Εκείνο το φθινόπωρο των παιδικών μου χρόνων

Σκηνοθετική επιμέλεια /ηχητικό τοπίο / μουσική: Λούκας Βαλέφσκι

Έρευνα / επεξεργασία κειμένου / δραματουργία: Κωνσταντίνα Peter

Visuals / σκηνικός χώρος: Miron Nordyk Jurczuk

Ερμηνεία: Έλενα Αγαθοκλέους, Λούκας Βαλέφσκι

Αποθήκες, ΘΟΚ

Ήδη από την περσινή χρονιά ο ΘΟΚ έκανε, μέσα από την αξιοποίηση των «Αποθηκών» του, μια σοβαρή και μεθοδική προσπάθεια δημιουργίας μιας σκηνής για νέους, Κύπριους και μη, καλλιτέχνες, εμπλέκοντας μάλιστα και ποικίλες δράσεις που δεν σχετίζονταν αποκλειστικά και μόνο με το θέατρο. Οι Αποθήκες έγιναν το σημείο συνάντησης νέων ανθρώπων με όραμα, έμπνευση, ανάγκη έκφρασης και δημιουργίας, με όρεξη να δουλέψουν και να μυήσουν το κοινό σε έναν άλλον, λιγότερο συμβατικό, λιγότερο «καθωσπρέπει», λιγότερο λογικό κόσμο. Ακόμη κι αν τα αποτελέσματα δεν ήταν πάντα τα προσδοκώμενα, ακόμη και αν η προσέλευση του κοινού δεν ήταν η αναμενόμενη ή η σύστασή του οδηγούσε προς τη δημιουργία μιας θεατρικής ελίτ, η προσπάθεια αυτή ίσως να αποτελεί την αρχή για τη διαμόρφωση όχι μόνο νέων καλλιτεχνών, αλλά και ενός νέου κοινού. Οι συνήθειες και οι αντιλήψεις δεν αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι, ωστόσο, σημαντικό να υπάρχει η επιλογή. Να ξέρεις ότι κάτι γίνεται, κάτι αλλάζει. Και ότι μπορείς να είσαι κομμάτι αυτής της αλλαγής.

Ευτύχημα είναι λοιπόν ότι ο ΘΟΚ συνεχίζει και αυτήν τη θεατρική σεζόν τη δράση των Αποθηκών, χωρίς να έχει εγκαταλείψει το αρχικό του όραμα. Η καλλιτεχνική επιμέλεια των δράσεων για το πρώτο τρίμηνο ανατέθηκε στη Μελίτα Κούτα και τον Χάρη Καυκαρίδη, οι οποίοι, προσκαλώντας καλλιτέχνες από την Κύπρο και το εξωτερικό και μέσα από δράσεις παραστατικές, εικαστικές και εργαστηριακές, συστήνουν στο κοινό τον Εβραίο Πολωνό συγγραφέα Μπρούνο Σουλτς (1892-1942) και επιχειρούν ποικιλοτρόπως να μας μυήσουν στον παράδοξο, σκοτεινό, εφιαλτικό, κλειστοφοβικό και ενίοτε αισθησιακό κόσμο της ανολοκλήρωτης εικαστικής και πεζογραφικής παρακαταθήκης του. Η έναρξη των δράσεων πραγματοποιήθηκε στις 3 του μήνα από το Κέντρο Παραστατικών Τεχνών της Λεμεσού «Μίτος» με την παράσταση «Εκείνο το φθινόπωρο των παιδικών μου χρόνων», η οποία βασίζεται σε στοιχεία από τη ζωή του συγγραφέα, αλλά και στο διήγημά του «Επιφοίτηση». Μέσα από την έρευνα και την επεξεργασία των κειμένων από την Κωνσταντίνα Peter, η ομάδα δημιούργησε ένα εισαγωγικό, κατά κάποιον τρόπο, κείμενο, το οποίο τοποθετεί το κοινό χωροχρονικά και τροφοδοτεί τον βηματισμό της παράστασης με τις απαραίτητες ιστορικές πληροφορίες. Για τις ανάγκες αυτού του κειμένου πλάθεται η μορφή της Αντέλας (Έλενα Αγαθοκλέους), βοηθού στο σπίτι των Σουλτς και σημαντικής μορφής στα διηγήματα του συγγραφέα. Οι ασπρόμαυρες προβολές (Miron Nordyk Jurczuk) ζωντανεύουν στον τοίχο την πόλη, το Ντροχόμπιτς της Γαλικίας, έπιπλα και σκηνικά αντικείμενα αναπαριστούν το εσωτερικό του σπιτιού των Σουλτς, ενώ η υπέροχη μουσική μάς ταξιδεύει πίσω στον χρόνο, κάπου, υποθέτω, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μπροστά σε έναν καθρέφτη η Αντέλα αρχίζει την αφήγησή της απευθυνόμενη στον εαυτό της και τους θεατές που αντανακλώνται μέσα σε αυτόν. Οι μνήμες της αναβιώνουν την ήρεμη ζωή στην πόλη, πριν τον Β’ ΠΠ και ακολουθούν την πορεία μέχρι την ολοκληρωτική εξόντωση των Εβραίων της περιοχής. Η πορεία της αφήγησης καταλήγει στο σπίτι των Σουλτς όπου κυρίαρχη μορφή -όπως και σε ολόκληρο το έργο του συγγραφέα άλλωστε- κατέχει ο πατέρας της οικογένειας Jakub. Στο σημείο αυτό ξεκινά το δεύτερο, κατά κάποιον τρόπο, μέρος της ιστορίας. Η Αντέλα υποχωρεί στο ημίφως, φοράει τα γυαλιά της και αρχίζει να διαβάζει μέσα από το βιβλίο των διηγημάτων του συγγραφέα την «Επιφοίτηση», η οποία βρίσκει τον Jacub στο παραλήρημα της αρρώστιας, λίγο πριν τον θάνατο. Η Αντέλα αφηγείται και ο Jakub (Λούκας Βαλέφσκι) δρα: μονολογεί, παραληρεί, αφοδεύει, εκνευρίζεται, περπατά άσκοπα στο κλειστοφοβικό δωμάτιο, κοιμάται, γελά, φωνασκεί, ψιθυρίζει. Στον τοίχο πίσω από το δωμάτιο προβάλλεται μια υπερμεγέθης ταπετσαρία εποχής την οποία διατρέχουν κατσαρίδες ή διαπερνούν αδιάκριτα βλέμματα και στόματα, παραπέμποντας στο φαντασιακό παραλήρημα του πατέρα, αλλά και στην πρόσμειξη του ρεαλιστικού και φανταστικού στοιχείου που ενυπάρχει στο έργο του Σουλτς. Ο Jakub εγκαταλείπει τη σκηνή και η Αντέλα αφήνει το βιβλίο καλώντας το όνομά του· είναι η μόνη στιγμή που η φωνή της αφήγησης και ο ήρωας συναντιούνται, έστω και ηχητικά.

Το εγχείρημα του Λούκα Βαλέφσκι, ο οποίος έλκοντας και ο ίδιος την καταγωγή του από τις περιοχές που περιγράφει ο Σουλτς φαίνεται να κατανοεί βιωματικά το έργο του, αφήνει ερωτηματικά κυρίως ως προς το κομμάτι της πρόσληψης: αν δηλαδή στόχος ήταν να το προσλάβουμε ως μια αυτόνομη και αυθύπαρκτη παράσταση-σπουδή στον Σουλτς ή ως μια εισαγωγή ενός ευρύτερου εγχειρήματος, κομμάτι ενός μεγαλύτερου παζλ που λέγεται «Δρόμοι κροκοδείλων» και το οποίο πρόκειται να συμπληρωθεί με την ολοκλήρωση όλων των δράσεων του α’ τριμήνου. Και έχω την αίσθηση ότι το τελικό αποτέλεσμα δικαιώνει την παράσταση μόνο ως ένα μέρος του όλου, αφού από μόνο του αφήνει κενά, παρουσιάζει εσωτερική ανακολουθία και παραμένει στατικό και ανολοκλήρωτο.

Οι δραματουργικές «παρεμβάσεις» από την ομάδα δεν «έδεσαν» συγγραφικά με το κείμενο του Σουλτς, με αποτέλεσμα τα δύο μέρη της παράστασης να μην μπορούν να αποτελέσουν ένα οργανικό σύνολο. Η αφήγηση της Αντέλας -υπερβολικά πληροφοριακή, ρεαλιστική, ξεκάθαρη- ηχούσε πιο πολύ σαν αφήγηση ιστορικού ντοκουμέντου παρά σαν μια αναδρομή σε επώδυνα βιώματα, αδυνατώντας να βρει γέφυρες επικοινωνίας με το κείμενο του Σουλτς. Επιπλέον, ενώ η ομάδα δημιουργεί την Αντέλα ως ένα πρόσωπο υπαρκτό και σημαντικό, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη σχέση της με τον πατέρα, εν τέλει την αφήνει αποσπασματική και ανολοκλήρωτη, αφού περιορίζει τον ρόλο της στο να αποτελέσει, στην ουσία, τη φωνή και την εικόνα του αφηγηματικού λόγου. Λειτουργεί, με άλλα λόγια, ως μια λύση ανάγκης σε πρακτικά σκηνικά ζητήματα, χωρίς να της αποδίδονται τα απαραίτητα χαρακτηριστικά που απαιτούνται, ούτως ώστε να σταθεί επί σκηνής ως μια αυθύπαρκτη περσόνα. Η αίσθηση αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο στο δεύτερο μέρος όπου η λειτουργία της ως αποστασιοποιημένης αναγνώστριας σχεδόν ακυρώνει την υπόστασή της ως Αντέλας· είναι πια η Έλενα Αγαθοκλέους η οποία διαβάζει, παραστατικά ομολογουμένως, ό,τι ακολουθεί σε πράξη από τον Λούκα Βαλέφσκι στον ρόλο του πατέρα. Το παράδοξο είναι ότι το στοιχείο που πραγματικά κατάφερε να μας μυήσει στον ιδιαίτερο κόσμο του συγγραφέα ήταν η απολαυστική ερμηνεία του Βαλέφσκι στην πρωτότυπη γλώσσα του κειμένου, την οποία, ακόμη κι αν δεν καταλαβαίναμε, κατά κάποιον μαγικό τρόπο την κατανοούσαμε. Αυτή, άλλωστε, υπήρξε και η μόνη απτή, αμιγώς θεατρική πτυχή της παράστασης.

Ίσως οι λοιπές δράσεις του α’ τριμήνου και η γνωριμία του κοινού με άλλες πτυχές του έργου του Σουλτς να φωτίσουν μέσα από μια άλλη διάσταση την εισαγωγική αυτή δράση και να της προσδώσουν την ολοκλήρωση και την αυτοτέλεια που της έλειπε.

 

 

 

 

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

Η Γκόλφω

Συγγραφέας: Σπύρος Περεσιάδης Σκηνοθεσία / επεξεργασία κειμένου: Λέανδρος Ταλιώτης Σκηνικά / κοστούμια: Μικαέλλα Κάσινου ...

Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι

Συγγραφέας: Τενεσί Ουίλιαμς Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης Σκηνοθεσία: Άγις Παΐκος Σκηνικά-κοστούμια: Μαρίζα Παρτζίλη Ερμηνεύουν: Μήδεια ...

Ο γιος της Αμαζόνας

Μετάφραση/διασκευή/σκηνοθεσία: Ανδρέας Αραούζος Κίνηση/χορογραφία: Φώτης Νικολάου Μουσική σύνθεση/μουσικός επί σκηνής: Σταύρος Μακρής Σχεδιασμός φωτισμού: ...

Φιλιώ Χαϊδεμένου

Συγγραφέας: Φιλιώ Χαϊδεμένου Διασκευή: Άνδρη Θεοδότου Σκηνοθεσία: Βασίλης Ευταξόπουλος Είμαι ένας από τους τυχερούς ...

ΓΚΙΑΚ

Συγγραφέας: Δημοσθένης Παπαμάρκος Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γεωργία Μαυραγάνη Σκηνικά-Κοστούμια: Άρτεμις Φλέσσα Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας Μουσική σύνθεση-Αυτοσχεδιασμοί: ...

Αμερικάνικος Βούβαλος

Συγγραφέας: Ντέιβιντ Μάμετ Μετάφραση/Σκηνοθεσία: Πέτρος Φιλιππίδης Σκηνικά – Κοστούμια: Λουκία Χουλιάρα Σχεδιασμός Φωτισμού: Λευτέρης Παπαδόπουλος ...

X