονος, η οποία καλείται μονή Αγίου Παντελεήμονος Αχεράς.

    Ένα χωριό με πλούσια ιστορία στην περιοχή της Λευκωσίας ήταν το χωριό Μαυρομαρία. Σήμερα διασώζεται ως τοπωνύμιο κοντά στο χωριό τότε Τριμυθιά και σήμερα Κοκκινοτριμυθιά. Ποια ήταν η Μαυρομαρία που έδωσε το όνομά της στο χωριό αυτό, δεν γνωρίζουμε και ίσως να μην πληροφορηθούμε ποτέ. Ίσως σε αυτό να εργάζονταν δούλοι από τη Βόρειο Αφρική και μεταξύ αυτών να ήταν και κάποια Μαυρομαρία. Άλλωστε, όπως μαρτυρούν οι πηγές, στην Κύπρο κατά τη Λατινοκρατία διενεργείτο δουλεμπόριο. Το χωριό Μαυρομαρία αναφέρεται στις πηγές από το 1452 έως το 1861. Ως Κάτω και Πάνω Μαυρομαρία σημειώνεται μόνο στις πηγές του 15ου αιώνα και ακολούθως απαντά απλώς ως Μαυρομαρία. Φαίνεται ότι το χωριό έσβησε μεταξύ των ετών 1861-1881. Σε έγγραφο του 1468 μαρτυρείται ότι ο βασιλιάς παραχώρησε στον φεουδάρχη Λουκά Bragadin τον δασμό που επιβαλλόταν για τα ζώα, που είχαν οι ελεύθεροι καλλιεργητές του χωριού Τριμυθιά και των χωριών Απάνω και Κάτω Μαυρομαρία. Ο Φλώριος Βουστρώνιος ωστόσο μας πληροφορεί ότι το χωριό Μαυρομαρία είχε παραχωρηθεί από τον βασιλιά Ιάκωβο Β’ Lusignan μαζί με την Τριμυθιά στον Λουκά Bragadin. Έγγραφα προερχόμενα από το Βατικανό μας αποκαλύπτουν τη σχέση ενός Κύπριου φεουδάρχη με το χωριό Απάνω και Κάτω Μαυρομαρία. Πρόκειται για τον Ούγο Bussat, οπαδό της βασίλισσας Καρλόττας, που εξορίστηκε μαζί της μετά τον σφετερισμό του στέμματος από τον ετεροθαλή αδελφό της. Σε σημαντικό χειρόγραφο με τις Ασσίζες της Ιερουσαλήμ, το οποίο του ανήκε, σημείωσε τα περιουσιακά του στοιχεία που είχε στην Κύπρο. Κατείχε ως φέουδο μεταξύ άλλων την Επάνω και την Κάτω Μαυρομαρία. Όπως τεκμηριώνεται σε σχετικό έγγραφο, o Ούγος το 1452 είχε αγοράσει τα πιο πάνω χωριά (…les deux presteries de Apano et Cato Mavromaria) από τον βασιλιά Ιωάννη Β’ Lusignan αντί εννιακοσίων δεκαπέντε δουκάτων.

    Τέλος, κοντά στον Μαθιάτη υπήρχε κάποτε ένα χωριό το οποίο μας γίνεται γνωστό από τις πηγές της Βενετοκρατίας με το όνομα Αππήδημα της Ρκας, δηλαδή της γριάς (Appidima tis Grias). Αναφέρεται από το 1550 έως και το 1565, αλλά φαίνεται να ερημώθηκε πριν από το 1825. Το χωριό αυτό το 1565 είχε είκοσι εννιά ελεύθερους καλλιεργητές (francomati). Παρουσιάζει ενδιαφέρον το γεγονός ότι το χωριό αυτό στον χάρτη του Λεωνίδα Αττάρ του 1542 σημειώνεται απλώς ως Πήδημα (Pidima).
    Αυτά είναι μόνο κάποια ελάχιστα στοιχεία από τον πακτωλό ειδήσεων που υπάρχει ακόμη και για αυτά τα χωριά μας που χάθηκαν. Αθάνατη και παράξενη πατρίδα…

    You May Also Like

    Κύπριοι φεουδάρχες και εμπόριο σιτηρών κατά τον 16ο αιώνα

    Γράφει η Νάσα Παταπίου Είναι βέβαιο ότι οι Κύπριοι φεουδάρχες και γενικά οι άρχοντες ...

    Ο νεραντζοπόλεμος και άλλα έθιμα των Φώτων στο Ριζοκάρπασο

    Στο Ριζοκάρπασο, όπως και σε άλλα χωριά της χερσονήσου της Καρπασίας αλλά και της ...

    Μια ιστορική ερμηνεία για τα χαλίτζια Τηλλυρίας

    Είναι γνωστό ότι σε χωριά της περιοχής της Τηλλυρίας παρασκευάζεται ένα είδος τυριού με ...

    Τραπέζα Αμμοχώστου: Η ιστορία ενός χωριού που έσβησε

    Γράφει η Νάσα Παταπίου Οικοδομημένο κοντά στην πόλη της Αμμοχώστου, το χωριό Τραπέζα καταγράφεται ...

    Δωροδοκίες και διαφθορά στη βενετοκρατούμενη Κύπρο

    Ένα ιδιωτικό αρχείο ενός γενικού προνοητή της Κύπρου, των χρόνων της βενετικής κυριαρχίας και ...

    Ο ιστορικός Στέφανος Lusignan και η οικογένειά του

    Ο ιστορικός Στέφανος Lusignan αν και έχει επικριθεί ότι στο έργο του υπάρχουν ανακρίβειες, ...

    X