Και μετά έρχεται…

  • Της Κατερίνας Μικελλίδου/katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk

    Ζήτησε από τον γιο του να μείνει για λίγο μόνος. Ήθελε να κάνει μια τελευταία βόλτα στο Trend Park μαζί με τον σκύλο του. Παρασκευή σήμερα και τίποτα δεν πήγαινε κατά τα ειωθότα. Κανονικά, μόνο τις Δευτέρες που είχε ρεπό τις αφιέρωνε στο Trend Park και το σκυλί. Τις υπόλοιπες μέρες, τα τελευταία σαράντα χρόνια, ακολουθούσε, σχεδόν ψυχαναγκαστικά, το ίδιο τελετουργικό. Ξεκινούσε με τα πόδια από το σπίτι του στα βόρεια προάστια του Λονδίνου για τον κοντινότερο σταθμό του μετρό. Έμπαινε πάντα από την ίδια είσοδο για να βεβαιωθεί πως θα έπαιρνε το ίδιο βαγόνι – τρίτο από το τέλος. Καθόταν με τα μάτια καρφωμένα στο ταμπλό πάνω από τη συρόμενη πόρτα να μελετά το σχεδιάγραμμα της μπλε γραμμής και να μετρά σαν μικρό παιδί τις στάσεις μέχρι να φτάσει στον προορισμό του: Southgate, Amos Grove, Bounds Green, Wood Green. Το βράδυ, σαν έκλεινε το μαγαζί, θα ξανάπιανε το ίδιο βαγόνι και θα μετρούσε αντίστροφα τις στάσεις: Wood Green, Bounds Green, Amos Grove, Southgate. Το μόνο που άλλαζε ήταν η σύντομη επίσκεψη στην ορθόδοξη εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης κάθε Κυριακή πρωί.

    Στο Λονδίνο τον είχαν κουβαλήσει μαζί τους οι γονείς του το ’78 σαν κληρονόμησαν από τη γεροντοκόρη αδελφή του πατέρα το σπίτι στο Southgate. Ο ίδιος ποτέ δεν θέλησε να φύγει από τη Λεμεσό. Μια χαρά περνούσε με τον Ευθυμή του Αντρίκκου και το Κοκούι του παπα-Ζιβάνα. Ήταν οι αλητάμπουρες του Αϊ-Νικόλα. Μαζί είχαν κλέψει μια χρονιά τα έπιπλα από τον κήπο της κυρίας Ορθοδοξίας για να τα κάμουν καυσόξυλα στη λαμπρατζιά τους. Και τα Χριστούγεννα, αυτοί ήταν που έπαιρναν σβάρνα τα σπίτια της γειτονιάς να πουν δήθεν τα κάλαντα με τις αγριοφωνάρες τους. Σαν αντικρίζαν το Κοκούι να προτάσσει τον τενεκέ για φιλοδώρημα, οι κοτζακαρούες του Αϊ-Νικόλα -Θεός σχωρέσει τες- έδιναν ό,τι σελίνι είχαν στα φουστάνια τους, μη λάχει και τις πει σπαγκοραμμένες ο παπα-Ζιβάνας. Και κάθε Τσικνοπέμπτη ντύνονταν πελλόμασκες και έκαναν φάρσες στα κορίτσια του μαχαλά που το ‘παιζαν ντροπαλά κι ενοχλημένα και ήθελαν του κόσμου τα παρακάλια για να δεχτούν να τα πάνε στο “Παλλάς” για χορό. Και στην εφηβεία απάνω, οι καλύτερες μέρες ήταν οι καλοκαιρινές. Γιατί είχαν αναγάγει το φλερτ σε ολάκερη επιστήμη πια. Κινούσαν από το πρωί για τον παραλιακό δρόμο, εκεί που έστηναν τις παράγκες τους οι ψαράδες και πουλούσαν την πραμάτεια τους. Μπροστά από τον κήπο έβρισκαν κάτι πρόσφυγες ψαροπώληδες από τη Μόρφου, οι οποίοι είχαν γίνει ξακουστοί σε όλη τη Λεμεσό. Τους άρπαζαν τον τηλεβόα δήθεν για να τους βοηθήσουν, μα τελικά κατέληγαν να εμπλουτίζουν το μενού με κομπλιμέντα και αθώα υπονοούμενα. “Μαρίδες φρέσκες σαν τις Λεμεσιανούες μας” ή “Καλαμαράκια ζουμερά σαν τα φιλιά των ερωτευμένων” και δώστου κλεφτές ματιές στα κορίτσια που λιάζονταν παραδίπλα με τα ψάθινα καπέλα. Ως το απόγευμα πάλι κάθονταν στο λιμάνι και μιλούσαν για τα όνειρά τους πετώντας βότσαλα στη θάλασσα. Ο Ευθυμής μιλούσε πιο πολύ απ’ όλους. Το είχε καημό να αγοράσει μια μέρα το δικό του καράβι και να ταξιδέψει μέχρι και το Γιβραλτάρ. Το Κοκούι και ο ίδιος δεν είχαν δικά τους όνειρα. Ήθελαν μόνο να γίνουν μέρος του σχεδίου του Ευθυμή. Το Κοκούι ήταν πρόθυμο να γυαλίζει κάθε μέρα το κατάστρωμα, ενώ ο ίδιος θα αναλάμβανε χρέη ψήστη. Έφτανε μόνο να τους πάρει μαζί του.

    Το όνειρο αυτό ήταν που του έδινε κουράγιο τα πρώτα χρόνια στο Λονδίνο. Είχε δώσει υπόσχεση στους φίλους του πως θα γινόταν πλούσιος και πως θα επέστρεφε στη Λεμεσό για να αγοράσει το καράβι και να κάνουν τον γύρο της Μεσογείου. Με κόπο και βάσανα, έστησε μαζί με τους γονείς του ένα φισάδικο στο Woodgreen και από την πρώτη στιγμή έκαναν χρυσές δουλειές. Μετά από δύο-τρία χρόνια, η πελατεία είχε σταθεροποιηθεί και ήταν πια σε θέση να κάνει τα μαθηματικά. Στο γράμμα που τους έστειλε εκείνα τα Χριστούγεννα είχε εξηγήσει με πράξεις τους υπολογισμούς του. Δέκα χρόνια χρειαζόταν. Να μαζέψει χρήματα για ένα οικονομικό καράβι και μετά έρχεται. Στα τριάντα του, όμως, είχε ωριμάσει αρκετά για να συνειδητοποιήσει πως, εάν ήθελαν να περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους ταξιδεύοντας, θα έπρεπε να έχουν ένα γερό κομπόδεμα στην άκρη για τα έξοδά τους. Στο γράμμα που έστειλε τα Χριστούγεννα του ’90 ήταν ακόμα πιο επεξηγηματικός. Υπολόγισε τα έξοδά τους μέχρι τη σύνταξη και συμπέρανε πως χρειαζόταν ακόμα πέντε χρόνια δουλειάς. Να κλείσει τα τριάντα πέντε και μετά έρχεται.

    Ωστόσο, συνέβησαν πράγματα που έφεραν τα πάνω-κάτω στη ζωή του μέσα στην επόμενη πενταετία. Ξαφνικά, είχε βρεθεί να μεγαλώνει ένα παιδί μιας σχέσης-αστραπής που είχε κάνει με μια φευγάτη Εγγλέζα. Και σαν να μην έφταναν τα μητρικά του χρέη, σύντομα χρειάστηκε να διευθύνει μόνος του ολόκληρο το μαγαζί. Οι γονείς του ήταν πλέον ανήμποροι να εργαστούν. Οι γιατροί τα έριξαν στο φισάδικο, την ορθοστασία και την τηγανίλα. Οι ομογενείς, από την άλλη, αποφάνθηκαν πως έφταιγε το κρύο του Λονδίνου – και πού να το αντέξουν οι άνθρωποι έτσι μαθημένοι που ήταν στις πυράες της Λεμεσού. Ο ίδιος πάλι ήταν πεπεισμένος πως τα αίτια ήταν αμιγώς εσωτερικά. Είχε μάθει εκ των υστέρων πως η απόφαση να ξενιτευτούν τούς είχε επιβληθεί άνωθεν. Ο πατέρας είχε μπλέξει άσχημα με κάτι νυχτόβιους τύπους που δραστηριοποιούνταν επιχειρηματικά στην πλατεία Ηρώων. Κατάντησε να δέχεται απειλές για τη ζωή του, έτσι που ο θάνατος της θείας είχε έρθει την κατάλληλη στιγμή για να τον βγάλει από το αδιέξοδο. Μόνο που ο πόνος της ξενιτιάς αποδείχτηκε τελικά μοιραίος. Τα τριάντα πέντε, λοιπόν, τον βρήκαν πατέρα και ορφανό. Ήταν φανερό πως δεν γινόταν να επιστρέψει και να αφήσει το μαγαζί ακέφαλο. Στην ευχητήρια κάρτα τα Χριστούγεννα του ’95 ζητούσε κι άλλο χρόνο. Να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, να βρει το κατάλληλο άτομο για να διευθύνει το μαγαζί και μετά έρχεται. Ίσως καμιά πενταετία ακόμα. Μα για καράβια και Μεσόγειο δεν τολμούσε να μιλήσει πια…

    Ο ερχομός της νέας χιλιετίας τον βρήκε και πάλι ιδιοκτήτη και διευθυντή του φισάδικου. Πού να εμπιστευόταν σε άλλον το μαγαζί του; Κι έπειτα, ήταν και το παιδί. Είχε κάνει τους φίλους του εδώ στο Λονδίνο, ήξερε και φαρσί τα εγγλέζικα, μόνο κακό θα του ‘κανε η αλλαγή περιβάλλοντος. Η κάρτα της νέας χιλιετίας είχε ύφος απολογητικό. Λίγη υπομονή ακόμα να τελειώσει το σχολείο το παιδί, να μπορεί να κρατήσει το μαγαζί και μετά έρχεται. Δυστυχώς, ο καιρός πέρασε γρήγορα και ο γιος του έκλεισε τα δεκαοκτώ προτού ο ίδιος προλάβει να βάλει σε τάξη τις εκκρεμότητές του. Και το χειρότερο ήταν πως το παιδί δεν είχε καμία διάθεση να παραμείνει στο Λονδίνο. Θα πήγαινε στη Λεμεσό, θα έβρισκε εκεί μια δουλειά και με την πρώτη ευκαιρία θα τον κουβαλούσε κι αυτόν μαζί του. Τον πρώτο καιρό τον φιλοξενούσε ο Ευθυμής και μαζί είχαν στήσει ολόκληρη επιχείρηση για να τον φέρουν πίσω. Τον έπαιρναν τηλέφωνο και του ‘καναν μαύρη την καρδιά. Και πότε επιτέλους θα πουλούσε το μαγαζί, και γιατί δούλευε ακόμα σαν σκυλί, και πότε θα κοίταζε και λίγο την υγεία του, και γιατί δεν επέστρεφε τώρα που είχε μείνει μόνος… Και δώστου περιγραφές της νέας Λεμεσού που ξεπερνούσαν τα όρια του πραγματικού – πύργοι, ουρανοξύστες, γέφυρες κρεμαστές, τεχνητά νησιά. Εκείνος δάγκωνε τα χείλη και κατέβαζε για λίγο το ακουστικό. Τόσα χρόνια στην ξενιτιά δεν είχε καταδεχτεί να δει φωτογραφίες της πόλης του. Και σαν τον έπαιρναν τηλέφωνο οι φίλοι του στα γενέθλιά του, ούτε που τολμούσε να ρωτήσει για τους δρόμους και το “Παλλάς” και τις παράγκες και το λιμάνι. Να του κάνει εγγόνι και μετά έρχεται, έλεγε τώρα και το εννοούσε. Μα το εγγόνι ήρθε συντομότερα απ’ ό,τι περίμενε. Και αυτήν τη φορά είχε ξεμείνει από χρονοδιαγράμματα.

    Ο γιος του έφτασε κατά τα τέλη Οκτωβρίου με σκοπό να τον περιμαζέψει. Του είχε βρει αγοραστή για το μαγαζί. Σαν έπεσαν οι υπογραφές και έκλεισε κι αυτή η εκκρεμότητα, το μόνο που έμενε ήταν η βαλίτσα. Ο γιος του βιαζόταν. Πιο πολύ για να προλάβει κανένα πισωγύρισμα παρά την πτήση. Πριν φύγουν, του ζήτησε να μείνει για λίγο μόνος. Ήθελε να κάνει μια τελευταία βόλτα στο Trend Park μαζί με τον σκύλο του. Ήταν, όμως, Παρασκευή και δεν του ‘κανε η καρδιά να προδώσει εντελώς το τελετουργικό. Μα δίχως δουλειά και μαγαζί, ένα πράγμα τού είχε απομείνει. Έκανε μεταβολή και περπάτησε μέχρι τον κοντινότερο σταθμό του μετρό. Μπήκε από τη συνηθισμένη είσοδο και πήρε το τρίτο από το τέλος βαγόνι. Κάθισε με τα μάτια καρφωμένα στην μπλε γραμμή να μετρά σαν μικρό παιδί τις στάσεις μέχρι να φτάσει στον προορισμό του: Southgate, Amos Grove, Bounds Green, Wood Green. Σαράντα χρόνια σχεδίαζε τούτη τη μέρα. Τη μέρα της επιστροφής. Τώρα, όμως, ένιωθε πως όλα αυτά τα χρόνια είχαν γίνει ένα βαρύ φορτίο αναμνήσεων και μυρωδιών και ανθρώπων. Κατέβηκε και πήγε στην απέναντι πλατφόρμα. Ξαναπήρε το μετρό και ξανακάρφωσε τα μάτια στην μπλε γραμμή. Wood Green, Bounds Green, Amos Grove, Southgate. Όπως η ζωή του. Γεμάτη στάσεις και “μετά έρχομαι”. Μα όσο κι αν το προσπαθούσε ο κύκλος έκλεινε εκεί. Στο Southgate. Τώρα ήξερε. Πήγε αποφασισμένος στο σπίτι του. Άνοιξε ένα συρτάρι και βρήκε μια άγραφη κάρτα από τα περασμένα Χριστούγεννα. Κάτι έγραψε και την έδωσε στον γιο του να την πάει στον Ευθυμή και το Κοκούι. Έστω και παράκαιρα. Εκείνος θα έμενε εκεί. Είχε και το σκυλί που δεν θα άντεχε τις πυράες της Λεμεσού. Να πεθάνει το σκυλί και μετά βλέπουμε.

    Φωτογραφία: “Down the Tube 1987-1990”, Paul Baldesare

    • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

      Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

    You May Also Like

    Η ανθρωπιά στο ζύγι

    Της Κατερίνας Μικελλίδου (katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk) Κάθε φορά που έμπαινε στη συνεδριακή αίθουσα παραπλεύρως του ξωκλησιού ...

    Ο ψηφοφόρος

    Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου /katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk Το βάπτισμα του πυρός ως ψηφοφόρος το είχε λάβει ...

    Λίγο πριν από το τέλος της οδού Αθηνών

    Της Κατερίνας Μικελλίδου / katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk Απ’ όλα τα μέρη του κόσμου που είχε δει ...

    Ο θάνατος ενός υπαλλήλου

    Της Κατερίνας Μικελλίδου Εκείνο το πρωινό έμπαινε με αδιαθεσία στο γραφείο του. Μισούσε τις ...

    Η παπαδιά

    Της Κατερίνας Μικελλίδου Όταν σκεφτόταν πώς είχε κτίσει τη ζωή της, την έπιανε απελπισία. ...

    Ζωή στη σύνταξη

    Της Κατερίνας Μικελλίδου Ποτέ δεν είχε φανταστεί πως τώρα στα εβδομήντα της αυτή, που ...

    X