Γράφει ο Δημήτρης Αλειθινός

Στον ακονιστή Σάββα Παύλου

Αν δεν ήμουνα ζωγράφος, θα ήμουν γεωργός. Θα όργωνα τη γη, θα έσπερνα και θα θέριζα στάρι, σπόρους ευλογημένους απ’ το λίκνο της ανθρωπότητας.

Το λεξικό αναφέρει ότι ο σπόρος είναι το σπέρμα των καρπών από το οποίο βλασταίνει το νέο φυτό όταν βρεθεί στις κατάλληλες συνθήκες μέσα στη γη. Ο Πλάτωνας στον Τίμαιο λέει: “το δε μετά τον σπόρον τοις νέοις παρέδωκε θεοίς σώματα πλάττειν θνητά”. Σπόρος λέγεται επίσης το έκκριμα των γεννητικών οργάνων του ανδρός, καθώς και το τέκνο, ο απόγονος. Σπόρος είναι και η αφετηρία καταστάσεων, για παράδειγμα, “ο σπόρος της επανάστασης βρισκόταν στους λόγους και τα κηρύγματα του Ρήγα”. Αυτή η τελευταία εκδοχή μας παραπέμπει διά μέσου της ρητορικής στην καλλιέργεια του νου και τη δυναμική της γλώσσας.

Βυθίζω τα χέρια σε ένα πιθάρι γεμάτο στάρι. Η ανατάραξη δημιουργεί σκόνη ανάερη, η πανάρχαια μυρωδιά εισβάλλει απ’ τα ρουθούνια στο μυαλό κι ευφραίνει την καρδιά.

Γεμίζω τις χούφτες σπόρους και τους απλώνω στο λευκό μαρμάρινο τραπέζι. Γράφω με μελάνι στο σώμα του κάθε καρπού ένα γράμμα της αλφαβήτου. Δεκάδες φορές, εκατοντάδες. Ανακατεύω τους γραμμένους σπόρους και φτιάχνω λέξεις, λέξεις απλωμένες στο χαρτί μπροστά στα μάτια σας. Κάθε γράμμα κι ένα σπορικό, κάθε φράση μια δράκα αλεσμένη στη μυλόπετρα του νου, κάθε πρόταση μια φέτα ψωμί ή ένα πιάτο κόλλυβα.

Αν δεν ήμουνα ζωγράφος, θα ήμουν γεωργός. Θα όργωνα τη γη με άλογο ή με τρακτέρ, θα έσπερνα σπόρους σε γραμμωτά αυλάκια και θα θέριζα κείμενα με λέξεις σταράτες.

Η γλώσσα είναι χωράφι πολιτισμού. Καταπράσινος ωκεανός την άνοιξη, χρυσοκίτρινο στάχυ το καλοκαίρι, λευκό αλεύρι το φθινόπωρο, ζεστό ψωμί τον χειμώνα. Άλλοτε καρβέλι κι άλλοτε πρόσφορο.

Η γλώσσα είναι σπαθί δαμασκηνό, φτιαγμένο από μύριους έμπειρους μάστορες. Φιλόσοφοι τη σφυρηλάτησαν, ποιητές τη στόλισαν, επαναστάτες την ακόνισαν κι όλοι μαζί μας τη δώρισαν πλουμιστή σαν παραμύθι, με κόψη αιθέρια, ικανή να διαιρέσει το κεφάλι απ’ το σώμα πριν το στόμα πάψει να μιλάει κι ο νους να σκέπτεται.

Η γλώσσα είναι το σοφό εργαλείο κάθε λαού, και η δική μας γλώσσα, η ελληνική, ελιά αιωνόβια απ΄ τον καιρό του Κέκροπα με ρίζες απλωμένες σε όλη τη Μεσόγειο. Μία από τις ρίζες, πολύτιμη σαν ζωτική αρτηρία, ζει και φυτρώνει στην Κύπρο αιώνες τώρα.

Όταν ακούω τα κυπριακά ευφραίνομαι. Ίσως συντελεί το ότι μεγάλωσα ακούγοντας ποντιακά, ότι το στήθος μου φουσκώνει περήφανα όταν ακούω κρητικά, ότι από την Ήπειρο ώς την Κάρπαθο κι από κει στην Κάτω Ιταλία δεν χορταίνω τη μουσικότητα της γλώσσας μας και αισθάνομαι την κάθε διάλεκτο σαν ξεχωριστό όργανο μιας μεγάλης ορχήστρας με μαέστρο τον Όμηρο. Ίσως αυτό, κι άλλα πολλά. Όμως, όταν ακούω την κυπριακή λαλιά ευφραίνομαι.

Εφόρεν ένα βυσσινί φουστάνιν, τζι’ ούλλη η στράτα
εφαίνετουν γιόν να πετά, τζι’ όι πως επαρπάτα·
τζιαμαί ‘πού στάθην, ύστερις, ήρταν πουλλιά τζι’ εκάτσα
τζ’ εσκέφτουνταν αν εν πουλλίν, τζ’ ίντα πουλλιού εν ράτσα (1)

Τι ράτσα αλήθεια δηλητηριάζει απερίσκεπτα τη λαλιά αυτού του τόπου; Ποια εξουσία, ποια συλλογική διαστροφή συναυτουργεί στον μαρασμό μιας γλώσσας ζωντανής εδώ και τριάντα τουλάχιστον αιώνες; Ποια ταξικά συμπλέγματα σπρώχνουν το μέλλον της κυπριακής ρίζας στην παρακμή; Από τη στιγμή που οι Άγγλοι κήρυξαν την Κύπρο προτεκτοράτο, το πρώτο που προσπάθησαν να διαγράψουν ήταν η γλώσσα. Στη διοίκηση, στη δικαιοσύνη, στην παιδεία, πρωτίστως στην παιδεία. Κι ό,τι δεν κατάφεραν εκείνοι με νόμους ή με τη βία, εμείς σήμερα το παραδίδουμε οικειοθελώς. Κι αν η λέξη “παραδίδω” ηχεί υπερβολική σε ορισμένους, η τρέχουσα καθημερινότητα μαρτυράει ακριβώς το αντίθετο. Θα αποφύγω να αναφερθώ στις επιγραφές, τις διαφημίσεις και την τηλεόραση. Δεν θα σταθώ στη φαιδρή και διόλου ασήμαντη συνήθεια του μπασταρδέματος της καθομιλουμένης κυπριακής (φίλε μου, πόψε είμαι μπίζι, αν είσαι φρι τουμόροου να πάμε για λαντς ρε), ούτε θα θυμώσω με την αποικιοκρατική νοοτροπία ορισμένων κυπριακών “πολιτιστικών συλλόγων” που -φευ- οργανώνουν διαλέξεις και “ιβέντς” μόνο στα αγγλικά, προβάλλουν ταινίες χωρίς ελληνικούς υπότιτλους και αν, για παράδειγμα, η γλώσσα της ταινίας είναι η σουηδική, τότε υπάρχει μετάφραση αλλά μόνο στα αγγλικά. Θα προσπεράσω την αγανάκτησή μου όταν επισκέπτομαι μικρές ή μεγάλες εκθέσεις και το πληροφοριακό υλικό είναι -κατά κανόνα- στα αγγλικά υποτιμώντας προκλητικά τους ελληνόφωνους επισκέπτες.

Θα προσπεράσω πολλά και καθόλου ασήμαντα, για να σταθώ σε αυτό που θεωρώ πολύ σοβαρό και το οποίο δυστυχώς συμβαίνει στους χώρους της γνώσης, στα πανεπιστήμια, εκεί που οι νέοι θα έπρεπε να διδάσκονται πως να σμιλεύουν τη σκέψη, τις ιδέες, το ήθος, τον χαρακτήρα κι εντέλει τον πολιτισμό της πατρίδας τους, με όπλο τη γλώσσα.

Σε ό,τι αφορά τα (όχι λίγα) ιδιωτικά, είναι γνωστό ότι με πρόσχημα την “πελατεία” η ελληνική γλώσσα είναι σχεδόν ανύπαρκτη, ενώ σε ό,τι αφορά το Κρατικό Πανεπιστήμιο Κύπρου, η υποτίμησή της γίνεται κάθε χρόνο πιο εμφανής, υποβολιμαία θα έλεγα, κάνοντας αρχή με τη βιβλιογραφία: σχεδόν όλα τα προτεινόμενα βιβλία που πρέπει να διαβάσουν οι φοιτητές είναι στην αγγλική, γεγονός που αναγκάζει κάθε 18χρονο Έλληνα – Κύπριο φοιτητή όχι μόνο να μάθει σαν δική του την ξένη προκειμένου να αντεπεξέλθει στις εξετάσεις, αλλά να σκέφτεται σε αυτήν, υποκαθιστώντας σταδιακά και υποσυνείδητα τη μητρική του. Κι αυτό είναι το πλέον επικίνδυνο.

Πιστεύω ακράδαντα ότι το πανεπιστήμιο είναι ίδρυμα γνώσης, όχι εμπορική επιχείρηση. Κι όσο ακόμη η επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι για τους Έλληνες – Κύπριους η ελληνική, οφείλουν, καθηγητές και επιστημονικοί συνεργάτες, να τη διδάσκουν μιλώντας σωστά ελληνικά (αποφεύγοντας προσεκτικά το ανακάτεμα με αγγλικούρες όπως κατά κόρον γίνεται), να την προασπίζονται μαθαίνοντας τους φοιτητές να διαβάζουν και να σκέφτονται στην πλουσιότατη σε ορολογίες μητρική τους γλώσσα, την ελληνική.

Το “επιχείρημα” ότι το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας είναι στην αγγλική δεν ευσταθεί, διότι στα ελληνικά πανεπιστήμια -από τα καλύτερα της Ευρώπης- οι φοιτητές διαβάζουν βιβλία στην ελληνική και μόνο όπου είναι απαραίτητο στην άλλη γλώσσα.

Ο Σάββας Παύλου, στο βιβλίο του “Η καταπίεση της ελληνικής γλώσσας στην Κύπρο” έγραψε σχετικά το 1986:

“… Απομονώνονται έτσι οι φοιτητές από τον κοινωνικό τους χώρο και αλλοτριώνονται πιο εύκολα. Μέσα σε συνθήκες κρίσιμες για τον τόπο παραμένουν παθητικοί και η συμμετοχή τους στην πολιτιστική ζωή του τόπου είναι μηδαμινή”.

“… Όμως χωρίς δεύτερη σκέψη οι Νεοκύπριοι ζητάνε και στο υπό ίδρυσιν πανεπιστήμιο η αγγλική να είναι η γλώσσα διδασκαλίας. Κύριο επιχείρημα: όχι για τη μόρφωση του λαού, ούτε για να κρατηθεί ο λαός στον τόπο του, αλλά γιατί θα έρχονται ξένοι φοιτητές και θα φέρουν συνάλλαγμα. Η επικράτηση της αγγλικής στο πανεπιστήμιο θα εξαγγλίσει πλήρως την παιδεία μας, κατώτερη και μέση, αφού αυτή θα αναγκαστεί σιγά-σιγά να εναρμονιστεί με την ανώτατη βαθμίδα της. Αυτό ακριβώς επιδιώκουν και οι Νεοκύπριοι. Γιατί δεν είναι τόσο το συνάλλαγμα και οι ξένοι φοιτητές που τους ενδιαφέρουν. Αυτοί, αν είναι υψηλού επιπέδου το πανεπιστήμιο, θα ‘ρθουν κι όταν η γλώσσα διδασκαλίας του είναι τα ελληνικά -λιγότεροι φυσικά- όπως έρχονται στην Ελλάδα και μαθαίνουν ελληνικά, όπως πηγαίνουν στη Φινλανδία και μαθαίνουν τη φινλανδική που δεν έχει την ιστορικότητα της ελληνικής, ούτε ομιλείται τόσο όσο η ελληνική. Εκείνο που ενδιαφέρει τους Νεοκύπριους με το αγγλικό πανεπιστήμιο είναι η απομάκρυνση από κάθε ελληνικό, η εδραίωση του Κυπροκεντρισμού”.

(2) Δεν θα ρίξω την ευθύνη -όπως συνηθίζεται- στον υπουργό Παιδείας ή στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αυτοί έρχονται και παρέρχονται αφήνοντας πίσω τους, συνήθως, ιστορικό κενό. Ο πολιτισμός -πέρα από κοσμικότητες- είναι το τελευταίο που γνωρίζουν οι πολιτικοί, το τελευταίο που θα ασχοληθούν. Θα πω όμως ντροπή στο ακαδημαϊκό κατεστημένο, σε όσους καθηγητές και καθηγήτριες συμμετέχουν καθημερινά κι αδιαμαρτύρητα, συνειδητά ή ασυνείδητα, στη διαρκή υπονόμευση της ελληνικής γλώσσας.

ΥΓ. Σε ένα από τα βιβλία που διάβασα το καλοκαίρι, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί με γνώση και υπερηφάνεια το χιώτικο ιδίωμα.

(3) Χαιρόμουνα να το διαβάζω.

1. Μιχάλης Πασιαρδής, Τετράστιχα Γ’, Εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία.
2. Σάββας Παύλου, Η καταπίεση της ελληνικής γλώσσας στην Κύπρο, Εκδόσεις Πενταδάκτυλος, Αθήνα.
3. Γιάννης Μακριδάκης, Ανάμισης ντενεκές, Εκδόσεις Εστίας, Αθήνα.

Στη φωτογραφία: Προτομή του Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Η πινακίδα πάνω στη βάση είναι στα αγγλικά.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Για πάντα

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Φτάνοντας από τη Λευκωσία στην Αθήνα μετά από σαράντα ημέρες ...

Νεπάλ [μέρος πρώτο]

Όταν ήμουν μαθητής του δημοτικού, τα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς πουλούσαν “λοταρίες”, κάτι κλειστά πολύχρωμα ...

Ουκ αν λάβοις παρὰ του μη έχοντος

Σηκώνω ψηλά τη μαγκούρα μου και την κατεβάζω με δύναμη στο κεφάλι του Χάρου. ...

Εικόνες από μια έκθεση

Στη Μίριαμ Λυσιώτη Στην καρδιά της νύχτας το όνειρο, υπαγορεύει αυτό που θα φτιάξουν ...

Ο ιεροφάντης και η σκυτάλη: έκθεση στο Μουσείο Ακρόπολης

Αναθηματικό ανάγλυφο. Σύμφωνα με την επιγραφή, το αφιέρωσε ο ιεροφάντης Αγνούσιος στη Θεσμοφόρο Δήμητρα ...

Έφη Στρούζα: Ένα Νέο Ταξίδι

Φεύγει φευ ο χρόνος, φθίνει φευ η ύλη, φθείρονται οι φθόγγοι. Φαιοκόκκινα φύλλα, οι ...

X