Η Γκόλφω

  • Συγγραφέας: Σπύρος Περεσιάδης
    Σκηνοθεσία / επεξεργασία κειμένου: Λέανδρος Ταλιώτης
    Σκηνικά / κοστούμια: Μικαέλλα Κάσινου
    Μουσική: Ανδρέας Μουστούκης
    Κίνηση: Λέανδρος Ταλιώτης, Λουκία Πιερίδη
    Φωτισμοί: Χρίστος Γωγάκης
    Ερμηνεύουν: Άντρια Ζένιου, Γιώργος Κυριάκου, Κατερίνα Λούρα, Αλέξανδρος Παρίσης
    Μουσικοί επί σκηνής: Βασίλης Βασιλείου, Γιάννης Κουτής, Ζαχαρίας Σπυριδάκης

    Πώς μεταφέρεται σήμερα ένα βουκολικό δραματικό ειδύλλιο του 1893, ένα έργο “της φουστανέλας”, όπως είχε χαρακτηριστεί στην εποχή του, με τον έμμετρο ρυθμό του ανομοιοκατάληκτου 15σύλλαβου, τους ήχους του τσάμικου και τους απόηχους της δημοτικής ποίησης, που τοποθετεί την ελληνική εκδοχή του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας όχι σε παλάτια, αλλά στη βιοπάλη της ελληνικής υπαίθρου, τα λιβάδια, την περήφανη κορφή του Χελμού και τα νερά της Στύγας, χωρίς να πέσει στην παγίδα της ρεαλιστικής ηθογραφίας και του μελοδράματος; Πώς προσεγγίζει ο σύγχρονος σκηνοθέτης ένα έργο που φέρει βαριά τα σημάδια της “εθνικής ταυτότητας”, που αποτέλεσε την πρώτη ελληνική ταινία και χρησιμοποιήθηκε ως πολιτική αντίδραση στη δικτατορία του Μεταξά; Που δέχθηκε πλήθος ερμηνειών και κατέστησε τους δύο ήρωές του, την Γκόλφω και τον Τάσο, εθνικά σύμβολα; Ο Λέανδρος Ταλιώτης το επιχειρεί και φαίνεται να το κατορθώνει με μια καθαρά προσωπική, σύγχρονη και πρωτότυπη ανάγνωση του έργου, μέσα από την ευρηματική αποδόμηση του κειμένου και τη δημιουργική ανασύνθεσή του πάνω σε μια τολμηρή, εξπρεσιονιστική και ενίοτε σουρεαλιστική φόρμα.

    Η αίσθηση του παράδοξου ξεκινάει ήδη από την είσοδο του κοινού στην “πλατεία”, τον προστατευμένο χώρο του αμέτοχου θεατή, σύμβαση η οποία συχνά ανατρέπεται στο Θέατρο Δέντρο. Ένα μεγάλο μέρος των θεατών τοποθετείται στο περίγραμμα της σκηνής, στα τραπέζια του γλεντιού (μου έφεραν στο μυαλό τον “Εθνικό Ύμνο” του Μιχαήλ Μαρμαρινού, επιβεβαιώνοντας την εκλεκτική συγγένεια που φαίνεται να έχει η Κατερίνα Λούρα και το Θέατρο Δέντρο με τον Έλληνα σκηνοθέτη και το Θέατρο Θησείον) και γίνεται κομμάτι του σκηνικού και της δράσης. Και αυτό προκύπτει όχι μόνο γιατί βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τους ηθοποιούς οι οποίοι του απευθύνουν λόγους και βλέμματα, αλλά γιατί αποτελεί ζωντανό και μεταβαλλόμενο στοιχείο παρατήρησης από τους υπόλοιπους θεατές που βρίσκονται στην πλατεία.

    Η έναρξη του έργου γίνεται με την υπέροχη διασκευή του Lacrimosa του Mozart πάνω σε παραδοσιακούς ήχους, από τον Ανδρέα Μουστούκη, άρτια εκτελεσμένη από μουσικούς και ηθοποιούς, καθορίζοντας και την προσωπική ανάγνωση του σκηνοθέτη: το έργο είναι ένας θρήνος, το πένθιμο ρέκβιεμ της Γκόλφως. Αλλά όχι μόνο. Η παράσταση του Λέανδρου Ταλιώτη, με τη σουρεαλιστική φόρμα ενός άναρχου ονείρου-εφιάλτη, δομήθηκε πάνω σε μιαν αντίφαση η οποία ενυπάρχει και μέσα στο ίδιο το έργο, αλλά συχνά παραγνωρίζεται: το τραγικό και πένθιμο από τη μια, το παιγνιώδες και χιουμοριστικό από την άλλη. Έτσι, η ευτυχής περίοδος της Γκόλφως και του Τάσου, οι στιγμές της ανεμελιάς και του απόλυτου έρωτα αποδίδονται εξπρεσιονιστικά, με έντονο στυλιζάρισμα τόσο στην ερμηνεία των ηθοποιών (“παγωμένα” χαμόγελα προς τους θεατές, επιτηδευμένος λόγος και κίνηση, σύγχρονες προσθήκες στο κείμενο), όσο και στη σκηνική απόδοση (το παιδικό τροχοφόρο όχημα της Γκόλφως, τα σύγχρονα, σχεδόν κωμικά, κοστούμια ή σκηνικά αντικείμενα). Προτού προλάβει αυτή η υπερβολή να κουράσει, ο Τάσος προδίδει την Γκόλφω. Και όλα αλλάζουν. Η παράσταση απεκδύεται το εξωτερικό της περίβλημα και κρατάει μόνο την ουσία. Το γέλιο γίνεται κλάμα. Η χαρά, πένθος. Το φως, σκοτάδι. Η Γκόλφω, από ανέμελη και αφελής παιδούλα, μεταμορφώνεται σε σύμβολο γυναίκας που θρηνεί για την ίδια της τη ζωή, γιατί επιλέγει τον θάνατο και όχι τη συνθηκολόγηση. Και η Κατερίνα Λούρα, η οποία αποδεικνύει ότι είναι μια ηθοποιός που δεν φοβάται να λειτουργεί έξω από νόρμες και να εκτίθεται, σηκώνει επάξια το βάρος αυτής της μεταμόρφωσης. Απόκοσμη, με το μισοφορεμένο αναγεννησιακό κοστούμι της και τα λιτά της μαλλιά, ως άλλη Οφηλία, φιλοσοφεί για την αγάπη (τι υπέροχη η στιγμή του θρήνου της με τα δάκρυα να εικονοποιούνται μέσα από το νερό), καταριέται, ευχολογεί, στροβιλίζεται, ισορροπεί, σχεδόν νεκρικά, πάνω σε μια κούνια που προοικονομεί το τραγικό τέλος και μυεί τους θεατές σε ένα βαθιά εσωτερικό ταξίδι στην παράνοια και τον θάνατο.

    Αυτή η διπλή, αντιθετική διάσταση της παράστασης υποστηρίζεται απόλυτα από όλους τους ηθοποιούς. Εξαιρετικός ο Γιώργος Κυριάκου, ο οποίος κατορθώνει να δώσει όλες τις εκφάνσεις του Τάσου: απολαυστικός ως ερωτευμένος και φιλόδοξος νέος, χωρίς υπερβολή και μελοδραματισμό ως μετανοημένος άνδρας. Ο Αλέξανδρος Παρίσης ενσαρκώνει με ακρίβεια και σωστές δοσολογίες πάθους, θυμού και θλίψης, τους κομβικούς ρόλους του ερωτευμένου -με την Γκόλφω- Κίτσου και του Θανασούλα, πατέρα του Τάσου. Η Άντρια Ζένιου, κόντρα στο μικροκαμωμένο της ανάστημα, ερμηνεύει με νεύρο και χιούμορ τόσο τον ρόλο του Γιάννου, όσο και της Σταυρούλας, η οποία θριαμβολογεί αλύπητα πάνω στη ρημαγμένη, ψυχικά, Γκόλφω. Και οι τέσσερις ηθοποιοί κατέκτησαν και απέδωσαν τον απαιτητικό έμμετρο λόγο του συγγραφέα με τόση φυσικότητα, που οι όποιες προσθήκες πρόζας ξέφευγαν από αυτή τη μουσικότητα, ηχούσαν παράταιρες. Υπέροχοι οι ήχοι του Ανδρέα Μουστούκη και εξαίρετα εκτελεσμένοι από τους μουσικούς στα σκαλοπάτια-βουνά του θεάτρου. Τα κοστούμια της Μικαέλας Κάσινου απλά, εκ πρώτης όψεως, έκρυβαν με επιμέλεια τους συμβολισμούς και το διαρκές στοιχείο της μεταμόρφωσης, ενώ τα σκηνικά της τοποθέτησαν τους ηθοποιούς και την παράσταση σε ένα αέναο παιχνίδι δόμησης και αποδόμησης του θεατρικού χώρου.

    Ο Λέανδρος Ταλιώτης δεν δίνει μόνο το σκηνοθετικό του στίγμα στην παράσταση, αλλά παρεμβαίνει και στο ίδιο το κείμενο μέσα από συνειδητές παραλείψεις και προσθήκες. Αποσιωπεί σημαντικές σκηνές και μονολόγους του Τάσου οι οποίοι είναι αποκαλυπτικοί για την εσωτερική του πάλη ανάμεσα στο προσωπικό συμφέρον και τον έρωτα. Η αποσιώπηση αυτή δημιουργεί μια εκδοχή φτιαγμένη για να υμνήσει ξεκάθαρα την ηρωίδα του Περεσιάδη. Επιπλέον, πέρα από τις χιουμοριστικές προσθήκες οι οποίες υπήρξαν ομολογουμένως απολαυστικές, επεμβαίνει στην κορύφωση του έργου μέσα από αχρείαστες, κατά τη γνώμη μου, αναφορές στον Χίτλερ, τη στιγμή που η Γκόλφω καλείται να λάβει τη σημαντική απόφαση της συγχώρεσης. Άστοχη, επίσης, μου φάνηκε η αυτοαναφορική επίκληση των δύο ηρώων για ένα άλλο τέλος στην ιστορία τους. Αν όμως η Γκόλφω και ο Τάσος είχαν ένα άλλο τέλος, δεν θα αποκτούσαν ποτέ τη διάσταση που τους χάρισε το τραγικό τέλος του δημιουργού τους. Οι όποιες ενστάσεις μικρή σημασία έχουν μπροστά στο τελικό αποτέλεσμα. Ο Λέανδρος Ταλιώτης και η ομάδα του κατόρθωσαν να δώσουν μια πολυεπίπεδη εκδοχή ενός έργου που σήμερα θεωρείται παρωχημένο και να το νοηματοδοτήσουν εκ νέου, για ένα κοινό σύγχρονο και απαιτητικό. Μακριά από φιλολογικές, θεατρολογικές και θεωρητικές προσεγγίσεις που τόσο συχνά βλέπουμε στις θεατρικές σκηνές, με μέσα λιτά, με ευρηματικότητα, σωματικότητα, χιούμορ, σκηνική δράση, ομοιογένεια και -επιτέλους- συγκεκριμένη σκηνοθετική άποψη, συνεπή σε όλα τα επίπεδα.

    • Μαρία Χαμάλη

      Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

    You May Also Like

    Ο Μικρός Πρίγκιπας

    Διατηρώ τις αμφιβολίες μου για το εάν η ιστορία του Μικρού Πρίγκιπα έγινε πιο ...

    Κοιμήσου αγγελούδι μου

    Πολλά και βαρύνουσας σημασίας τα θέματα, προβλήματα και συμβάντα του έργου, τα οποία στριμώχτηκαν ...

    Ψηλά από τη γέφυρα

    Συγγραφέας: Arthur Miller Σκηνοθεσία: Στέλιος Καυκαρίδης Σκηνικά-Κοστούμια: Στέφανος Αθηαινίτης Φωτισμοί: Βικέντιος Χριστιανίδης Παραγωγή: Σατιρικό ...

    PERFORMANCE 3

    Δεκαπέντε χρόνια μετά την πρώτη της παρουσίαση, η Κατερίνα Λούρα έρχεται μέσα από την ...

    O Φάρος, του Κόνορ Μακφέρσον

    Γράφει η Μαρία Χαμάλη O «Φάρος» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη έχει αδυναμίες, οι οποίες ...

    Οργισμένα Νιάτα

    Look back in anger, ένα έργο που αντικατοπτρίζει την «οργισμένη» γενιά νέων που ζητούσε ...

    X