Επικίνδυνες Σχέσεις

  • Συγγραφέας: Christopher Hampton (βασισμένο στο μυθιστόρημα του Laclos)
    Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Ανδρέας Αραούζος
    Σκηνικά-Κοστούμια: Έλενα Κατσούρη
    Μουσική: Γιώργος Κολιάς
    Σχεδιασμός Φωτισμού: Σταύρος Τάρταρης
    Ερμηνεύουν: Στέλα Φυρογένη, Άννα Γιαγκιώζη, Μικαέλλα Θεοδουλίδου, Ανδρέας Τσέλεπος, Αντρέας Λουκά, Λένια Σορόκου, Νίκη Δραγούμη, Φώτης Καράλης.

    Μετά από ένα άκρως παραγωγικό καλοκαίρι με φεστιβαλικές και μη παραγωγές, που άλλοτε δικαίωναν τη μαζική προσέλευση του κοινού και άλλοτε (ίσως συχνότερα) όχι, το φθινόπωρο φαίνεται να ήρθε νωρίς για τις εγχώριες θεατρικές ομάδες, προμηνύοντας έναν πολυποίκιλο θεατρικό χειμώνα. Ο Ανδρέας Αραούζος και η ομάδα του, Alpha Square, έδωσαν από νωρίς την εκκίνηση της φετινής σεζόν, ήδη από την 1η Σεπτεμβρίου, επιλέγοντας ένα από τα πιο επιτυχημένα και πολυδιασκευασμένα (θέατρο, κινηματογράφος, χορός, όπερα) μυθιστορήματα του 18ου αιώνα: το “Les Liaisons Dangereuses” του Pierre Choderlos de Laclos (1782). Αν θεωρήσουμε το “Κουαρτέτο” του Heiner Muller (1980) τη σημαντικότερη, καλλιτεχνικά, ελεύθερη διασκευή του έργου, τότε αυτή του Άγγλου συγγραφέα Christopher Hampton (1985) θα πρέπει να θεωρηθεί η εμπορικότερη και πιο δημοφιλής, ιδιαίτερα μετά την κινηματογραφική της προσαρμογή το 1988, με τους Glenn Close, John Malkovich, Michelle Pfeiffer και Uma Thurman να συνυφαίνουν ένα από το πιο δυναμικά κουαρτέτα των βασικών ρόλων.

    Αν συγκλίνουν σε κάποιο σημείο οι πλείστες διασκευές του επιστολικού μυθιστορήματος του Laclos είναι στην προσεκτική επιλογή του χωροχρονικού πλαισίου στο οποίο επανατοποθετούν την ιστορία, αφού πρόκειται για ένα έργο που κουβαλά έντονα το κοινωνικό και πολιτικό στίγμα της εποχής που το γέννησε: του παρηκμασμένου 18ου αιώνα που παρακολουθεί τη μη αναστρέψιμη πορεία προς την ανάδυση μια ισχυρής τάξης και, αναπόφευκτα, προς την επανάσταση. Στο έργο του ο Laclos επιχειρεί την τολμηρή ανατομία της σύγχρονής του αριστοκρατικής τάξης, η οποία κουβαλά τον απόηχο του χρυσού 17ου αιώνα της γαλλικής μοναρχίας, αποκαλύπτοντας, μέσα από ένα επιστολικό παιχνίδι, την ηθική διαφθορά που κρυβόταν κάτω από τα χρυσοποίκιλτα σκαλιστά έπιπλα, τις βαριές κουρτίνες, τα πολλαπλά υφάσματα και το έντονο μακιγιάζ. Η υψηλή κοινωνία -στην προκειμένη περίπτωση δύο πρώην εραστές, η μαρκησία ντε Μερτέιγ και ο υποκόμης Βαλμόν- διασκεδάζει την πλήξη της με επικίνδυνα ερωτικά παιχνίδια, χρησιμοποιώντας την προσωπική ματαιοδοξία και τη σεξουαλική αδηφαγία ως μέσα χειραγώγησης, ταπείνωσης, κυριαρχίας και εξουσίας προς τα υποψήφια θύματά της. Οι εύθραυστες ισορροπίες που αναπτύσσονται ανάμεσα σε θύτες και θύματα δημιουργούν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία η οποία καταλήγει στην αποδόμηση και την κενότητα, χωρίς ευδιάκριτα όρια ανάμεσα σε νικητές και νικημένους.

    Η τοποθέτηση του κόσμου που δημιουργεί ο Laclos, σε ένα άλλο χωροχρονικό πλαίσιο απαιτεί την επιλογή μια εποχής η οποία φέρει, με άλλα δεδομένα, αυτές τις έντονες αντιθέσεις ανάμεσα στον φαινομενικό συντηρητισμό και την έξαρση των ηθών, ούτως ώστε να υποστηρίζεται αυτή η ανάγκη της υπόγειας, κρυφής δράσης, αλλά και για να δημιουργούνται οι εσωτερικές δυναμικές που πυροδοτούν τη δράση και την αντίδραση των προσώπων. Ο Ανδρέας Αραούζος επέλεξε να τοποθετήσει την παράστασή του σε ένα σύγχρονο (;), αλλά ασαφές και απροσδιόριστο πλαίσιο χρόνου, γεγονός το οποίο άφησε το όλο εγχείρημα θολό και αστήρικτο. Οι μόνες αντιφάσεις που δημιουργήθηκαν υπήρξαν αισθητικές, αλλά όχι εσωτερικές: μέσα σε ένα μοντέρνο σαλόνι (Έλενα Κατσούρη), πρόσωπα με ενδυμασίες ετερόκλητης αισθητικής (κάποια κοστούμια παρέπεμπαν στο σήμερα και κάποια όχι) και ενίοτε ασύμβατες με τις περιγραφές του κειμένου (Μικαέλλα Θεοδουλίδου, Νίκη Δραγούμη), εκφέρουν γαλλιστί παρωχημένους τίτλους μιας άλλης εποχής, διατηρούν έναν καθωσπρεπισμό ασύμβατο με τον χώρο που τα περιβάλλει, καταπιέζονται από έναν αδικαιολόγητο συντηρητισμό και ξιφασκούν μέχρι θανάτου, με ξίφη εποχής, για την υπεράσπιση της θιγμένης τους αξιοπρέπειας. Μέσα σε αυτό το ακαθόριστο πλαίσιο το οποίο δεν φέρει αναγνωρίσιμες κοινωνικές παθογένειες, το παιχνίδι του “φαίνεσθαι” και του “είναι” παρέμεινε μετέωρο και αδικαιολόγητο.

    Η σκηνοθεσία του Ανδρέα Αραούζου, ελλείψει δράσης, βασίστηκε εύστοχα στην αισθητική των κινηματογραφικών καρέ και τη γρήγορη εναλλαγή εικόνων, σηματοδοτούμενη από τον φωτισμό και τη μουσική. Η διαρκής, όμως, επανάληψη των εναλλαγών (φως/σκοτάδι) και της εκκωφαντικής (και κατά τη γνώμη μου, ακατάλληλης) μουσικής (Γιώργος Κολιάς), η οποία προοικονομούσε αχρείαστα την επερχόμενη θύελλα, έφερνε αναπόφευκτα την κούραση του θεατή, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος της παράστασης. Οι ηθοποιοί, εκφέροντας τον λόγο μιας πιστής αλλά δύσκαμπτης, γλωσσικά, μετάφρασης, οδηγήθηκαν εξαρχής σε μιαν υπερβάλλουσα εξωτερίκευση των αναγνωρίσιμων χαρακτηριστικών των ηρώων που κλήθηκαν να υποδυθούν, χωρίς να επιτυγχάνουν τη σταδιακή εσωτερική μεταμόρφωση ή “παραμόρφωσή” τους. Η Στέλα Φυρογένη, σε έναν ρόλο που ομολογουμένως της πήγαινε πολύ, κράτησε καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης τη σταθερή εικόνα της σκοτεινής και διεφθαρμένης γυναίκας που είναι αποφασισμένη “να κυριαρχήσει στο αντίθετο φύλο για να εκδικηθεί για χάρη του δικού της”, διατηρώντας ωστόσο το ίδιο ύφος και τον ίδιο ρυθμό και στερώντας, εν τέλει, από τη Μερτέιγ, τον ακαταμάχητο ερωτισμό και την τελική καταρράκωση. Ομοίως, ο Ανδρέας Τσέλεπος ως alter ego της Μερτέιγ, εξωτερίκευσε τόσο έντονα τις υπόγειες προθέσεις του που προσέδωσε μια κωμική, σχεδόν γκροτέσκα ερμηνεία στον Βαλμόν, με αποτέλεσμα να μην κατορθώνει να πείσει για την τελική επιθανάτια μεταστροφή του. Γήινη και με ευαισθησία η ερμηνεία της Νίκης Δραγούμη η οποία έδωσε με συνέπεια αλλά χωρίς ιδιαίτερες εναλλαγές την πορεία της, από την ανυποχώρητη ηθική, στην απόλυτη άφεση στο ερωτικό πάθος. Υπερβολικά εξωστρεφής για τον υπέρμετρο συντηρητισμό -έστω και συγκεκαλυμμένο- της κυρίας ντε Βολάνζ η Άννα Γιαγκιώζη, ενώ η Μικαέλλα Θεοδουλίδου ως Σεσίλ δεν βρήκε την ισορροπία ανάμεσα στη νεανική αφέλεια και τη μύηση στην ηθική διαφθορά. Ο Φώτης Καράλης έδωσε με ευστοχία τον αφελή και ιπποτικό Ντανσενί, ενώ ο Αντρέας Λουκά τόνισε τα κωμικά ιταλικά κατάλοιπα του ρόλου του υπηρέτη, στερώντας του την κομβικής σημασίας λειτουργία που παίζει στην εξέλιξη της ιστορίας. Ευτυχής στιγμή για την παράσταση η ακρίβεια της Λένιας Σορόκου ως θείας του Βαλμόν – λειτούργησε με απόλυτη φυσικότητα και κατανόηση ως ο παρατηρητής και σχολιαστής της ηθικής σήψης, όχι μόνο του ανιψιού της, αλλά και της κοινωνίας που την περιβάλλει.

    Ο Ανδρέας Αραούζος, όπως πάντα, δούλεψε με αξιοπρόσεκτη λεπτομέρεια και επιχείρησε με τόλμη και αφοσίωση να παρουσιάσει ένα ιδιαίτερα απαιτητικό -γλωσσικά και σκηνικά- έργο. Σύμφωνα και με την παρότρυνσή του, όντως, δεν χάσαμε ούτε λέξη από το υπέροχο αυτό κείμενο. Ωστόσο, μέσα από την αποπλαισίωση των ηρώων από ό,τι τους περιβάλλει και τους νοηματοδοτεί, χάσαμε τη δυνατότητα να τους κατανοήσουμε, να τους αιτιολογήσουμε και, κυρίως, να τους αισθανθούμε.

    • Μαρία Χαμάλη

      Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

    You May Also Like

    Πνεύμονες

    Κριτική για το έργο του Ντάνκαν ΜακΜίλαν που μεταφέρει στη σκηνή τον προβληματισμό ενός ...

    RELIC

    Σκηνοθεσία, χορογραφία, ερμηνεία: Ευριπίδης Λασκαρίδης Κοστούμι: Άγγελος Μέντης Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Μιχόπουλος, Νίκος Κόλλιας ...

    «Η κωμωδία των παρεξηγήσεων», του Σαίξπηρ

    Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου Ένας έμπορος στις Συρακούσες αποκτά δίδυμους γιους. Αγοράζει ...

    Η Φαλακρή Τραγουδίστρια

    Τι έχει να πει σήμερα ο Ιονέσκο σε ένα κοινό εξοικειωμένο με ποικίλους, συχνά ...

    Dark Vanilla Jungle

    Συγγραφέας: Philip Ridley Μετάφραση / διασκευή / σκηνοθεσία: Εβίτα Ιωάννου Δραματουργια/Καλλιτεχνικη Επιμελεια: Φωτεινη Μιχαηλιδου ...

    Καθεστώς ευγενείας

    Το τολμηρό, πολυποίκιλο και φιλόδοξο “Σαλόνι των Ξένων”, το οποίο εγκαινίασε ήδη από τον ...

    X